Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Από την παλαιογραφία στην υπολογιστική ανάλυση: προς μια νέα μεθοδολογία χρονολόγησης των χειρογράφων της Νεκράς Θάλασσας / From Paleography to Computational Analysis: Toward a New Methodology for Dating the Dead Sea Scrolls

 Σε πρόσφατο άρθρο τους στην ιστοσελίδα Bible Interpretation ("Redating the Dead Sea Scrolls and the Book of Daniel"), οι Ian Young, Gareth Wearne και Evan Caddy (Australian Catholic University) αξιοποιούν νέα δεδομένα ραδιοχρονολόγησης και ανάλυσης γραφής με τεχνητή νοημοσύνη (Popović κ.ά., PLoS One 2025) για να επανεξετάσουν τη χρονολόγηση χειρογράφων της Νεκράς Θάλασσας, εστιάζοντας στο 4Q114 (4QDanc), που περιλαμβάνει τμήματα των κεφαλαίων 10–11 του Δανιήλ. Το εύρος 230–160 π.Χ. που προτείνει η νέα ανάλυση είναι συμβατό με τη χρονολόγηση του βιβλίου στην εποχή του Αντιόχου Δ΄ Επιφανούς, και οι συγγραφείς αντιμετωπίζουν τα δεδομένα με μεθοδολογική προσοχή, αποφεύγοντας τις υπεραπλουστεύσεις ορισμένων «συντηρητικών» αναγνώσεων. Ιδιαίτερα εύστοχο είναι το δεύτερο μέρος του άρθρου, που ιχνηλατεί την ερμηνευτική ιστορία των αποκαλυπτικών οραμάτων του Δανιήλ — από τον Ιππόλυτο Ρώμης και τον Εφραίμ τον Σύρο έως τη σύγχρονη αμερικανική ευαγγελική πολιτική — δείχνοντας πώς η αποκαλυπτική εικονογραφία επανερμηνεύεται διαρκώς για να απαντήσει σε νέες κρίσεις. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι η ανατολική ερμηνευτική παράδοση εκπροσωπείται ελάχιστα: απουσιάζουν οι βυζαντινοί σχολιαστές, ενώ η συριακή παράδοση περιορίζεται σε δύο μόνο ονόματα. Πώς διαμορφώθηκε η πρόσληψη του Δανιήλ στον ελληνόφωνο χριστιανικό κόσμο μετά τον Ιππόλυτο; Και σε ποιο βαθμό οι νέες μέθοδοι χρονολόγησης μπορούν να αναδιαμορφώσουν τη συζήτηση για τη σχέση υλικών τεκμηρίων και ερμηνευτικής παράδοσης; Ένα άρθρο που αξίζει τον χρόνο κάθε αναγνώστη που ενδιαφέρεται για τη Νεκρά Θάλασσα, τον Δανιήλ και τη ζωντανή δυναμική των βιβλικών κειμένων.

Η συμβολή του κειμένου είναι διπλή. Πρώτον, βοηθά να αποσαφηνιστεί τι μπορεί (και τι δεν μπορεί) να υποστηρίξει η ραδιοχρονολόγηση με C14: χρονολογεί πρωτίστως το υλικό φορέα (π.χ. περγαμηνή), σε διαστήματα πιθανότητας και δεν προτείνει μία «ακριβή» χρονολογία. Δεύτερον, καθιστά πιο ορατό το πώς η παλαιογραφική εφαρμογή της ΑΙ, εκπαιδευμένης σε περιορισμένο σύνολο δειγμάτων χρονολογημένων με C14, επιχειρεί να χρονολογήσει περισσότερα χειρόγραφα. Αυτή είναι μια πολλά υποσχόμενη εξέλιξη, η οποία όμως βρίσκεται ακόμη σε φάση ελέγχου και συζήτησης.

Για περαιτέρω μελέτη

------------------------------------
[ENG]
In a recent article on the Bible Interpretation website ("Redating the Dead Sea Scrolls and the Book of Daniel"), Ian Young, Gareth Wearne, and Evan Caddy (Australian Catholic University) draw on new radiocarbon dating data and AI-assisted handwriting analysis (Popović et al., PLoS One 2025) to reassess the dating of Dead Sea Scrolls manuscripts, focusing on 4Q114 (4QDanc), which preserves portions of Daniel chapters 10–11. The range of 230–160 BCE suggested by the new analysis is compatible with dating the book to the era of Antiochus IV Epiphanes, and the authors treat the data with methodological caution, avoiding the oversimplifications of certain "conservative" readings. Particularly effective is the second part of the article, which traces the interpretive history of Daniel's apocalyptic visions — from Hippolytus of Rome and Ephrem the Syrian to contemporary American evangelical politics — showing how apocalyptic imagery is continually reinterpreted to address new crises. It is worth noting, however, that the eastern interpretive tradition is minimally represented: Byzantine commentators are absent, while the Syriac tradition is limited to just two names. How did the reception of Daniel develop in the Greek-speaking Christian world after Hippolytus? And to what extent can new dating methods reshape the discussion on the relationship between material evidence and interpretive tradition? An article well worth the time of any reader interested in the Dead Sea Scrolls, Daniel, and the living dynamic of biblical texts.

The contribution of this article is twofold. First, it helps clarify what radiocarbon (C14) dating can (and cannot) support: it primarily dates the material carrier (e.g., parchment) within probability intervals and does not propose a single "precise" date. Second, it makes more visible how a paleographic application of AI, trained on a limited set of C14-dated samples, attempts to date additional manuscripts. This is a very promising development, which is nevertheless still in a phase of scrutiny and discussion.

For further reading

Biblical Annals 16/1 (2026)

 Biblical Annals 16/1 (2026)

  • Tomasz Bartłomiej Bąk, "Critical Editing and Philological Analysis of the First Chapters of Trito-Isaiah (Isa 56–57) Based on the Coptic Manuscript sa 52 (M 568) and Other Coptic Manuscripts in the Sahidic Dialect and the Greek Text of the Septuagint," 1-25 (OA)
  • Joanna Nowińska, "The Presence and the Role of Senses in Proto-Apocalyptic Book of Joel," 27-42 (OA)
  • Marcin Biegas, "King David as a Righteous Man in the Light of Qumran Literature and Post-Biblical Texts of Early Judaism," 43-66 (OA)
  • Janusz Kręcidło, "What Is the Sin of Blasphemy against the Holy Spirit, and Why Is It Unforgivable (Mark 3:28-30 and Parallels)?" 97-113 (OA)
  • William Bowes, "John’s Farewell Discourse under the Shadow of Mark," 115-140 (OA)
  • Tomasz Tułodziecki, "Verifying Biblical Allusions in John 1:51: A Methodological Framework for Genesis Reception Studies," 141-158 (OA)
  • Łukasz Zakonnik, "Polish Bibles from the 16th Century: A Review of Copies, Characteristics and Factors Affecting Prices on the Polish Antiquaria Auction Market," 159-188 (OA) [πολωνικά/polish] 

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Takamitsu Muraoka (1938–2026)


Φωτο: Koine-Greek blog
Στις 10 Φεβρουαρίου 2026 έφυγε από τη ζωή ο ομότιμος καθηγητής Εβραϊκής Γλώσσας και Γραμματείας στο Πανεπιστήμιο του Leiden, Takamitsu Muraoka. Ο εκλιπών υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους μελετητές της Μετάφρασης των Εβδομήκοντα (Ο΄) των τελευταίων δεκαετιών.

Γεννημένος στις 9 Φεβρουαρίου 1938 στη Χιροσίμα, σπούδασε γενική γλωσσολογία και βιβλικές γλώσσες στο Tokyo University of Education και ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή (Emphasis in Biblical Hebrew) στο Hebrew University of Jerusalem (1970). Δίδαξε σημιτικές γλώσσες στο Πανεπιστήμιο του Manchester (1970–1980), στο Πανεπιστήμιο της Melbourne (1980–1991) και εβραϊκή γλώσσα στο Πανεπιστήμιο του Leiden (1991–2003). 

Η συμβολή του στη μελέτη των βιβλικών γλωσσών υπήρξε καθοριστική. Μεταξύ των σημαντικότερων έργων του συγκαταλέγονται: η ριζική αναθεώρηση και μετάφραση στα αγγλικά της Grammaire de l'hébreu biblique του P. Joüon (A Grammar of Biblical Hebrew, 1991, ²2006), το A Greek-English Lexicon of the Septuagint (2009) — το πληρέστερο λεξικό της Ο΄ που υπάρχει σήμερα — και το A Syntax of Septuagint Greek (2016), η πρώτη ολοκληρωμένη γραμματική της ελληνικής των Εβδομήκοντα. Εξίσου σημαντικά είναι τα έργα του για άλλες αρχαίες γλώσσες της Εγγύς Ανατολής. 

