Gabriela Oliveira, "From Goddesses to Virtues," Archaeology of Western Anatolia 2 (2026): 60-82
Τα νομίσματα δεν είναι απλώς μέσα συναλλαγής. Είναι επίσης μέσα επικοινωνίας και διάδοσης ιδεών· οι παραστάσεις που τα στολίζουν κι οι επιγραφές που τις συνοδεύουν μεταφέρουν από χέρι σε χέρι μηνύματα ταυτότητας, εξουσίας και ιδεολογίας.
Στο άρθρο της, που δημοσιεύεται ως open access στο τελευταίο τεύχος του Archaeology of Western Anatolia, η Gabriela R. Marques de Oliveira (Μουσείο Αρχαιολογίας και Εθνολογίας, Πανεπιστήμιο του São Paulo) εξετάζει 83 ρωμαϊκά νομίσματα με γυναικεία εικονογραφία, προερχόμενα από ανασκαφές στις Σάρδεις της δυτικής Μικράς Ασίας. Η de Oliveira κατατάσσει αυτά τα νομίσματα σε δύο ομάδες: ρωμαϊκά επαρχιακά νομίσματα (1ος–3ος αι.) και νομίσματα της Ύστερης Αρχαιότητας (4ος αι.) κι εξετάζει τη θεματολογία των γυναικείων παραστάσεων, τη θέση τους στο νόμισμα (στον εμπροσθότυπο ή στον οπισθότυπο) και το συμβολισμό και τις αξίες που αντιπροσωπεύουν.
Η κεντρική θέση του άρθρου είναι ότι στα ρωμαϊκά επαρχιακά νομίσματα (1ος-3ος αι.) οι γυναικείες μορφές απαντούν και στις δύο όψεις των νομισμάτων. Γυναικείες θεότητες κι αυτοκράτειρες στολίζουν τον εμπροσθότυπο και συνδέονται με την εξουσία και τη νομιμοποίησή της. Προσωποποιημένες ιδέες/αξίες συνήθως καταλαμβάνουν τον οπισθότυπο, ο οποίος κατά κανόνα είναι ο χώρος όπου εκφράζονται ιδέες και αξίες. Στα νομίσματα, όμως, της ύστερης αρχαιότητας οι γυναικείες παραστάσεις μετατοπίστηκαν σχεδόν αποκλειστικά στον οπισθότυπο και πήραν τη μορφή τυποποιημένων προσωποποιήσεων αφηρημένων αρετών: Victoria, Securitas, Spes, Pax, Providentia, Concordia.
Οι Σάρδεις λειτουργούν ένα πολύ καλό παράδειγμα δοκιμής αυτής της θέσης. Πρόκειται για μια πόλη με μακρά ιστορία, μεγάλη πολιτισμική κληρονομιά αλλά και έντονη πολιτική παρουσία στη ρωμαϊκή και ύστερη αρχαιότητα. Το ίδιο το άρθρο υπενθυμίζει ότι κατά τους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους η πόλη γνωρίζει νέα ακμή, με συναγωγή, εκκλησίες και οικοδομική δραστηριότητα. Κατά συνέπεια, τα νομίσματα δεν αντανακλούν μόνο αισθητικές επιλογές, αλλά βαθύτερες μεταβολές στην πολιτική και πολιτισμική αυτοσυνειδησία της πόλης.
