Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2015

Τα θαύματα στη συνοπτική παράδοση (1): εισαγωγικές παρατηρήσεις / Miracles in the Synoptic tradition (1): some introductory remarks

Το θαύμα αποτελεί ένα από τα δύσκολα ζητήματα της χριστιανικής πίστης ιδιαίτερα στη σύγχρονη εποχή. Η δυσκολία αυτή αποτυπώνεται γενικά και στους ορισμούς, οι οποίο δόθηκαν κατά καιρούς σε αυτό. 
Έτσι ως θαύμα συχνά ορίζεται –στη δυτική κυρίως θεολογία του παρελθόντος αλλά και σε απολογητικά κείμενα στον ελλαδικό χώρο - ένα συμβάν το οποίο υπερβαίνει τη φύση και καταργεί τους νόμους της. Αυτή η ιδέα καλλιεργήθηκε κυρίως στους κόλπους της σχολαστικής θεολογίας και οδήγησε σε λογικά αδιέξοδα κυρίως μετά τη χειραφέτηση και αλματώδη ανάπτυξη των θετικών επιστημών.
Σύμφωνα με τον Ορθόδοξο θεολόγο Ν. Ματσούκα (1988: 161) "το θαύμα εντάσσεται στην όλη πορεία της ιστορίας της θείας οικονομίας και ποτέ δε θεωρείται σαν κάτι ξεχωριστό, πολλές φορές ούτε καν φαίνεται η ιδιαιτερότητά του μέσα στην ιστορία και στη ζωή της κοινότητας. Η ίδια η ιστορία και η ζωή είναι ένα θαύμα". Τα θαύματα έχουν εκκλησιαστική προοπτική, ακόμη κι όταν φαίνεται να εμπλέκουν μεμονωμένα πρόσωπα και αφορούν επομένως σε όλη την εκκλησιαστική κοινότητα. Φανερώνουν τη θεία δόξα στον κόσμο, τον μεταμορφώνουν, τον οδηγούν και τον διδάσκουν. 
Την ίδια σύνδεση μεταξύ ιστορίας της σωτηρίας και θαυμάτων κάνει και ο R.H. Fuller (1967: 17), o οποίος μιλά για δύο κύρια θαύματα της Π.Δ. και της Κ.Δ.: την Έξοδο και την ενανθρώπιση του Χριστού. Στη συνέχεια εντοπίζει τα λεγόμενα προπαρασκευαστικά θαύματα, τα οποία προετοιμάζουν την πραγματοποίηση των δύο κύριων θαυμάτων, και τα λεγόμενα συμπληρωματικά / συνοδευτικά θαύματα, τα οποία κινούνται παράλληλα με τα κύρια θαύματα και αποκαλύπτουν μέρος τους (π.χ. Έξοδος - διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας, ενανθρώπιση - θεοφάνεια στη βάπτιση / η θαυμαστή σύλληψη του Ιησού).
Η περιγραφή του Ν. Ματσούκα αλλά και οι διευκρινίσεις του R.H. Fuller μας φέρνουν κοντά στον τρόπο που κατανοείται το θαύμα μέσα στα κείμενα της Αγίας Γραφής και ιδιαίτερα των ευαγγελίων με τα οποία θα ασχοληθούμε. Σε αυτά τα τελευταία ένα θαύμα δε μπορεί να αποτελέσει από μόνο του απόδειξη της θεότητας του Ιησού (ο ίδιος ο Ιησούς αρνείται να δώσει «σημεῖον», ένα είδος διαπιστευτηρίων της θεότητάς του, στους Φαρισαίους που το ζητούν επίμονα). Για τα κείμενα της Κ.Δ. η θεότητα του Ιησού δεν αποτελεί μία αφηρημένη έννοια, η οποία χρήζει απόδειξης, αλλά συστατικό στοιχείο της προσωπικότητας του Ιησού, η οποία εκδηλώνεται πολλαπλώς (για παράδειγμα όχι μόνο με τα θαύματα αλλά και με τη διδασκαλία). Επιπλέον, όπως τα ίδια τα κείμενα αποκαλύπτουν, τα θαύματα συχνά αμφισβητήθηκαν από τους συγχρόνους του Ιησού ή αποδόθηκαν σε δαιμονικές δυνάμεις. Θα πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι τα θαύματα δεν αποτελούν αποκλειστικό προνόμιο της χριστιανικής πίστης, αλλά θαύματα μαρτυρούνται και στον αρχαίο Ιουδαϊσμό και στον εθνικό κόσμο.
Αυτό που προσιδιάζει στα θαύματα των ευαγγελίων είναι η σύνδεσή τους με την αποκάλυψη της θείας δόξας και η θέση τους μέσα στην ιστορία της Θείας Οικονομίας. Έτσι είναι επιτυχής ο ορισμός που δίνει ο καθ. της Κ.Δ. Β. Kollmann (2007:10): 
«Για τον αρχαίο τρόπο σκέψης ένα θαύμα δημιουργεί την εντύπωση του εξαιρετικού γεγονότος, το οποίο βρίσκεται έξω από τα πλαίσια του συνηθισμένου και το οποίο παραπέμπει σε μία ανώτερη δύναμη. Το θαύμα δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να βιώσει ιδιαίτερα έντονα την παρουσία και την ενέργεια της θείας παρουσίας η οποία εισδύει σε ολόκληρο τον κόσμο».


Δεν υπάρχουν σχόλια: