Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Η Γραφή ως τεκμήριο λαϊκής ευσέβειας: ένα χριστιανικό φυλακτό του 3ου αι. μ.Χ. βόρεια των Άλπεων / Scripture as Evidence of Popular Piety: A Christian Amulet from the 3rd Century CE North of the Alps

Μια εντυπωσιακή ανακάλυψη φέρνει στο φως την παλαιότερη επιγραφική χριστιανική μαρτυρία βόρεια των Άλπεων  και μας δείχνει πώς οι αρχαίοι χριστιανοί «ξαναδιάβαζαν» τον Παύλο. Πρόκειται για ένα φυλακτό (3,5 εκ.) που περιείχε ένα ασημένιο έλασμα (35-90 χιλ.) με μία εκτενή λατινική επιγραφή (18 στ.). Aς σημειωθεί ότι το υλικό για τέτοιου είδους αντικείμενα είναι συνηθισμένο (ενώ ελάσματα από μόλυβδο χρησιμοποιούνται στις defixiones). Η ανάγνωση του κειμένου κατέστη δυνατή μέσω αξονικής τομογραφίας (CT) και ψηφιακής “αποτύλιξης”, ακριβώς επειδή το άνοιγμα του ελάσματος θα οδηγούσε σε καταστροφή.

To φυλακτό (Φωτο: U. Dettmar, AMF)

Το φυλακτό κι ο σκελετός
(© Monument Office of the City of Frankfurt am Main, photo: Michael Obst )

Το φυλακτό βρέθηκε στο λαιμό ενός νεκρού άνδρα 35-45 ετών σε τάφο του ρωμαϊκού νεκροταφείου της αρχαίας Nida (περιοχή της σημερινής Φρανκφούρτης στο Praunheim). Η Nida υπήρξε στρατιωτική βάση κατά τον 1ο αι. μ.Χ. και εξελίχθηκε σε σημαντικό οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο κατά τον 2ο αι. μ.Χ. (civitas Taunensium) Η εγκατάλειψη της πόλης περί το 260 μ.Χ. παρέχει ένα ασφαλές terminus ante quem, ενώ τα κτερίσματα του τάφου (π.χ. θυμιατήριο και κεραμικό αγγείο) τοποθετούν την ταφή μεταξύ 230–260 μ.Χ. Κατά τις εκτιμήσεις των ειδικών πρόκειται για την αρχαιότερη μαρτυρία για τη χριστιανική παρουσία στην περιοχή βόρεια των Άλπεων (οι προηγούμενες μαρτυρίες χρονολογούνται στον 4ο αι.).

Το ασημένιο έλασμα
[© Leibniz Institute for Archaeology
in Mainz (LEIZA)]


Το Κείμενο και η σημασία του
Το κείμενο, γραμμένο σε επισεσυρμένη λατινική γραφή, τη γραφή δηλαδή των καθημερινών κειμένων και των defixiones, περιέχει μία σειρά επικλήσεων και αιτήσεων για προστασία και παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για παλαιογραφικούς, ιστορικούς λόγους και για την ιστορία του κειμένου και της πρόσληψής του κατά τον 3ο αι. μ.Χ. 
Το κείμενο της επιγραφής έχει ως εξής: 

1 IN NOMINE SANCTI TIT̅ I
2 AGIOS AGIOS AGIOS
3 IN NOMINE I͞H X͞P DEI F(ilii)
4 MVNDI DOMINVS
5 VIRIBVS OMNIBVS
6 INCVRSIONIBVS OPONIT
7 DEVS VALETVDINIBVS
8 SALVIS ACCESSVM
9 PRAESTAT HAEC SALUS TVEAT
10 HOMINEM QVI SE
11 DEDIT VOLVNTATI
12 DOMINI I͞H X͞P TI DEI F(ilii)
13 QVONIAM I͞ H X͞PO
14 OMNES GENVA FLEC
15 TENT CAELESTES
16 TERRESTRES ET
17 INFERI ET OMNIS LIN
18 GVA CONFITEATVR

(και η μετάφραση με βάση την αποκατάσταση του Santiago Guijarro: Στο όνομα του Αγίου Τίτου. Άγιος, Άγιος, Άγιος. Στο όνομα του Ιησού Χριστού Υιού του Θεού, ο Κύριος του κόσμου με όλη τη δύναμή του αντιτάσσεται στις επιθέσεις. Ο Θεός στις θεραπευμένες ασθένειες δίνει πρόσβαση. Αυτή η σωτηρία (ή: αυτό το φυλακτό) ας προστατεύει τον άνθρωπο που τον εαυτό του παρέδωσε στη βούληση του Κυρίου Ιησού Χριστού Υιού του Θεού. Επειδή ενώπιον του Ιησού Χριστού όλοι θα λυγίσουν τα γόνατα – οι ουράνιοι, οι επίγειοι και οι υπόγειοι – και κάθε γλώσσα θα ομολογήσει.)
Ειδικότερα: 
  • Η γλώσσα του κειμένου είναι στα λατινικά, κάτι ασυνήθιστο, αφού συνήθως φυλακτά και defixiones γράφονταν στα ελληνικά και με εβραϊκά/αραμαϊκά στοιχεία ή voces magicae
  • Δεν υπάρχει επίκληση σε διάφορους θεούς και δυνάμεις, αλλά στον απόστολο Τίτο (πιθανόν τον συνεργάτη του Παύλου) και στον Ιησού Χριστό. Ας σημειωθεί ότι είναι το πρώτο κείμενο αυτού του είδους που αναφέρεται στον Τίτο 
  • Το όνομα του Ιησού Χριστού γράφεται ως nomen sacrum στα ελληνικά (aυτό υποδηλώνει προφανώς την ιερότητα που ο συγγραφέας του κειμένου αποδίδει στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού
  • O τρισάγιος ύμνος, γνωστός από τη λειτουργική πράξη της αρχαίας Εκκλησίας είναι στα ελληνικά, γραμμένος με λατινικούς χαρακτήρες, κάτι που ίσως υποδηλώνει την εδραιωμένη λειτουργική του πράξη ως δοξολογική φόρμουλα
  • Οι τίτλοι που αποδίδονται στον Ιησού Χριστό («υιός του Θεού, κύριος του κόσμου) παραπέμπει στην αυτοκρατορική ορολογία για το πρόσωπο του αυτοκράτορα κι έχει, επομένως, ιδιαίτερη σημασία ως ομολογία σε μία εποχή που οι χριστιανοί διώκονται
  • Το κείμενο κλείνει με μία σχεδόν κατά λέξη παράθεση στα λατινικά από το χριστολογικό ύμνο της και συγκεκριμένα το χωρίο 2:10-11
Η παράθεση του Φιλ 2:10-11
Το συγκεκριμένο καινοδιαθηκικό παράθεμα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ειδικότερα, το φυλακτό από την Φρανκφούρτη διασώζει την αρχαιότερη μαρτυρία του συγκεκριμένου χωρίου στα λατινικά (ο αρχαιότερος μάρτυρας του ελληνικού κειμένου είναι ο Ρ46, περ. 200 μ.Χ.). Αποτελεί, επομένως, μία από τις αρχαιότερες μαρτυρίες της Vetus Latina, των λατινικών μεταφράσεων, δηλαδή, πριν την Vulgata του Ιερωνύμου. 
Είναι επίσης ενδιαφέρουσες οι αλλαγές τις οποίες κάνει ο συγγραφέας του κειμένου στο συγκεκριμένο φυλακτό, οι οποίες κατά την εξαιρετική ανάλυση του Guijarro έχουν και βαθύτερη θεολογική σημασία:
  • Το κείμενο εισάγεται με το αιτιολογικό quoniam αντί του τελικού/συμπερασματικού «ἵνα» του ελληνικού πρωτοτύπου. Έτσι η προσκύνηση των πάντων στον Ιησού αποτελεί την απόδειξη της δύναμης του Ιησού (ενώ το τελικό ή συμπερασματικό «ἵνα» υποδηλώνει ότι η καθολική υποταγή είναι η συνέπεια της κένωσης και της υπακοής του Χριστού. Με αυτόν τον τρόπο, το φυλακτό μετατρέπει τον θεολογικό ύμνο ταπείνωσης σε κείμενο δύναμης και προστασίας. 
  • Αποδίδει με το omnes genua και το μελλοντικό χρόνο flectent, κάτι που ταιριάζει στον αποτροπαϊκό χαρακτήρα του φυλακτού.
Συμπερασματικά
Το φυλακτό της Φρανκφούρτης αποτελεί ένα ακόμη εξαιρετικό παράδειγμα του πώς η επιγραφική υποστηρίζει τη μελέτη της ιστορίας του κειμένου της Καινής Διαθήκης και της πρόσληψής του κατά την αρχαιότητα. Αποτελεί, επίσης, μία σημαντική μαρτυρία για το πώς εκείνοι οι αρχαίοι χριστιανοί βίωσαν την πίστη τους. Η αναφορά στον Τίτο και το παύλειο κείμενο, στην προκειμένη περίπτωση, βεβαιώνει τη σημασία που έχει η παύλεια παράδοση σε αυτήν την πρώιμη περίοδο στο δυτικό τμήμα της αρχαίας Εκκλησίας. 
Οι επικλήσεις στο πρόσωπο του Ιησού, ο χαρακτήρας του ευρήματος και ο τρόπος που αξιοποιείται το Φιλ 2:10-11  υπενθυμίζουν  ότι υπήρχαν πολλοί τρόποι να είσαι χριστιανός στον 3ο αιώνα – και ότι η θρησκεία των καθημερινών ανθρώπων, αυτών που αγωνίζονταν να επιβιώσουν στα σύνορα της αυτοκρατορίας, είχε τις δικές της στρατηγικές ανάγνωσης της Γραφής και συχνά αξιοποιεί το βιβλικό κείμενο ως αντικείμενο πίστης. Ο ίδιος βιβλικός στίχος μπορεί να σημαίνει διαφορετικά πράγματα για διαφορετικούς ανθρώπους – και ότι αυτό είναι μέρος της πλούσιας ιστορίας της πρώιμης Εκκλησίας.

Βιβλιογραφία
--------------------------------------------------------------------------
A remarkable discovery reveals how ancient Christians "re-read" Paul for everyday protection
A remarkable discovery brings to light the earliest Christian evidence north of the Alps. An amulet (3.5 cm) containing a silver sheet (35-90 mm) with an 18-line Latin inscription was found around the neck of a man aged 35-45 in a tomb at the Roman cemetery of ancient Nida (modern Frankfurt, Praunheim). Reading the text was made possible through CT scanning and digital "unrolling."
The city's abandonment around 260 CE provides a secure terminus ante quem, while the tomb's grave goods place the burial between 230–260 CE. This is the earliest epigraphic evidence of Christian presence in the region north of the Alps (previous evidence dates to the 4th century).

The Text and Its Significance
The text, written in cursive Latin script—the script of everyday texts—contains a series of invocations and requests for protection. The English translation (based on Santiago Guijarro's reconstruction):

"In the name of Saint Titus. Saint, Saint, Saint. In the name of Jesus Christ Son of God. The Lord of the world with all his might faces attacks. God, to the diseases healed grants access. This salvation (this amulet?) may protect the man who himself surrendered to the will of the Lord Jesus Christ Son of God. For before Jesus Christ everyone knees shall bend, those of heavens, those of the earth and those underneath and all tongue confess."

Key features:
  • Written in Latin (unusual—most amulets were in Greek with Hebrew/ Aramaic elements and voces magicae)
  • Invokes the apostle Titus (probably Paul's collaborator) and Jesus Christ—the first text of this kind referring to Titus
  • Jesus Christ's name written as Greek nomina sacra, indicating veneration
  • The Trisagion in Greek written with Latin characters, suggesting established liturgical practice
  • Titles for Jesus ("Son of God," "Lord of the world") echo imperial terminology—a significant confession in an era of persecution
  • Closes with an almost word-for-word Latin quotation from Philippians 2:10-11

The Philippians 2:10-11 Quotation
This is of special interest. The Frankfurt amulet preserves the earliest witness of this passage in Latin (the earliest Greek witness is P46, ca. 200 CE), making it one of the earliest attestations of the Vetus Latina.
The changes made by the author have deeper theological significance (Guijarro's analysis):
The text is introduced with the causal "quoniam" instead of the final "ἵνα" of the Greek original. Thus the worship of all to Jesus constitutes proof of Jesus' power (while the Greek "ἵνα" indicates that universal submission is the consequence of Christ's kenosis and obedience).
It renders with "omnes genua" and the future tense "flectent," which suits the apotropaic character of the amulet.
With this change, the amulet transforms the theological hymn of humiliation into a text of power and protection.

In Conclusion
The Frankfurt amulet exemplifies how epigraphy supports the study of New Testament textual history and its ancient reception. The reference to Titus and the Pauline text confirms the importance of Pauline tradition in the early western Church.
The invocations to Jesus, the character of the find, and the way Phil 2:10-11 is utilized remind us that there were many ways to be Christian in the 3rd century—and that the religion of everyday people struggling to survive on the empire's frontiers had its own reading strategies for Scripture and often utilized biblical text as an object of faith. The same biblical verse could mean different things to different people—and this is part of the rich history of the early Church.

Bibliography:

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

Vetus Testamentum 76/1 (2026)

Vetus Testamentum 76/1 (2026)

  • Idan Dershowitz - Na’ama Pat-El, "The Forgotten Meaning of אוֹת"  (OA)
  • David J. Forward, "Why Susa? A Textual Explanation of Daniel 8:2," 44–65 (OA)
  • David Alan Hannan, "Seen from Afar: Genesis 22:4 in Comparative Perspective," 66–91 (abstract)
  • Ekaterina E. Kozlova, "On Wings like Eagles!” (Isa 40:31): Hybridity, Indefatigability, and Wings in Deutero-Isaiah’s Vision of Restoration," 92–122 (OA)
  • Norman Simon Rodriguez, "Manasseh, not Moses: A Case for the Masoretic Reading in Judges 18:30," 123–132 (abstract)
  • Jeremy Schipper - Jeffrey Stackert, "On the Root גאל II, 'To Diminish'," 133–154 (OA)

Dead Sea Discoveries 32/3 (2025)

 Dead Sea Discoveries 32/2 (2025)

  • Jeffrey M. Cross, "Out of Many, One: The Sons of Zadok and the Compositional Coherence of the Cave 1 Rule Scroll (1QS-1QSa-1QSb)," 273–307 (OA)
  • Wenyue Qiang,  "'Lest the King be Captured': Legal Scripturalization in the King’s Guards Law of the Temple Scroll," 308–342 (OA)
  • Michael Press,  "Fake Dead Sea Scrolls: Towards a Full History," 343–377 (abstract)

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Old Testament Essays 38/3 (2025)

 Old Testament Essays 38/3 (2025)

Journal of Greco-Roman Christianity and Judaism 21 (2025)

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Διαβάζοντας ξανά τον Ωριγένη: σωκρατική διαλεκτική & πολιτική θεολογία στο Κατά Κέλσου / Origen and Contra Celsum: Socratic Dialectic & Political Theology

Στη σειρά των άρθρων του Ancient Jew Review που συζητούν τη νέα μετάφραση του Κατά Κέλσου του Ωριγένη από τους Joseph Trigg και Robin Darling Young, έχουν αναρτηθεί δύο ιδιαίτερα ενδιαφέροντα νέα κείμενα.

Το πρώτο άρθρο, του Mark Randall James, προτείνει να διαβαστεί το έργο του Ωριγένη ως φιλοσοφική άσκηση σε σωκρατικό-διαλεκτικό ύφος: ένας τρόπος φιλοσοφείν που δεν εξαντλείται στο επίπεδο τεχνικών εννοιών και σχολαστικής επιχειρηματολογίας, αλλά στοχεύει στην εξέταση πεποιθήσεων και στην παιδαγωγική ωφέλεια των «κοινών ανθρώπων». Ο James υποστηρίζει πως ο Ωριγένης, ακολουθώντας το παράδειγμα του Σωκράτη και του Επίκτητου, επιστρέφει σε θεμελιώδεις έννοιες της στωικής φιλοσοφίας όχι για να καταλήξει σε αφηρημένους ορισμούς, αλλά για να τις ενεργοποιήσει στην καθημερινή ζωή. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η έμφαση στη χρήση στωικής λογικής και στη σύνδεση της διαλεκτικής με ένα είδος φιλοσοφικής αγωγής που ο Ωριγένης θεωρεί και θεολογικά θεμιτή.

Mark Randall James, "Contra Celsum as Socratic Philosophy

Στο δεύτερο άρθρο, του Samuel Pomeroy, ο Ωριγένης αναδεικνύεται ως στοχαστής που επεξεργάζεται μια πολιτική θεολογική προσέγγιση της προ-Κωνσταντίνειας Εκκλησίας. Σε αυτήν η κοσμική τάξη, ο νόμος και η δημόσια λατρεία διαβάζονται μέσα από τον άξονα Λόγος–δαίμονες–ἔθνη. Ο συγγραφέας δείχνει πώς η ωριγενική δαιμονολογία λειτουργεί ως ερμηνευτικό κλειδί για τη σύγκρουση ανάμεσα στον «φυσικό νόμο» και στις τοπικές/εθνικές νομοθεσίες, και πώς ο Ωριγένης μετατοπίζει τη συζήτηση από μια απλή αποδοχή του κοσμοπολιτικού πλαισίου του Κέλσου προς ένα νέο σχήμα, όπου ο Χριστός-Λόγος γίνεται το κριτήριο της ηθικής και της πολιτικής τάξης. Έτσι, η κοσμοπολιτική προοπτική του Ωριγένη δεν εδράζει σε μια παγκόσμια πολιτεία, αλλά σε ένα καθολικό ήθος προσανατολισμένο προς τον Λόγο—μια θεώρηση που τον τοποθετεί σε γόνιμο διάλογο με σύγχρονες συζητήσεις περί φυσικού δικαίου, οικολογίας και παγκόσμιων θρησκειών.


------------------------------------------------

In the series of articles published by Ancient Jew Review discussing the new translation of Origen's Contra Celsum by Joseph Trigg and Robin Darling Young, two particularly interesting new pieces have been posted.

The first article, by Mark Randall James, proposes reading Origen's work as a philosophical exercise in Socratic-dialectical style: a mode of philosophizing that is not exhausted at the level of technical concepts and scholastic argumentation, but aims at the examination of beliefs and the pedagogical benefit of "ordinary people." James argues that Origen, following the example of Socrates and Epictetus, returns to fundamental concepts of Stoic philosophy not to arrive at abstract definitions, but to activate them in everyday life. Particularly interesting is the emphasis on the use of Stoic logic and the connection of dialectic with a kind of philosophical training that Origen considers theologically legitimate as well.

Mark Randall James, "Contra Celsum as Socratic Philosophy"

In the second article, by Samuel Pomeroy, Origen emerges as a thinker who develops a political-theological approach of the pre-Constantinian Church. In this approach, worldly order, law, and public worship are read through the axis of Logos–demons–nations. The author shows how Origenian demonology functions as an interpretive key to the conflict between "natural law" and local/national legislations, and how Origen shifts the discussion from a simple acceptance of Celsus's cosmopolitan framework toward a new scheme, where Christ-Logos becomes the criterion of moral and political order. Thus, Origen's cosmopolitan vision is not grounded in a worldwide state, but in a universal ethos oriented toward the Logos—a view that places him in fruitful dialogue with contemporary discussions concerning natural law, ecology, and world religions.

Samuel Pomeroy, "Origen as Political Theologian"

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Λόγος, Σοφία και Χριστολογία: πριν από τον Ιωάννη, ήταν ο Λουκάς / Logos, Wisdom and Christology: Before John there was Luke

 Hervormde Teologiese Studies 82:1 (2026)

Deky H.Y. Nggadas, "Before John, there was Luke: A literary exploration of Lukan and Johannine Logosology"

Αρχεία γνώσης στην Ασσυρία: η “μεγαλύτερη βιβλιοθήκη” και οι ερμηνευτικές της συνέπειες / Archives of Knowledge in Assyria: The 'Greatest Library' and Its Interpretive Implications

 Στο τρέχον τεύχος του National Geographic History (Ιανουάριος/Φεβρουάριος 2026), η Michela Piccin παρουσιάζει την ιστορία της ανακάλυψης της βιβλιοθήκης του Ασσουρμπανιπάλ στη Νινευή από τον Austen Henry Layard το 1850. Ο Ασσουρμπανιπάλ, γνωστός για την πολεμική του σκληρότητα, αναδεικνύεται ιστορικά επίσης ως βασιλιάς-«βιβλιοθηκάριος». Η βασιλική βιβλιοθήκη, που περιελάμβανε πάνω από 30.000 πήλινες πλάκες, φωτίζει όχι μόνο τη μεσοποταμιακή γραμματεία αλλά και τις σύνθετες πολιτισμικές ανταλλαγές μεταξύ Ασσυρίας, Βαβυλώνας και γειτονικών λαών, συμπεριλαμβανομένων των Εβραίων. Στο άρθρο επισημαίνεται η ειρωνεία της τύχης: η πυρκαγιά που κατέστρεψε τη Νινευή το 612 π.Χ. "έψησε" τις πήλινες πλάκες, ενισχύοντας την αντοχή τους χωρίς να καταστρέψει τις επιγραφές. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ασσυριακή λέξη girginakku για τη βιβλιοθήκη, η ανακάλυψη του Έπους του Γιλγαμές με τη διήγηση του κατακλυσμού που συγκλόνισε το βικτωριανό κοινό λόγω της ομοιότητας με τη βιβλική αφήγηση, και το γεγονός ότι παρά την ψηφιοποίηση του συνόλου των πινακίδων, μόνο περίπου 200 από αυτές έχουν αποκατασταθεί πλήρως. Πρόσφατη γερμανο-βρετανική έρευνα αποκαλύπτει ότι οι πλάκες φέρουν κολοφώνες που υποδεικνύουν κάποια μορφή καταλογογράφησης και οργάνωσης της συλλογής, στοιχείο που προσδίδει στη βιβλιοθήκη χαρακτηριστικά αναγνωρίσιμα ως βιβλιοθηκονομικά ακόμα και σήμερα.

Πηγή: Michela Piccin, "The greatest library in the world was built by this ruthless king", National Geographic History (January/February 2026)

--------------------------------------------------------------

In the current issue of National Geographic History (January/February 2026), Michela Piccin presents the story of Austen Henry Layard's 1850 discovery of Ashurbanipal's library at Nineveh. Ashurbanipal, known for his ruthless military prowess, is also historically revealed as a king-"librarian." The royal library, comprising over 30,000 clay tablets, illuminates not only Mesopotamian literature but also the complex cultural exchanges between Assyria, Babylon, and neighboring peoples, including the Hebrews. The article highlights an irony of fate: the fire that destroyed Nineveh in 612 BCE "baked" the clay tablets, strengthening them without destroying the inscriptions. Of particular interest are the Assyrian word girginakku for library, the discovery of the Epic of Gilgamesh with its flood narrative that shocked Victorian audiences due to its similarity to the biblical account, and the fact that despite digitization of all tablets, only about 200 have been fully reconstructed. Recent German-British research reveals that the tablets bear colophons indicating some form of cataloging and organization of the collection, a feature that gives the library characteristics recognizable as bibliographic even today.

