Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Οι φθεγγόμενοι λίθοι: επιγραφές και Καινή Διαθήκη (Ι) / The Stones that Speak: Inscriptions and the New Testament World (Ι)

 Σημειώσεις για την επιγραφική μαρτυρία και τον κόσμο της Καινής Διαθήκης.

Κάθε μήνα, κατά κανόνα την πρώτη Δευτέρα.


Οι επιγραφές —κείμενα, δηλαδή, γραμμένα επάνω σε σκληρές επιφάνειες (πέτρα, μέταλλο, κεραμικά και άλλα υλικά)— αποτελούν αναμφισβήτητα μία ιδιαίτερα σημαντική μορφή του αρχαίου γραπτού πολιτισμού. Δεν έχουμε μπροστά μας μόνο «λέξεις», αλλά υλικά μνημεία που στήνονται, εκτίθενται και διαβάζονται σε συγκεκριμένους χώρους: στην αγορά, στα ιερά, στα δημόσια κτήρια, κατά μήκος των οδών ή στις νεκροπόλεις. Με άλλα λόγια, η επιγραφή είναι ταυτόχρονα κείμενο και αντικείμενο· και ακριβώς γι’ αυτό λειτουργεί ως τεκμήριο μνήμης, τιμής, εξουσίας, ευσέβειας, πένθους, προσδοκιών — αλλά και ως ίχνος κοινωνικών σχέσεων μέσα στο δημόσιο (ή ημι-δημόσιο) χώρο της πόλης.

Αυτή η «υλικότητα» της γραφής έχει ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση του κόσμου της Καινής Διαθήκης. Οι πρώτες χριστιανικές κοινότητες δε γεννήθηκαν μέσα σε ιστορικό κενό· έζησαν μέσα σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον, στον ελληνορωμαϊκό κόσμο και, ειδικότερα, στην ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία, όπου η ελληνική γλώσσα λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό ως κοινός κώδικας δημόσιας επικοινωνίας. Τα κείμενα της Καινής Διαθήκης γράφονται, διαβάζονται και ερμηνεύονται μέσα σε αυτό το πλαίσιο σχέσεων και θεσμών: μέσα σε πόλεις, δίκτυα, καθώς και σε ένα πολυεπίπεδο θρησκευτικό οικοσύστημα. Επομένως, η ερμηνεία των κειμένων δεν μπορεί να αποκοπεί από τον κόσμο που τα περιβάλλει. Αυτός ο κόσμος δεν είναι ένα γενικό και αόριστο σκηνικό, αλλά ένα δυναμικό πεδίο αλληλεπιδράσεων.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο η επιγραφική μαρτυρία μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμη. Οι επιγραφές καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής και συχνά διασώζουν λεπτομέρειες που δεν αποτυπώνονται αλλού με τον ίδιο τρόπο: μορφές δημόσιου λόγου, πρακτικές τιμής και μνήμης, θεσμικές σχέσεις, τοπικές ιδιαιτερότητες, καθώς και φωνές κοινωνικών ομάδων που σπανιότερα ακούγονται στις φιλολογικές πηγές. Μπορούν, λοιπόν, να συμβάλουν ουσιαστικά ώστε ο ερμηνευτής της Καινής Διαθήκης και ο ιστορικός των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων να αναπαραστήσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο κινήθηκαν αυτές οι ομάδες και να κατανοήσουν μέσα σε αυτό τον κόσμο των ιδεών τα κείμενα της Καινής Διαθήκης.

Θα πρέπει, ωστόσο, να τονιστεί εξαρχής κάτι αυτονόητο αλλά συχνά παραγνωρισμένο: η επιγραφική δεν είναι «δεξαμενή παραλληλισμών» ούτε εργαλείο για εύκολες επιβεβαιώσεις. Πρόκειται για μία αυτοτελή επιστήμη, με δικά της μεθοδολογικά εργαλεία, η οποία προϋποθέτει κριτική επεξεργασία των δεδομένων. Το γεγονός ότι οι επιγραφές έχουν συχνά αμεσότητα, δεν σημαίνει ότι η χρήση τους είναι απλή· αντιθέτως, η επιγραφή σώζεται αποσπασματικά, φθείρεται, αποκαθίσταται, χρονολογείται, και πάντοτε πρέπει να εντάσσεται στη συνάφεια του μνημείου και του χώρου της.

Εδώ εμφανίζονται συνήθως δύο αντίθετοι κίνδυνοι. Ο πρώτος είναι να υποτιμηθεί η επιγραφική ως «βοηθητική» επιστήμη που απλώς συμπληρώνει άλλες πηγές. Ο δεύτερος είναι να υπερεκτιμηθεί, ζητώντας από τις επιγραφές να απαντήσουν σε ερωτήματα που δεν τις αφορούν ή να λειτουργήσουν ως άμεσες «αποδείξεις» για βιβλικά χωρία. Και στις δύο περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι προβληματικό. Αυτό που χρειάζεται είναι μια ισορροπημένη, μεθοδική προσέγγιση: σαφή ερωτήματα, προσεκτική αξιολόγηση των δεδομένων, καθαρή διάκριση ανάμεσα σε ό,τι πράγματι λέει το μνημείο και στις ερμηνευτικές υποθέσεις που μπορεί να προκύψουν.

Με αυτή τη στόχευση θα κινηθεί και η παρούσα σειρά. Δεν θα επιχειρήσει να συγκεντρώσει «εντυπωσιακές» επιγραφές που μοιάζουν με συγκεκριμένα χωρία, αλλά να δείξει πώς η επιγραφική μαρτυρία μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας πιο συγκεκριμένης, ιστορικά τεκμηριωμένης εικόνας για τον κόσμο της Καινής Διαθήκης: των θεσμών και των μορφών εξουσίας που διέπουν τη ζωή των πόλεων, των συλλογικών ταυτοτήτων και των κοινωνικών κατηγοριών, των θρησκευτικών οικοσυστημάτων και των πρακτικών τους, της μνήμη και της έκφρασης των συναισθημάτων. Επιπλέον, βοηθούν να κατανοήσουμε το τι σημαίνει να «γράφεται» κάτι δημόσια — και πώς αυτή η δημόσια γραφή λειτουργεί ως μνήμη, ως διάλογος με τον αναγνώστη και ως κοινωνική πράξη.

Το γεωγραφικό και γλωσσικό πλαίσιο της σειράς θα είναι κατά κύριο λόγο οι ελληνόφωνες επιγραφές της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία: επιτρέπει να εργαστούμε με υλικό που «μιλά» την ίδια γλώσσα με μεγάλο μέρος των κειμένων της Καινής Διαθήκης και να δούμε με μεγαλύτερη καθαρότητα το κοινωνικό πλαίσιο, τη θρησκευτική ατμόσφαιρα, τους πολιτικούς μηχανισμούς και τα οικονομικά δίκτυα του κόσμου μέσα στον οποίο συγκροτούνται οι πρώτες χριστιανικές ομάδες.

Στην επόμενη ανάρτηση (Μάρτιος): Όταν τα γράμματα μέσα σε αγκύλες [ ] γίνονται «γεγονότα». Τι συμβαίνει όταν αποκαθιστούμε μια επιγραφή με βάση το βιβλικό κείμενο—και μετά χρησιμοποιούμε την αποκατάσταση για να «επιβεβαιώσουμε» το ίδιο το βιβλικό κείμενο; Ένα παράδειγμα από την Πάφο της Κύπρου που δείχνει τους κινδύνους της κυκλικής επιχειρηματολογίας—και γιατί αυτό έχει σημασία για την ερμηνεία της Καινής Διαθήκης.

Σημείωση: Η παρούσα ανάρτηση κι όσες θα ακολουθήσουν στη συνέχεια σε αυτήν τη θεματική παρουσιάζει υλικό της υπό εκπόνηση μονογραφίας μου για τις ελληνόφωνες επιγραφές και τον κόσμο της Καινής Διαθήκης.

---------------------------------

[ENG] 

Notes on epigraphic evidence and the world of the New Testament.

Each month, typically the first Monday.


Inscriptions—texts, that is, written on hard surfaces (stone, metal, ceramics, and other materials)—constitute an undeniably significant form of ancient written culture. What we have before us are not merely "words," but material monuments that are erected, displayed, and read in specific spaces: in the agora, in sanctuaries, in public buildings, along roads, or in necropoleis. In other words, an inscription is simultaneously text and object; and precisely for this reason it functions as evidence of memory, honor, power, piety, grief, expectations—but also as a trace of social relationships within the public (or semi-public) space of the city.

This "materiality" of writing is particularly significant for understanding the world of the New Testament. The first Christian communities were not born in a historical vacuum; they lived within a specific social and cultural environment, in the Greco-Roman world and, more specifically, in the eastern Roman Empire, where the Greek language functioned largely as a common code of public communication. The texts of the New Testament were written, read, and interpreted within this framework of relationships and institutions: within cities, networks, and a multilayered religious ecosystem. Therefore, the interpretation of these texts cannot be severed from the world that surrounds them. This world is not a generic and vague backdrop, but a dynamic field of interactions.

It is precisely at this point that epigraphic evidence can prove invaluable. Inscriptions cover a wide spectrum of private and public life and often preserve details that are not captured elsewhere in the same way: forms of public discourse, practices of honor and memory, institutional relationships, local particularities, as well as voices of social groups that are heard less frequently in literary sources. They can, therefore, contribute substantially so that the interpreter of the New Testament and the historian of the early Christian communities can reconstruct with greater accuracy the social environment within which these groups moved and understand within this world of ideas the texts of the New Testament.

It should be emphasized from the outset, however, something self-evident but often overlooked: epigraphy is not a "reservoir of parallels" nor a tool for easy confirmations. It is an autonomous discipline, with its own methodological tools, which requires critical processing of data. The fact that inscriptions often have immediacy does not mean that their use is simple; on the contrary, an inscription survives fragmentarily, deteriorates, is restored, is dated, and must always be situated within the context of the monument and its space.

Here two opposing dangers usually emerge. The first is to underestimate epigraphy as an "auxiliary" discipline that merely supplements other sources. The second is to overestimate it, asking inscriptions to answer questions that do not concern them or to function as direct "proofs" for biblical passages. In both cases the result is problematic. What is needed is a balanced, methodical approach: clear questions, careful evaluation of data, clear distinction between what the monument actually says and the interpretive hypotheses that may emerge.

It is with this aim that the present series will proceed. It will not attempt to gather "impressive" inscriptions that resemble specific passages, but to show how epigraphic evidence can contribute to forming a more concrete, historically grounded picture of the world of the New Testament: of the institutions and forms of power that govern the life of cities, of collective identities and social categories, of religious ecosystems and their practices, of memory and the expression of emotions. Moreover, they help us understand what it means for something to be "written" publicly—and how this public writing functions as memory, as dialogue with the reader, and as social action.

The geographical and linguistic framework of the series will be primarily the Greek-language inscriptions of the eastern Roman Empire. This choice is not accidental: it allows us to work with material that "speaks" the same language as much of the texts of the New Testament and to see with greater clarity the social framework, the religious atmosphere, the political mechanisms, and the economic networks of the world within which the first Christian groups are formed.

Next post (March): When the letters inside square brackets [ ] become "facts." What happens when we restore an inscription based on the biblical text—and then use the restoration to "confirm" that same biblical text? An example from Paphos, Cyprus that shows the dangers of circular reasoning—and why this matters for the interpretation of the New Testament.

Note: This post and those that follow in this series present material from my monograph-in-progress on Greek-language inscriptions and the world of the New Testament.

Πέτρα: η αινιγματική πόλη της Αραβικής ερήμου / Petra: The Enigmatic City of the Arabian Desert

Στο ιστολόγιο Bible History Daily (Biblical Archaeology Review) ο Glenn J. Corbett, ειδικός στην αρχαιολογία της προϊσλαμικής Αραβίας, μας ξεναγεί στην αρχαία Πέτρα, την εντυπωσιακή πρωτεύουσα των Ναβαταίων στη σημερινή Ιορδανία.

Οι Ναβαταίοι ξεκίνησαν ως νομαδικός αραβικός λαός κατά την περσική περίοδο (539-332 π.Χ.) και σταδιακά εξελίχθηκαν σε μια από τις πιο ακμάζουσες δυνάμεις της περιοχής, ελέγχοντας το εμπόριο λιβανιού και σμύρνας από τη νότια Αραβία ως τη Μεσόγειο. Ως τον 1ο αιώνα π.Χ. η Πέτρα είχε γίνει μια πλήρως ανεπτυγμένη πρωτεύουσα, αντίπαλη της Ιερουσαλήμ του Ηρώδη.

Αυτό που κάνει τους Ναβαταίους ιδιαίτερα ενδιαφέροντες είναι ο διπλός χαρακτήρας του πολιτισμού τους: αφενός, η ελληνιστική αρχιτεκτονική — λαξευτές προσόψεις, θέατρο, κολοσσαία ναοδομία, τοιχογραφίες πομπηιανού τύπου — αφετέρου, η αυθεντικά τοπική παράδοση, με υπαίθρια ιερά σε υψώματα, λιτές στήλες (betyls) ως αναπαραστάσεις των θεοτήτων τους και η λατρεία του Δουσάρη και της αλ-Ούζζα. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η υδραυλική μηχανική τους: υδραγωγεία, σωληνώσεις και φράγματα που εκμεταλλεύονταν κάθε φυσική πηγή και χειμερινή βροχή.

Η ακμή της Πέτρας δεν κράτησε πολύ. Το 106 μ.Χ. η Ναβατία προσαρτήθηκε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και, αν και η πόλη συνέχισε να ακμάζει για αρκετές δεκαετίες, η παρακμή του εμπορίου και ο καταστροφικός σεισμός του 363 μ.Χ. σήμαναν τη σταδιακή εγκατάλειψή της.

Για τον μελετητή της Καινής Διαθήκης, οι Ναβαταίοι αποτελούν σημαντικό μέρος του ιστορικού πλαισίου: ο βασιλιάς Αρέτας Δ' (9 π.Χ. – 40 μ.Χ.), στον οποίο αποδίδεται το περίφημο Khazneh ("Θησαυρός"), αναφέρεται ρητά στην 2 Κορ 11:32. Η Πέτρα δεν είναι “μία” ιστορία αλλά πολλές: ναβαταϊκή, ρωμαϊκή, και μια πορεία μετασχηματισμών στη μακρά διάρκεια της ζωής της. Μας υπενθυμίζει, επίσης, ότι η περιφέρεια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας δεν είναι στατική· αλλάζει πολιτικά καθεστώτα, διοικητική δομή και πρακτικές, πληθυσμούς και τελικά τους όρους μέσα από τους οποίους εκφράζονται οι κοινότητες και οι ταυτότητές τους. 

"Solving the Enigma of Petra and the Nabataeans"

Βιβλιογραφία

--------------------------------------

On the Bible History Daily blog (Biblical Archaeology Review), Glenn J. Corbett, a specialist in the archaeology of pre-Islamic Arabia, takes us on a tour of ancient Petra, the stunning capital of the Nabataeans in modern-day Jordan.

The Nabataeans began as a nomadic Arabian people during the Persian period (539–332 BCE) and gradually evolved into one of the most thriving powers in the region, controlling the trade in frankincense and myrrh from South Arabia to the Mediterranean. By the first century BCE, Petra had become a fully developed capital, rivalling Herod's Jerusalem.

What makes the Nabataeans particularly fascinating is the dual character of their civilization: on the one hand, Hellenistic architecture — rock-cut façades, a theatre, colossal temple construction, Pompeian-style frescoes — and on the other, an authentically local tradition, with open-air sanctuaries on high places, plain standing stones (betyls) as representations of their deities, and the worship of Dushara and al-Uzza. Equally impressive is their hydraulic engineering: aqueducts, piping systems, and dams that harnessed every natural spring and winter rainfall.

Petra's heyday did not last long. In 106 CE, Nabataea was annexed by the Roman Empire, and although the city continued to flourish for several decades, the decline of trade and the devastating earthquake of 363 CE marked its gradual abandonment.

For the student of the New Testament, the Nabataeans constitute an important part of the historical backdrop: King Aretas IV (9 BCE – 40 CE), to whom the famous Khazneh ("Treasury") is attributed, is explicitly mentioned in 2 Cor 11:32. Petra is not "one" story but many: Nabataean, Roman, and a trajectory of transformations across its long lifespan. It also reminds us that the periphery of the Roman Empire is not static; it undergoes changes in political regimes, administrative structures and practices, populations, and ultimately in the very terms through which communities and their identities find expression.

"Solving the Enigma of Petra and the Nabataeans"

Further reading 


Από τον βασιλιά στο Σινά: η θεϊκή αυθεντία της Τορά / From the King to Sinai: The Torah’s Divine Authority

Στα νομικά κείμενα της αρχαίας Εγγύς Ανατολής — από τον Κώδικα του Χαμμουραμπί έως τους χεττιτικούς και ασσυριακούς νόμους — ο νόμος επικυρώνεται από τον θεό, αλλά συντάσσεται από ανθρώπους: ο βασιλιάς νομοθετεί, βέβαια, κατόπιν θείας εντολής. Η Τορά συνιστά ριζική καινοτομία: ο ίδιος ο Θεός γίνεται νομοθέτης και ο Μωυσής απλός διαμεσολαβητής του θεϊκού λόγου. Στο πλαίσιο του ERC project How God Became a Lawgiver, ο Konrad Schmid (Πανεπιστήμιο Ζυρίχης) ιχνηλατεί τους ιστορικούς παράγοντες που οδήγησαν σε αυτήν τη μετατόπιση: την κατάρρευση της μοναρχίας μετά το 586 π.Χ., την ανάγκη να θεμελιωθεί η κανονιστική ζωή της κοινότητας χωρίς τον βασιλικό θεσμό, και τη σταδιακή θεολογική εξέλιξη του Γιαχβέ από τοπική θεότητα της καταιγίδας σε κύριο όλου του κόσμου. Σε αυτό το πλαίσιο, η Τορά λειτουργεί ως «φορητό σύνταγμα» συλλογικής ταυτότητας: δίνει κίνητρο για την τήρηση των εντολών (μνήμη, θεολογία, παιδαγωγία) και, σταδιακά, η αυθεντία μετακινείται «από τον ναό στο κείμενο». Ιδιαίτερα σημαντική είναι η κατακλείδα του άρθρου: η «θεϊκή νομοθεσία» δεν σημαίνει ένα άχρονο, αδιαπραγμάτευτο σύστημα∙ η ίδια η βιβλική παράδοση προϋποθέτει εσωτερική ερμηνεία και διαρκή εξήγηση — κάτι που μπορεί να προστατεύει, αλλά και να οδηγήσει σε κατάχρηση, όταν «ανθρώπινοι» νόμοι αποκτούν μεταφυσικό κύρος.

Konrad Schmidt, "Why the Torah’s Law Is from God"


Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Eugesta 15 (2025)

Kυκλοφόρησε το τεύχος 15 (2025) του ηλεκτρονικού περιοδικού για τις σπουδές φύλου στην αρχαιότητα Eugesta, με επτά πολύ ενδιαφέροντα άρθρα που εκτείνονται από τον Πλάτωνα έως τη γυναικεία αναγνωστική πράξη κατά το 16ο αιώνα. Η θεματική ποικιλία του τεύχους αντανακλά την πλούσια παράδοση των σπουδών φύλου στις κλασικές σπουδές: από τη βιολογία και την πολιτική στον Πλάτωνα, το ρωμαϊκό χορό και τη γυναικεία τρίτη ηλικία, την αφιέρωση μνημείων ύδρευσης από γυναίκες ευεργέτιδες στο ανατολικό τμήμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, έως τις θεοποιήσεις της Ινούς στον Οβίδιο και την "παρακωμωδία" (κωμικές παραστάσεις παρεμβαλλόμενες σε τραγικά θεάματα) με αποκλειστική γυναικεία παρουσία. Όλα τα άρθρα είναι ελεύθερα διαθέσιμα. 

-------------------

[ENG] 

Issue 15 (2025) of Eugesta, the electronic journal for gender studies in antiquity, has been published, featuring seven very interesting articles ranging from Plato to female reading practices in the 16th century. The thematic variety of the issue reflects the rich tradition of gender studies in classical scholarship: from biology and politics in Plato, Roman dance and female old age, the dedication of waterworks monuments by female benefactors in the eastern part of the Roman Empire, to the deifications of Ino in Ovid and "paracomedy" (comic performances interpolated into tragic spectacles) with an exclusively female presence. All articles are open access.

Eugesta 15 (2025)

Currents in Theology and Mission 53/1 (2026)

Currents in Theology and Mission 53/1 (2026)

Στο τρέχον τεύχος, που αποτελεί και τον τιμητικό τόμο για τους Rev. Dr. Winston Persaud και Dr. May Burt Persaud δημοσιεύονται και τα εξής άρθρα βιβλικού ενδιαφέροντος;

  • Ann L. Fritschel, "The Spiritual Practice of Biblical Translation" (ΟΑ)
  • Allison R. deForest, "Planted by Water: he Legacy of May Burt Persaud" (OA)
  • S. D. Giere, "Creation Story or Origin Story: Revisiting Day One (Genesis 1:1-5)" (OA)

OA: Hebraismen in den aramäischen Texten vom Toten Meer

Στη σελίδα του πανεπιστημιακού εκδοτικού οίκου Winter (Heidelberg) διατίθεται σε ανοιχτή πρόσβαση τη μονογραφία του Christian Stadel,
Hebraismen in den aramäischen Texten vom Toten Meer (Schriften der Hochschule für Jüdische Studien Heidelberg 11, 2008). Η μελέτη αυτή εξετάζει συστηματικά τη γλωσσική επίδραση της εβραϊκής στα αραμαϊκά κείμενα από το Qumran. Αναλύονται ένα ευρύ φάσμα κειμένων—από το Απόκρυφο Γενέσεως και τις Διαθήκες Πατριαρχών έως τα αραμαϊκά τμήματα του Ενώχ και των targumim. Πρόκειται για μία αξιόλογη συμβολή στην κατανόηση της γλώσσας του Ιουδαϊσμού του Δεύτερου Ναού και της πραγματικότητας της διγλωσσίας των κοινοτήτων που παρήγαγαν αυτά τα κείμενα.

Christian Stadel, Hebraismen in den aramäischen Texten vom Toten Meer (Schriften der Hochschule für Jüdische Studien Heidelberg 11, 2008)

ISBN: 978-3-8253-8770-9

Άδεια:  CC BY-NC-ND 4

--------------------------------

[ENG] 

The academic publisher Universitätsverlag Winter (Heidelberg) has made available in open access the monograph by Christian Stadel, Hebraismen in den aramäischen Texten vom Toten Meer (Schriften der Hochschule für Jüdische Studien Heidelberg 11, 2008). This study systematically examines the linguistic influence of Hebrew on the Aramaic texts from Qumran. A wide range of texts is analyzed—from the Genesis Apocryphon and the Testaments of the Patriarchs to the Aramaic sections of Enoch and the Targumim. This is a valuable contribution to understanding the language of Second Temple Judaism and the bilingual reality of the communities that produced these texts.

