Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2009

Bormann: Σύγχρονη ιστορική επιστήμη και εξήγηση (1) / Recent historical discourse and exegesis (1)

Σε αυτήν και σε μερικές επόμενες αναρτήσεις θα παρουσιάσουμε την περίληψη ενός άρθρου του Lukas Bormann, το οποίο δημοσιεύθηκε στο τελευταίο τεύχος του Evangelische Theologie 69,3 (2009):

“Kulturwissenschaft und Exegese. Gegenwärtige Geschichtsdiskurse und die biblische Geschichtskonzeption“, 166-185

Όπως σημειώνει και ο ίδιος ο συγγραφέας το κείμενο στηρίζεται σε μία εισήγησή του στη συνάντηση της SNTS τον Ιούλιο 2007

1. Εισαγωγή
Ο συγγραφέας στην αρχή του άρθρου του παρατηρεί ότι η επιστήμη της ερμηνείας της Κ.Δ. συχνά ανατρέχει στις μεθόδους και στις θεωρητικές βάσεις του τρόπου εργασίας της. Αυτό εν πολλοίς συνδέεται με ανάλογες κινήσεις που παρατηρούνται στις ιστορικές επιστήμες και στις ανθρωπιστικές επιστήμες γενικότερα, οι οποίες μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «πολιτισμική στροφή» (cultural turn). Αυτός ο νέος προσανατολισμός (στροφή) προκύπτει από την πράξη της ιστορικής και γενικότερα επιστημονικής έρευνας των ανθρωπιστικών επιστημών. Ο συγγραφέας σκοπεύει στο άρθρο του να συμπληρώσει τα όσα παλαιότερα διατυπώθηκαν από καθολικής πλευράς από τους Knut Backhaus / Gerd Häfner και από ευαγγελικής από τους Eckart Reinmuth / Jens Schröter σχετικά με τη σχέση της ιστορικής θεωρίας και της θεολογικά προσανατολισμένης εξήγησης της Κ.Δ.