Source: Michela Piccin, "The greatest library in the world was built by this ruthless king", National Geographic History (January/February 2026)

Πόλεις ή οικισμοί; Η βιβλική ορολογία υπό το φως της αρχαιολογίας / Cities or Settlements? Rethinking Biblical Terminology Through Archaeology

 Στη σελίδα Bible History Daily μπορείτε να διαβάσετε την ανάρτηση του John Drummond, “Cities in the Bible”, στην οποία παρουσιάζει το ενδιαφέρον άρθρο του John W. Herbst, “Big City, Small Town—Why Size Matters” (BAR Winter 2025). Το άρθρο θέτει  ένα θεμελιώδες ερμηνευτικό ζήτημα: η εβραϊκή λέξη עִיר χρησιμοποιείται για κάθε είδους μόνιμο οικισμό, από το μικρότερο χωριό έως τη μεγάλη μητρόπολη. Όταν οι μεταφράσεις αποδίδουν συστηματικά τον όρο ως «πόλη», δημιουργούνται εύκολα παραπλανητικές εντυπώσεις για την κλίμακα και τη σημασία των βιβλικών οικισμών· ενδεικτικά, αρχαιολογικές/δημογραφικές εκτιμήσεις υπολογίζουν τον πληθυσμό της Ιερουσαλήμ (στο απόγειό της) στους 12.000–25.000 κατοίκους, ενώ της Δαν περί τους 5.000. Το άρθρο συνδέει την παρατήρηση αυτή και με το πρόβλημα των αριθμών (π.χ. οι 28.600 “πολεμιστές” από τη Δαν στο Α΄ Χρον. 12:35), και σημειώνει ότι το אֶלֶף ίσως καλύπτει ευρύτερο σημασιολογικό φάσμα (π.χ. στρατιωτικές μονάδες ή τους επικεφαλής τους· πρβλ. אַלּוּף). Έτσι, η αρχαιολογία μπορεί να λειτουργήσει διορθωτικά στη μετάφραση και στην ερμηνεία, βοηθώντας να αποφεύγονται αναχρονισμοί στην ανάγνωση των κειμένων.

Τελικά, η συζήτηση υπενθυμίζει ότι η αρχαιολογία δεν "επιβεβαιώνει" απλώς το κείμενο, αλλά συμβάλλει στη λεπτότερη κατανόηση της γλώσσας και των μεγεθών που προϋποθέτει, περιορίζοντας αναχρονισμούς στη μετάφραση και στην ερμηνεία.

Πηγή: John Drummond, "Cities in the Bible

-------------------------------------------------------------------

On the Bible History Daily website, you can read John Drummond's post, "Cities in the Bible," in which he presents John W. Herbst's interesting article "Big City, Small Town—Why Size Matters" (BAR Winter 2025). The article raises a fundamental hermeneutical issue: the Hebrew word עִיר is used for every kind of permanent settlement, from the smallest village to the large metropolis. When translators systematically render the term as "city," they create false impressions about the size and significance of settlements. Archaeological evidence reveals that Jerusalem at its peak had 12,000-25,000 inhabitants, Dan approximately 5,000, while fewer than 20 Israelite settlements exceeded 1,000. The article also connects this observation with the problem of numbers (how could 28,600 warriors from Dan join David's army?), suggesting that the word אֶלֶף perhaps covered a broader semantic range that could denote military units or military commanders (cf. אַלּוּף). This is a characteristic example of how archaeology can help us avoid anachronisms in reading texts and functions correctively in translation and interpretation.

Ultimately, this discussion reminds us that archaeology does not merely “confirm” the text; rather, it contributes to a more nuanced understanding of the language and the scales presupposed by it, thereby limiting anachronisms in translation and interpretation.