Το 2017 τιμήθηκε με το Burkitt Medal της British Academy για την εξαιρετική συμβολή του στη μελέτη της εβραϊκής γραμματικής και σύνταξης και των Ο΄. Μετά τη συνταξιοδότησή του, αφιέρωσε το χρόνο του στην εθελοντική διδασκαλία βιβλικών γλωσσών σε ασιατικές χώρες που είχαν υποφέρει από τον ιαπωνικό μιλιταρισμό, πράξη βαθιάς προσωπικής συμφιλίωσης που περιέγραψε στο βιβλίο My Via Dolorosa: Along the Trails of the Japanese Imperialism in Asia (2016).

Ο Takamitsu Muraoka υπήρξε σημαντικός μελετητής της βιβλικής φιλολογίας, Το έργο του αποτελεί πολύτιμη παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές ερευνητών. Αιωνία η μνήμη του.

---------------------------------------

[ENG]

It is with deep sadness that we learned of the passing of Takamitsu Muraoka on February 10, 2026. Muraoka, Professor Emeritus of Hebrew Language and Literature at Leiden University, was one of the most important Semiticists and Septuagint scholars of recent decades.

Born on February 9, 1938 in Hiroshima, he studied general linguistics and biblical languages at the Tokyo University of Education and completed his doctoral dissertation (Emphasis in Biblical Hebrew) at the Hebrew University of Jerusalem (1970). He taught Semitic languages at the University of Manchester (1970–1980), Middle Eastern Studies at the University of Melbourne (1980–1991), and Hebrew at Leiden University (1991–2003).

His contribution to the study of biblical languages was decisive. Among his most important works are: the thorough revision and English translation of P. Joüon's Grammaire de l'hébreu biblique (A Grammar of Biblical Hebrew, 1991, 2nd ed. 2006), A Greek-English Lexicon of the Septuagint (2009) — the most comprehensive lexicon of the LXX available today — and A Syntax of Septuagint Greek (2016), the first complete grammar of LXX Greek. Equally significant are his works on Qumran Aramaic, Egyptian Aramaic, and Classical Syriac.

In 2017 he was awarded the Burkitt Medal by the British Academy for his outstanding contribution to the study of Hebrew grammar and syntax and the Septuagint. After his retirement, he devoted decades to the voluntary teaching of biblical languages in Asian countries that had suffered under Japanese militarism — an act of profound personal reconciliation that he recounted in My Via Dolorosa: Along the Trails of the Japanese Imperialism in Asia (2016).

Takamitsu Muraoka was a giant of biblical philology, whose work will continue to shape the study of Hebrew, Aramaic, and LXX Greek for generations of scholars to come. May his memory be eternal.

Journal for the Study of the Old Testament 50/3 (2026)

 Journal for the Study of the Old Testament 50/3 (2026)

  • Phillip Michael Sherman, "Houses full of owls: Oracular owls in Isaiah," 231-250 (abstract)
  • Jihye Yu, "Cultural memory in Deuteronomy 4 and 32," 251-271 (abstract)
  • Zara Zhang, "Sintflut and Sinai: Genesis 6–8’s allusion to Exodus 24–40," 272-298 (OA)
  • Stuart Lasine, "Cain and the book of Jonah," 299-314 (abstract)
  • Ole Martin Moen, "Elisha—predatory prophet?" 315-332 (OA)
  • Samantha J. Scott, "Provisioning the Persians and the prophetic imagination: Reconceiving subversion and sovereignty in 2 Kings 6.8–23," 333-347 (abstract)  


   

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Οι φθεγγόμενοι λίθοι: επιγραφές και Καινή Διαθήκη (Ι) / The Stones that Speak: Inscriptions and the New Testament World (Ι)

 Σημειώσεις για την επιγραφική μαρτυρία και τον κόσμο της Καινής Διαθήκης.

Κάθε μήνα, κατά κανόνα την πρώτη Δευτέρα.


Οι επιγραφές —κείμενα, δηλαδή, γραμμένα επάνω σε σκληρές επιφάνειες (πέτρα, μέταλλο, κεραμικά και άλλα υλικά)— αποτελούν αναμφισβήτητα μία ιδιαίτερα σημαντική μορφή του αρχαίου γραπτού πολιτισμού. Δεν έχουμε μπροστά μας μόνο «λέξεις», αλλά υλικά μνημεία που στήνονται, εκτίθενται και διαβάζονται σε συγκεκριμένους χώρους: στην αγορά, στα ιερά, στα δημόσια κτήρια, κατά μήκος των οδών ή στις νεκροπόλεις. Με άλλα λόγια, η επιγραφή είναι ταυτόχρονα κείμενο και αντικείμενο· και ακριβώς γι’ αυτό λειτουργεί ως τεκμήριο μνήμης, τιμής, εξουσίας, ευσέβειας, πένθους, προσδοκιών — αλλά και ως ίχνος κοινωνικών σχέσεων μέσα στο δημόσιο (ή ημι-δημόσιο) χώρο της πόλης.

Αυτή η «υλικότητα» της γραφής έχει ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση του κόσμου της Καινής Διαθήκης. Οι πρώτες χριστιανικές κοινότητες δε γεννήθηκαν μέσα σε ιστορικό κενό· έζησαν μέσα σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον, στον ελληνορωμαϊκό κόσμο και, ειδικότερα, στην ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία, όπου η ελληνική γλώσσα λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό ως κοινός κώδικας δημόσιας επικοινωνίας. Τα κείμενα της Καινής Διαθήκης γράφονται, διαβάζονται και ερμηνεύονται μέσα σε αυτό το πλαίσιο σχέσεων και θεσμών: μέσα σε πόλεις, δίκτυα, καθώς και σε ένα πολυεπίπεδο θρησκευτικό οικοσύστημα. Επομένως, η ερμηνεία των κειμένων δεν μπορεί να αποκοπεί από τον κόσμο που τα περιβάλλει. Αυτός ο κόσμος δεν είναι ένα γενικό και αόριστο σκηνικό, αλλά ένα δυναμικό πεδίο αλληλεπιδράσεων.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο η επιγραφική μαρτυρία μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμη. Οι επιγραφές καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής και συχνά διασώζουν λεπτομέρειες που δεν αποτυπώνονται αλλού με τον ίδιο τρόπο: μορφές δημόσιου λόγου, πρακτικές τιμής και μνήμης, θεσμικές σχέσεις, τοπικές ιδιαιτερότητες, καθώς και φωνές κοινωνικών ομάδων που σπανιότερα ακούγονται στις φιλολογικές πηγές. Μπορούν, λοιπόν, να συμβάλουν ουσιαστικά ώστε ο ερμηνευτής της Καινής Διαθήκης και ο ιστορικός των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων να αναπαραστήσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο κινήθηκαν αυτές οι ομάδες και να κατανοήσουν μέσα σε αυτό τον κόσμο των ιδεών τα κείμενα της Καινής Διαθήκης.

Θα πρέπει, ωστόσο, να τονιστεί εξαρχής κάτι αυτονόητο αλλά συχνά παραγνωρισμένο: η επιγραφική δεν είναι «δεξαμενή παραλληλισμών» ούτε εργαλείο για εύκολες επιβεβαιώσεις. Πρόκειται για μία αυτοτελή επιστήμη, με δικά της μεθοδολογικά εργαλεία, η οποία προϋποθέτει κριτική επεξεργασία των δεδομένων. Το γεγονός ότι οι επιγραφές έχουν συχνά αμεσότητα, δεν σημαίνει ότι η χρήση τους είναι απλή· αντιθέτως, η επιγραφή σώζεται αποσπασματικά, φθείρεται, αποκαθίσταται, χρονολογείται, και πάντοτε πρέπει να εντάσσεται στη συνάφεια του μνημείου και του χώρου της.

Εδώ εμφανίζονται συνήθως δύο αντίθετοι κίνδυνοι. Ο πρώτος είναι να υποτιμηθεί η επιγραφική ως «βοηθητική» επιστήμη που απλώς συμπληρώνει άλλες πηγές. Ο δεύτερος είναι να υπερεκτιμηθεί, ζητώντας από τις επιγραφές να απαντήσουν σε ερωτήματα που δεν τις αφορούν ή να λειτουργήσουν ως άμεσες «αποδείξεις» για βιβλικά χωρία. Και στις δύο περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι προβληματικό. Αυτό που χρειάζεται είναι μια ισορροπημένη, μεθοδική προσέγγιση: σαφή ερωτήματα, προσεκτική αξιολόγηση των δεδομένων, καθαρή διάκριση ανάμεσα σε ό,τι πράγματι λέει το μνημείο και στις ερμηνευτικές υποθέσεις που μπορεί να προκύψουν.

Με αυτή τη στόχευση θα κινηθεί και η παρούσα σειρά. Δεν θα επιχειρήσει να συγκεντρώσει «εντυπωσιακές» επιγραφές που μοιάζουν με συγκεκριμένα χωρία, αλλά να δείξει πώς η επιγραφική μαρτυρία μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας πιο συγκεκριμένης, ιστορικά τεκμηριωμένης εικόνας για τον κόσμο της Καινής Διαθήκης: των θεσμών και των μορφών εξουσίας που διέπουν τη ζωή των πόλεων, των συλλογικών ταυτοτήτων και των κοινωνικών κατηγοριών, των θρησκευτικών οικοσυστημάτων και των πρακτικών τους, της μνήμη και της έκφρασης των συναισθημάτων. Επιπλέον, βοηθούν να κατανοήσουμε το τι σημαίνει να «γράφεται» κάτι δημόσια — και πώς αυτή η δημόσια γραφή λειτουργεί ως μνήμη, ως διάλογος με τον αναγνώστη και ως κοινωνική πράξη.

Το γεωγραφικό και γλωσσικό πλαίσιο της σειράς θα είναι κατά κύριο λόγο οι ελληνόφωνες επιγραφές της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία: επιτρέπει να εργαστούμε με υλικό που «μιλά» την ίδια γλώσσα με μεγάλο μέρος των κειμένων της Καινής Διαθήκης και να δούμε με μεγαλύτερη καθαρότητα το κοινωνικό πλαίσιο, τη θρησκευτική ατμόσφαιρα, τους πολιτικούς μηχανισμούς και τα οικονομικά δίκτυα του κόσμου μέσα στον οποίο συγκροτούνται οι πρώτες χριστιανικές ομάδες.

Στην επόμενη ανάρτηση (Μάρτιος): Όταν τα γράμματα μέσα σε αγκύλες [ ] γίνονται «γεγονότα». Τι συμβαίνει όταν αποκαθιστούμε μια επιγραφή με βάση το βιβλικό κείμενο—και μετά χρησιμοποιούμε την αποκατάσταση για να «επιβεβαιώσουμε» το ίδιο το βιβλικό κείμενο; Ένα παράδειγμα από την Πάφο της Κύπρου που δείχνει τους κινδύνους της κυκλικής επιχειρηματολογίας—και γιατί αυτό έχει σημασία για την ερμηνεία της Καινής Διαθήκης.

Σημείωση: Η παρούσα ανάρτηση κι όσες θα ακολουθήσουν στη συνέχεια σε αυτήν τη θεματική παρουσιάζει υλικό της υπό εκπόνηση μονογραφίας μου για τις ελληνόφωνες επιγραφές και τον κόσμο της Καινής Διαθήκης.

---------------------------------

[ENG] 

Notes on epigraphic evidence and the world of the New Testament.

Each month, typically the first Monday.


Inscriptions—texts, that is, written on hard surfaces (stone, metal, ceramics, and other materials)—constitute an undeniably significant form of ancient written culture. What we have before us are not merely "words," but material monuments that are erected, displayed, and read in specific spaces: in the agora, in sanctuaries, in public buildings, along roads, or in necropoleis. In other words, an inscription is simultaneously text and object; and precisely for this reason it functions as evidence of memory, honor, power, piety, grief, expectations—but also as a trace of social relationships within the public (or semi-public) space of the city.

This "materiality" of writing is particularly significant for understanding the world of the New Testament. The first Christian communities were not born in a historical vacuum; they lived within a specific social and cultural environment, in the Greco-Roman world and, more specifically, in the eastern Roman Empire, where the Greek language functioned largely as a common code of public communication. The texts of the New Testament were written, read, and interpreted within this framework of relationships and institutions: within cities, networks, and a multilayered religious ecosystem. Therefore, the interpretation of these texts cannot be severed from the world that surrounds them. This world is not a generic and vague backdrop, but a dynamic field of interactions.

It is precisely at this point that epigraphic evidence can prove invaluable. Inscriptions cover a wide spectrum of private and public life and often preserve details that are not captured elsewhere in the same way: forms of public discourse, practices of honor and memory, institutional relationships, local particularities, as well as voices of social groups that are heard less frequently in literary sources. They can, therefore, contribute substantially so that the interpreter of the New Testament and the historian of the early Christian communities can reconstruct with greater accuracy the social environment within which these groups moved and understand within this world of ideas the texts of the New Testament.

It should be emphasized from the outset, however, something self-evident but often overlooked: epigraphy is not a "reservoir of parallels" nor a tool for easy confirmations. It is an autonomous discipline, with its own methodological tools, which requires critical processing of data. The fact that inscriptions often have immediacy does not mean that their use is simple; on the contrary, an inscription survives fragmentarily, deteriorates, is restored, is dated, and must always be situated within the context of the monument and its space.

Here two opposing dangers usually emerge. The first is to underestimate epigraphy as an "auxiliary" discipline that merely supplements other sources. The second is to overestimate it, asking inscriptions to answer questions that do not concern them or to function as direct "proofs" for biblical passages. In both cases the result is problematic. What is needed is a balanced, methodical approach: clear questions, careful evaluation of data, clear distinction between what the monument actually says and the interpretive hypotheses that may emerge.

It is with this aim that the present series will proceed. It will not attempt to gather "impressive" inscriptions that resemble specific passages, but to show how epigraphic evidence can contribute to forming a more concrete, historically grounded picture of the world of the New Testament: of the institutions and forms of power that govern the life of cities, of collective identities and social categories, of religious ecosystems and their practices, of memory and the expression of emotions. Moreover, they help us understand what it means for something to be "written" publicly—and how this public writing functions as memory, as dialogue with the reader, and as social action.

The geographical and linguistic framework of the series will be primarily the Greek-language inscriptions of the eastern Roman Empire. This choice is not accidental: it allows us to work with material that "speaks" the same language as much of the texts of the New Testament and to see with greater clarity the social framework, the religious atmosphere, the political mechanisms, and the economic networks of the world within which the first Christian groups are formed.

Next post (March): When the letters inside square brackets [ ] become "facts." What happens when we restore an inscription based on the biblical text—and then use the restoration to "confirm" that same biblical text? An example from Paphos, Cyprus that shows the dangers of circular reasoning—and why this matters for the interpretation of the New Testament.

Note: This post and those that follow in this series present material from my monograph-in-progress on Greek-language inscriptions and the world of the New Testament.

Πέτρα: η αινιγματική πόλη της Αραβικής ερήμου / Petra: The Enigmatic City of the Arabian Desert

Στο ιστολόγιο Bible History Daily (Biblical Archaeology Review) ο Glenn J. Corbett, ειδικός στην αρχαιολογία της προϊσλαμικής Αραβίας, μας ξεναγεί στην αρχαία Πέτρα, την εντυπωσιακή πρωτεύουσα των Ναβαταίων στη σημερινή Ιορδανία.

Οι Ναβαταίοι ξεκίνησαν ως νομαδικός αραβικός λαός κατά την περσική περίοδο (539-332 π.Χ.) και σταδιακά εξελίχθηκαν σε μια από τις πιο ακμάζουσες δυνάμεις της περιοχής, ελέγχοντας το εμπόριο λιβανιού και σμύρνας από τη νότια Αραβία ως τη Μεσόγειο. Ως τον 1ο αιώνα π.Χ. η Πέτρα είχε γίνει μια πλήρως ανεπτυγμένη πρωτεύουσα, αντίπαλη της Ιερουσαλήμ του Ηρώδη.

Αυτό που κάνει τους Ναβαταίους ιδιαίτερα ενδιαφέροντες είναι ο διπλός χαρακτήρας του πολιτισμού τους: αφενός, η ελληνιστική αρχιτεκτονική — λαξευτές προσόψεις, θέατρο, κολοσσαία ναοδομία, τοιχογραφίες πομπηιανού τύπου — αφετέρου, η αυθεντικά τοπική παράδοση, με υπαίθρια ιερά σε υψώματα, λιτές στήλες (betyls) ως αναπαραστάσεις των θεοτήτων τους και η λατρεία του Δουσάρη και της αλ-Ούζζα. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η υδραυλική μηχανική τους: υδραγωγεία, σωληνώσεις και φράγματα που εκμεταλλεύονταν κάθε φυσική πηγή και χειμερινή βροχή.

Η ακμή της Πέτρας δεν κράτησε πολύ. Το 106 μ.Χ. η Ναβατία προσαρτήθηκε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και, αν και η πόλη συνέχισε να ακμάζει για αρκετές δεκαετίες, η παρακμή του εμπορίου και ο καταστροφικός σεισμός του 363 μ.Χ. σήμαναν τη σταδιακή εγκατάλειψή της.

Για τον μελετητή της Καινής Διαθήκης, οι Ναβαταίοι αποτελούν σημαντικό μέρος του ιστορικού πλαισίου: ο βασιλιάς Αρέτας Δ' (9 π.Χ. – 40 μ.Χ.), στον οποίο αποδίδεται το περίφημο Khazneh ("Θησαυρός"), αναφέρεται ρητά στην 2 Κορ 11:32. Η Πέτρα δεν είναι “μία” ιστορία αλλά πολλές: ναβαταϊκή, ρωμαϊκή, και μια πορεία μετασχηματισμών στη μακρά διάρκεια της ζωής της. Μας υπενθυμίζει, επίσης, ότι η περιφέρεια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας δεν είναι στατική· αλλάζει πολιτικά καθεστώτα, διοικητική δομή και πρακτικές, πληθυσμούς και τελικά τους όρους μέσα από τους οποίους εκφράζονται οι κοινότητες και οι ταυτότητές τους. 