Στα θετικά σημεία του άρθρου της de Oliveira αναφέρω την εκτενή χρήση του νομισματικού υλικού της πόλης, τους δύο πίνακες με τις κοπές νομισμάτων που προσφέρουν ένα χρήσιμο υλικό αναφοράς, τη διαχρονική σύγκριση των νομισμάτων και την καλή χρήση της σχετικής βιβλιογραφίας. Θα είχε ίσως ενδιαφέρον μία παράλληλη σύγκριση των επιγραφών που συνοδεύουν τις παραστάσεις ώστε να διαπιστωθεί εάν υποστηρίζουν αυτήν τη μετάβαση από τη δήλωση της τοπικής πολιτικής ταυτότητας στο λεξιλόγιο της αυτοκρατορικής ιδεολογίας. Τι μπορεί να μας λέει αυτή η αλλαγή του αφηγήματος των νομισμάτων για το κοινό που τα βλέπει και τα χρησιμοποιεί; Τέλος, είναι πραγματικά σημαντική η μετάβαση από τις ιστορικές γυναίκες προς τις αφηρημένες αρετές στον οπισθότυπο των νομισμάτων. Η γυναίκα παραμένει παρούσα στο κοινωνικό/πολιτικό σύστημα, όχι όμως ως φορέας εξουσίας αλλά ως αυτή που ενσαρκώνει αξίες αντί να τις θέτει.
Η de Oliveira καταδεικνύει πώς η γυναικεία αναπαράσταση δεν εξαφανίζεται στην ύστερη αρχαιότητα, αλλά μετασχηματίζεται. Και ο μετασχηματισμός αυτός δεν είναι ουδέτερος: υπακούει σε μια λογική σύμφωνα με την οποία η γυναικεία παρουσία γίνεται ανεκτή μόνο εφόσον είναι αφηρημένη, τυποποιημένη, και ελεγχόμενη.
Τα νομίσματα, όπως και οι λίθοι, λοιπόν, φθέγγονται. Αρκεί να ξέρει κανείς ποια ερωτήματα να τους θέσει.
--------------------------
[ENG]
Coins are not merely means of exchange. They are also means of communication and dissemination of ideas; the representations that adorn them and the inscriptions that accompany them carry messages of identity, authority, and ideology from hand to hand.
In her article, published as open access in the latest issue of Archaeology of Western Anatolia, Gabriela R. Marques de Oliveira (Museum of Archaeology and Ethnology, University of São Paulo) examines 83 Roman coins bearing female imagery, recovered from excavations at Sardis in western Asia Minor. De Oliveira classifies these coins into two groups: Roman provincial coins (1st–3rd c.) and Late Antique coins (4th c.), and examines the thematic content of female representations, their position on the coin (obverse or reverse), and the symbolism and values they convey.
The article's central argument is that on Roman provincial coins (1st–3rd c.) female figures appear on both sides. Female deities and empresses adorn the obverse, where they are linked to authority and its legitimation. Personified ideas and values typically occupy the reverse, which as a rule serves as the space where ideas and values find expression. On Late Antique coins, however, female representations shifted almost exclusively to the reverse and took the form of standardized personifications of abstract virtues: Victoria, Securitas, Spes, Pax, Providentia, Concordia.
Sardis serves as a particularly effective case study for testing this thesis. It is a city with a long history, a rich cultural heritage, and a strong political presence in both the Roman and late antique periods. The article itself recalls that during the later Roman period the city experienced a renewed flourishing, with a synagogue, churches, and extensive building activity. Consequently, the coins do not merely reflect aesthetic choices but deeper shifts in the city's political and cultural self-awareness.
Among the strengths of de Oliveira's article, I would note the extensive use of the city's numismatic material, the two tables of coin issues that provide a useful reference tool, the diachronic comparison of the coins, and the effective use of the relevant bibliography. It would perhaps be of interest to undertake a parallel comparison of the inscriptions accompanying the representations, in order to determine whether they support this transition from the assertion of local political identity to the vocabulary of imperial ideology. What might this shift in the coins' narrative tell us about the audience that viewed and used them? Finally, the transition from historical women to abstract virtues on the reverse is truly significant. Woman remains present in the social and political system — not, however, as a bearer of authority, but as one who embodies values rather than setting them.
De Oliveira demonstrates that female representation does not disappear in Late Antiquity but is transformed. And this transformation is not neutral: it follows a logic according to which female presence is tolerated only insofar as it is abstract, standardized, and controlled.
Coins, then, like stones, speak. One need only know which questions to put to them.