Christian Stadel, Hebraismen in den aramäischen Texten vom Toten Meer (Schriften der Hochschule für Jüdische Studien Heidelberg 11, 2008)

ISBN: 978-3-8253-8770-9

Άδεια:  CC BY-NC-ND 4

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Από την «ασυνέχεια» στη συνοχή: η 2 Κλήμεντος και η σωτηρία ως ευεργεσία / From “Discontinuity” to Coherence: 2 Clement and Salvation as Benefaction

Μπορεί ένα «αινιγματικό» και φαινομενικά «χωρίς συνοχή» κείμενο να αποκτήσει ξαφνικά νόημα και σαφέστερη εσωτερική οργάνωση; Μια νέα μελέτη υποστηρίζει ότι το πρόβλημα δεν είναι το κείμενο· είναι η ερμηνευτική οπτική μέσα από την οποία το προσεγγίζουμε. Οι Devin Arinder και Ernest van Eck συνδυάζουν τη γνωσιακή γλωσσολογία με τη μελέτη της αρχαίας πατρωνίας και της ευεργεσίας και προτείνουν μια νέα ανάγνωση της Β΄ Κλήμεντος. Στο προτεινόμενο μεθοδολογικό πλαίσιο, η σωτηρία κατανοείται ως ευεργεσία που περιμένει ανταπόκριση με ορίζοντα την κρίση και την τελική δικαίωση. Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι μόνο με το κατάλληλο εννοιολογικό πλαίσιο γίνεται σαφής η νοηματική συνοχή του κειμένου.

Το άρθρο επιχειρεί μια ενδιαφέρουσα εφαρμογή της γνωσιακής γλωσσολογίας σε κείμενο των Αποστολικών Πατέρων καιχ` προτείνει έναν φρέσκο τρόπο να ξαναδιαβαστούν οι απότομες μεταβάσεις και οι παραινέσεις ως μέρη ενός ενιαίου σχήματος σχέσης «ευεργέτη» και «ευεργετούμενου». Ωστόσο, μένει ανοιχτό το ερώτημα, αν ο περιορισμός σε ένα μόνο πρίσμα—τη σχέση πάτρωνα/ευεργέτη και πελάτη/ευεργετούμενου—αδικεί την πολυπλοκότητα του κειμένου, υποβαθμίζοντας άλλες θεολογικές διαστάσεις ή ρητορικές στρατηγικές. Επιπλέον, αν δεχτούμε ότι τα κεφάλαια 19–20 είναι γνήσια (κάτι που οι συγγραφείς δεν δέχονται), πόσο θα επηρέαζε αυτό την ανάλυση και τα συμπεράσματά τους;

Devin Arinder - Ernest van Eck, "An apostolic enigma? Dispelling the incoherence of Second Clement through the patron–client frame" HTS 82/1 (2026). DOI: https://doi.org/10.4102/hts.v82i1.11027

---------------------------

[ENG]

Can an “enigmatic” and seemingly “incoherent” text suddenly acquire meaning and a deep underlying logic? A recent study argues that the problem is not the text—it is the interpretive lens through which we approach it. Devin Arinder and Ernest van Eck combine cognitive linguistics with the study of ancient patronage and benefaction and propose a new reading of this early Christian text. In this patron-client framework, salvation is understood as a benefaction that calls for a response, with the horizon of judgment and final vindication. The authors argue that only with the appropriate conceptual framework can the text’s semantic coherence become clear.

The article offers an original application of cognitive linguistics to a text from the Apostolic Fathers and advances a fresh interpretation. Still, one may ask whether restricting the analysis to a single lens—namely the patron/benefactor and client/beneficiary relationship—does justice to the text’s possible complexity, and whether, as a result, important theological dimensions or rhetorical strategies may be overlooked. Moreover, if we were to accept chapters 19–20 as authentic (something the authors do not accept), how would that affect the analysis and the article’s final conclusions?

Devin Arinder - Ernest van Eck, "An apostolic enigma? Dispelling the incoherence of Second Clement through the patron–client frameHTS 82/1 (2026). DOI: https://doi.org/10.4102/hts.v82i1.11027

Zeitschrift für Neues Testament 55 (2025)

Το νέο τεύχος του γερμανικού περιοδικού ZNT φιλοξενεί μελέτες που προτείνουν την κριτική θεώρηση των «μεγάλων αφηγήσεων» για τις απαρχές του Χριστιανισμού. Οι συντελεστές του τεύχους υπενθυμίζουν ότι η γνώση μας για το πρώιμο Χριστιανισμό δεν είναι ούτε ουδέτερη ούτε πλήρης· βασίζεται σε υποθετικά μοντέλα που αποπειρώνται να ερμηνεύσουν αποσπασματικές πηγές. Το τεύχος ενθαρρύνει μια παραγωγική και κριτική στάση απέναντι στον υποθετικό χαρακτήρα της ιστορίας, προειδοποιώντας ότι όταν αυτή η ευρύτητα περιοριστεί, η ιστορία "παγώνει" και μεταμορφώνεται σε μία δήθεν αδιάσειστη αλήθεια - κάτι που οδηγεί σε αναχρονισμούς, αποκλεισμούς και ιδεολογικοποιήσεις.

--------------------

[ENG] 

The new issue of the German journal ZNT features studies that advocate for a critical examination of the "grand narratives" concerning the origins of Christianity. The editors of the issue remind us that our knowledge of early Christianity is neither neutral nor complete; it is based on hypothetical models that attempt to interpret fragmentary sources. The issue encourages a productive and critical stance toward the hypothetical character of history, warning that when this openness is constrained, history "freezes" and transforms into a supposedly unshakeable truth—something that leads to anachronisms, exclusions, and ideological appropriations.

---------------------

 Zeitschrift für Neues Testament 55 (2025)

Ursprungsparadigmen 

Editorial

  • Wolfgang Grünstäudl, "Innovation in exegesegeschichtlicher Sicht. Ein Werkstattbericht"

Zum Thema

  • Sandra Huebenthal, "Einleitung weiter denken. Das Neue Testament als Familienalbum"
  • Jan Heilmann, "Das Paradigma des Urtextes in der neutestamentlichen Forschung"
  • Robyn Faith Walsh, "Jenseits der Gemeinde. Eine Neubewertung der Entstehungskontexte der Evangelien"

Kontroverse

  • Michael Sommer, "Geschichte in Geschichten. Einführung in die Kontroverse"
  • Udo Schnelle, "Einleitung als kritisch-konstruktive Basiswissenschaft"
  • Markus Vinzent, "Konstruktivität der neutestamentlichen Einleitungswissenschaft"

Hermeneutik

  • Michael Sommer, "Geschichte und die Schulbücher"

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Happy International Septuagint Day!

 Happy International Septuagint Day!

Journal for the Study of Judaism 57/1 (2026)

 Journal for the Study of Judaism 571 (2026)

  • Annie Calderbank, "The Elusive Presence of God in Ezekiel’s Exagoge: A Proposal for Reading a Fragmented Text," 1–33 (OA)
  • Martina Korytiaková, "Who Ought to Be Sentenced to Death and Why? Reasons and Legal Justifications of the Death Penalty in the Book of Judith," 34–62 (abstract)
  • Ariel Feldman - Faina Feldman, "A Hebrew Liturgical Text from Dura-Europos (D.Pg. 25): New Readings and Interpretations," 63–101 (abstract)