"Solving the Enigma of Petra and the Nabataeans"

Βιβλιογραφία

--------------------------------------

On the Bible History Daily blog (Biblical Archaeology Review), Glenn J. Corbett, a specialist in the archaeology of pre-Islamic Arabia, takes us on a tour of ancient Petra, the stunning capital of the Nabataeans in modern-day Jordan.

The Nabataeans began as a nomadic Arabian people during the Persian period (539–332 BCE) and gradually evolved into one of the most thriving powers in the region, controlling the trade in frankincense and myrrh from South Arabia to the Mediterranean. By the first century BCE, Petra had become a fully developed capital, rivalling Herod's Jerusalem.

What makes the Nabataeans particularly fascinating is the dual character of their civilization: on the one hand, Hellenistic architecture — rock-cut façades, a theatre, colossal temple construction, Pompeian-style frescoes — and on the other, an authentically local tradition, with open-air sanctuaries on high places, plain standing stones (betyls) as representations of their deities, and the worship of Dushara and al-Uzza. Equally impressive is their hydraulic engineering: aqueducts, piping systems, and dams that harnessed every natural spring and winter rainfall.

Petra's heyday did not last long. In 106 CE, Nabataea was annexed by the Roman Empire, and although the city continued to flourish for several decades, the decline of trade and the devastating earthquake of 363 CE marked its gradual abandonment.

For the student of the New Testament, the Nabataeans constitute an important part of the historical backdrop: King Aretas IV (9 BCE – 40 CE), to whom the famous Khazneh ("Treasury") is attributed, is explicitly mentioned in 2 Cor 11:32. Petra is not "one" story but many: Nabataean, Roman, and a trajectory of transformations across its long lifespan. It also reminds us that the periphery of the Roman Empire is not static; it undergoes changes in political regimes, administrative structures and practices, populations, and ultimately in the very terms through which communities and their identities find expression.

"Solving the Enigma of Petra and the Nabataeans"

Further reading 


Από τον βασιλιά στο Σινά: η θεϊκή αυθεντία της Τορά / From the King to Sinai: The Torah’s Divine Authority

Στα νομικά κείμενα της αρχαίας Εγγύς Ανατολής — από τον Κώδικα του Χαμμουραμπί έως τους χεττιτικούς και ασσυριακούς νόμους — ο νόμος επικυρώνεται από τον θεό, αλλά συντάσσεται από ανθρώπους: ο βασιλιάς νομοθετεί, βέβαια, κατόπιν θείας εντολής. Η Τορά συνιστά ριζική καινοτομία: ο ίδιος ο Θεός γίνεται νομοθέτης και ο Μωυσής απλός διαμεσολαβητής του θεϊκού λόγου. Στο πλαίσιο του ERC project How God Became a Lawgiver, ο Konrad Schmid (Πανεπιστήμιο Ζυρίχης) ιχνηλατεί τους ιστορικούς παράγοντες που οδήγησαν σε αυτήν τη μετατόπιση: την κατάρρευση της μοναρχίας μετά το 586 π.Χ., την ανάγκη να θεμελιωθεί η κανονιστική ζωή της κοινότητας χωρίς τον βασιλικό θεσμό, και τη σταδιακή θεολογική εξέλιξη του Γιαχβέ από τοπική θεότητα της καταιγίδας σε κύριο όλου του κόσμου. Σε αυτό το πλαίσιο, η Τορά λειτουργεί ως «φορητό σύνταγμα» συλλογικής ταυτότητας: δίνει κίνητρο για την τήρηση των εντολών (μνήμη, θεολογία, παιδαγωγία) και, σταδιακά, η αυθεντία μετακινείται «από τον ναό στο κείμενο». Ιδιαίτερα σημαντική είναι η κατακλείδα του άρθρου: η «θεϊκή νομοθεσία» δεν σημαίνει ένα άχρονο, αδιαπραγμάτευτο σύστημα∙ η ίδια η βιβλική παράδοση προϋποθέτει εσωτερική ερμηνεία και διαρκή εξήγηση — κάτι που μπορεί να προστατεύει, αλλά και να οδηγήσει σε κατάχρηση, όταν «ανθρώπινοι» νόμοι αποκτούν μεταφυσικό κύρος.