2. Η συζήτηση περί ιστορίας και η επιστήμη του πολιτισμού
Κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες οι λεγόμενες ανθρωπιστικές επιστήμες παρουσίασαν μεγάλη εξέλιξη στη Γερμανία. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δύο ήταν οι θέσεις που κυριαρχούσαν σε αυτές. Από τη μία η θέση του Dilthey ότι οι ανθρωπιστικές επιστήμες πρέπει να ερμηνεύουν και να προσπαθούν να κατανοήσουν τις πνευματικές σχέσεις και τις «εκφράσεις της ανθρώπινης ζωής». Από την άλλη κυριαρχούσαν οι ερμηνευτικές προϋποθέσεις, οι οποίες προέκυψαν από την φιλοσοφία της ύπαρξης και αποτυπώθηκαν εν πολλοίς στο έργο του H.- G. Gadamer, Wahrheit und Methode. Οι ερμηνευτικές θέσεις μάλιστα του Gadamer επηρέασαν κι εξακολουθούν να επηρεάζουν την ερμηνεία της Κ.Δ.
Από τα τέλη του 1960 και αρχές του ’70 άρχισαν να εντάσσονται στην ερμηνεία (και γενικότερα στις ανθρωπιστικές επιστήμες) ερωτήματα προερχόμενα από την κοινωνιολογική επιστήμη, βλ. π.χ. τη Σχολή του Bielefeld, η οποία ασχολήθηκε με μεγέθη της κοινωνικής δομής όπως οικονομία, τάξεις, ελίτ κτλ. Ταυτόχρονα αναπτύσσεται η λεγόμενη μικροϊστορία που σκοπό έχει να καλύψει τα κενά της μακροϊστορίας.
Παράλληλα προς τη θεμελίωση της ιστορίας της κοινωνίας εμφανίζεται η τάση τονισμού του εξατομικευμένου ιστορικού γεγονότος ως ουσιαστικής κατηγορίας της ιστορικής έρευνας και κατανόησης. Ο Nipperdey εισάγει τον όρο της ιστορικής ανθρωπολογίας, η οποία ενδιαφέρεται για το άτομο και τον τρόπο που αυτό αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τον κόσμο. Τις ίδιες θέσεις για τη σημασία του ατόμου μέσα στην ιστορία επαναλαμβάνει και ο Burke.
Γενικά εμφανίζονται πια δύο τάσεις στην ιστορική έρευνα και ερμηνεία. Από τη μία κοινωνιολογικά και εμπειρικά προσανατολισμένη περιγραφή και ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων. Από την άλλη η επιφυλακτικότητα ότι όλα μέσα στην ιστορία μπορούν να ερμηνευθούν με τη βοήθεια της μελέτης κοινωνικών μεγεθών και θεσμών και ο τονισμός του ρόλου του ατόμου μέσα στην κοινωνία και την ιστορία.
Αυτή η «αντιπαράθεση» των δύο τάσεων απασχόλησε και το γνωστό ιστορικό της αρχαιότητας Paul Veyne. Σκοπός του ήταν να γράψει ιστορία σε ένα υψηλό μεθοδικό επίπεδο. Αυτό προϋποθέτει την ένταξη στην έρευνά του κοινωνιολογικών θεωριών και μοντέλων. Τόνισε όμως την ανάγκη συγκεκριμενοποίησης αυτών των μοντέλων μέσα στην υπό έρευνα ιστορική πραγματικότητα.
Η πολιτισμική στροφή στη δεκαετία του ’80 έβαλε στη συζήτηση μία σειρά θεμάτων. Ανάμεσα στις διαπιστώσεις είναι ότι πολλοί από τους πρωταγωνιστές και τις πρωταγωνίστριες της ιστορίας δε είχαν λόγο μέχρι εκείνη την στιγμή στις μελέτες για το παρελθόν. Στον αγγλοσαξονικό κόσμο η αντίδραση σε αυτό το καθεστώς εκφράστηκε μέσα από επιμέρους επιστημονικούς κλάδους των cultural studies όπως women studies, black studies, post-colonial studies. Εδώ η ιστορία ως ιστορική καταγραφή κατανοείται ως τρόπος διαμόρφωσης της ταυτότητας και τονίζεται η λειτουργία της για ομάδες, φυλές, τάξεις και φύλα. Σύμφωνα με το σχήμα του Harris η ιστορία ως καταγραφή του ιστορικού γεγονότος είναι υπερδομή (superstructure) κι επομένως υπεύθυνη για τη διαμόρφωση ιδεολογίας και νομιμοποίησης. Υπό αυτήν την έννοια η ιστορική καταγραφή είναι προϊόν ενός πολιτισμικού οικοδομήματος.
Στη Γερμανία και τη Γαλλία η πορεία υπήρξε λίγο διαφορετική. Υπάρχει ο τονισμός του ρόλου του ατόμου μέσα στην ιστορία, τίθενται παρόμοια ερωτήματα, χωρίς όμως να συνδέονται με μία διαμαρτυρία κατά των πολιτικών και κοινωνικών θεσμών. Υπάρχει η αναζήτηση νέων μεθόδων και εκδηλώνεται μία τάση απομάκρυνσης από τα κοινωνιολογικά μοντέλα. Αυτά οδηγούν στην συγκρότηση αυτού που στη Γερμανία ονομάζεται Ιστορική Ανθρωπολογία, η οποία όμως εδώ συνδέεται περισσότερο με την εθνογραφία. Βασικό προγραμματικό κείμενό της είναι το άρθρο του H. Medick, “Missionare im Ruderboot? Ethnologische Erkenntnisweisen als Herausforderung an die Sozialgeschichte” (1989). Σε αυτό τονίζεται την ανάγκη στροφής από τη μελέτη των κεντρικών γεγονότων (που συχνά συνδέονται με μεγάλες αλλαγές) προς εκείνα που λαμβάνουν χώρα στα περιθώρια του ιστορικού γίγνεσθαι. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν τώρα οι μελέτες των Mary Douglas, Victor Turner, Clifford Geertz, Pierre Bourdieu. Αυτές τόνισαν την ανάγκη κατανόησης των κοινωνιών ως σύνθετων κοινωνικών συστημάτων, όπου παράλληλα με τα κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά ζητήματα σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν επίσης η συμβολική επικοινωνία και αλληλεπίδραση.