Konrad Schmidt, "Why the Torah’s Law Is from God"


Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Eugesta 15 (2025)

Kυκλοφόρησε το τεύχος 15 (2025) του ηλεκτρονικού περιοδικού για τις σπουδές φύλου στην αρχαιότητα Eugesta, με επτά πολύ ενδιαφέροντα άρθρα που εκτείνονται από τον Πλάτωνα έως τη γυναικεία αναγνωστική πράξη κατά το 16ο αιώνα. Η θεματική ποικιλία του τεύχους αντανακλά την πλούσια παράδοση των σπουδών φύλου στις κλασικές σπουδές: από τη βιολογία και την πολιτική στον Πλάτωνα, το ρωμαϊκό χορό και τη γυναικεία τρίτη ηλικία, την αφιέρωση μνημείων ύδρευσης από γυναίκες ευεργέτιδες στο ανατολικό τμήμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, έως τις θεοποιήσεις της Ινούς στον Οβίδιο και την "παρακωμωδία" (κωμικές παραστάσεις παρεμβαλλόμενες σε τραγικά θεάματα) με αποκλειστική γυναικεία παρουσία. Όλα τα άρθρα είναι ελεύθερα διαθέσιμα. 

-------------------

[ENG] 

Issue 15 (2025) of Eugesta, the electronic journal for gender studies in antiquity, has been published, featuring seven very interesting articles ranging from Plato to female reading practices in the 16th century. The thematic variety of the issue reflects the rich tradition of gender studies in classical scholarship: from biology and politics in Plato, Roman dance and female old age, the dedication of waterworks monuments by female benefactors in the eastern part of the Roman Empire, to the deifications of Ino in Ovid and "paracomedy" (comic performances interpolated into tragic spectacles) with an exclusively female presence. All articles are open access.

Eugesta 15 (2025)

Currents in Theology and Mission 53/1 (2026)

Currents in Theology and Mission 53/1 (2026)

Στο τρέχον τεύχος, που αποτελεί και τον τιμητικό τόμο για τους Rev. Dr. Winston Persaud και Dr. May Burt Persaud δημοσιεύονται και τα εξής άρθρα βιβλικού ενδιαφέροντος;

  • Ann L. Fritschel, "The Spiritual Practice of Biblical Translation" (ΟΑ)
  • Allison R. deForest, "Planted by Water: he Legacy of May Burt Persaud" (OA)
  • S. D. Giere, "Creation Story or Origin Story: Revisiting Day One (Genesis 1:1-5)" (OA)

OA: Hebraismen in den aramäischen Texten vom Toten Meer

Στη σελίδα του πανεπιστημιακού εκδοτικού οίκου Winter (Heidelberg) διατίθεται σε ανοιχτή πρόσβαση τη μονογραφία του Christian Stadel,
Hebraismen in den aramäischen Texten vom Toten Meer (Schriften der Hochschule für Jüdische Studien Heidelberg 11, 2008). Η μελέτη αυτή εξετάζει συστηματικά τη γλωσσική επίδραση της εβραϊκής στα αραμαϊκά κείμενα από το Qumran. Αναλύονται ένα ευρύ φάσμα κειμένων—από το Απόκρυφο Γενέσεως και τις Διαθήκες Πατριαρχών έως τα αραμαϊκά τμήματα του Ενώχ και των targumim. Πρόκειται για μία αξιόλογη συμβολή στην κατανόηση της γλώσσας του Ιουδαϊσμού του Δεύτερου Ναού και της πραγματικότητας της διγλωσσίας των κοινοτήτων που παρήγαγαν αυτά τα κείμενα.

Christian Stadel, Hebraismen in den aramäischen Texten vom Toten Meer (Schriften der Hochschule für Jüdische Studien Heidelberg 11, 2008)

ISBN: 978-3-8253-8770-9

Άδεια:  CC BY-NC-ND 4

--------------------------------

[ENG] 

The academic publisher Universitätsverlag Winter (Heidelberg) has made available in open access the monograph by Christian Stadel, Hebraismen in den aramäischen Texten vom Toten Meer (Schriften der Hochschule für Jüdische Studien Heidelberg 11, 2008). This study systematically examines the linguistic influence of Hebrew on the Aramaic texts from Qumran. A wide range of texts is analyzed—from the Genesis Apocryphon and the Testaments of the Patriarchs to the Aramaic sections of Enoch and the Targumim. This is a valuable contribution to understanding the language of Second Temple Judaism and the bilingual reality of the communities that produced these texts.

Christian Stadel, Hebraismen in den aramäischen Texten vom Toten Meer (Schriften der Hochschule für Jüdische Studien Heidelberg 11, 2008)

ISBN: 978-3-8253-8770-9

Άδεια:  CC BY-NC-ND 4