Το νέο τεύχος του CurBR

Στο νέο τεύχος του Currents in Biblical Research 8:1 (2009) δημοσιεύονται τα εξής άρθρα:

Rodney K. Duke, "Recent Research in Chronicles", 10-50
Στο άρθρο εξετάζονται οι τάσεις στην έρευνα των βιβλίων των Χρονικών από το 1994 μέχρι το 2007. Οι περισσότερες τάσεις που εδραιώθηκαν ήδη μέχρι το 1993 συνεχίσθηκαν σε βάθος στα επόμενα χρόνια, αν και υπάρχουν και μερικές αποκλίσεις από αυτές. Οι κυρίαρχες τάσεις είναι: ο εντοπισμός των διαφορών μεταξύ των βιβλίων των Χρονικών και εκείνου των Έσδρα-Νεεμία και η εξήγηση ότι προέρχονται από διαφορετικούς συγγραφείς/αναθεωρητές. Η συνειδητοποίηση του σημαντικού ρόλου των γενεαλογιών. Η εξέταση της λογοτεχνικής τέχνης του συγγραφέα των Χρονικών. Στις νεότερες τάσεις συμπεριλαμβάνονται: η αναζήτηση της σχέσης της προφορικότητας από μία και του γραπτού κειμένου από την άλλη, η αξιοποίηση στοιχείων από την κοινωνιολογική κατανόηση της Περσικής και της ελληνιστικής περιόδου γενικότερα. Τα τελευταία χρόνια εκδόθηκαν επίσης πολλά υπομνήματα.

Sean A. Adams, "Evaluating 1 Thessalonians: An Outline of Holistic Approaches to 1 Thessalonians in the Last 25 Years", 51-70
Στο άρθρο παρουσιάζονται μελέτες, οι οποίες δημοσιεύθηκαν κατά τα τελευταία 25 χρόνια, οι οποίες αποπειρώνται να προσφέρουν μία ολιστική προσέγγιση της κατανόησης και ερμηνείας της 1 Θεσσ όπως: επιστολική, ρητορική, θεολογική, γλωσσολογική και διάφορους συνδυασμούς των προηγουμένων. Παρουσιάζονται οι εκπρόσωποι κάθε άποψης και οι οπτικές τους καθώς επίσης και η δομή του κειμένου, την οποία αυτοί προτείνουν. Επίσης ο συγγραφέας του άρθρου προσπαθεί να προσφέρει τόσο μία επισκόπηση των ιδιαίτερων προσεγγίσεων της 1 Θεσσ όσο και μία σκιαγράφηση της κριτικής και των αδυναμιών των επιμέρους μεθόδων. Το άρθρο κλείνει με μια σύντομη παρατήρηση όσον αφορά στο μεταβατικό στάδιο, στο οποίο βρίσκεται σήμερα η μελέτη της επιστολής.

Kelly R. Iverson, "Orality and the Gospels: A Survey of Recent Research", 71-106
Κατά τα τελευταία 30 χρόνια έλαβαν χώρα σημαντικές εξελίξεις όσον αφορά στην εφαρμογή των θεωριών περί προφορικότητας στη μελέτη των ευαγγελίων. Στόχος αυτού του άρθρου είναι να προσφέρει μία επισκόπηση του πεδίου έρευνας μέσα από την έρευνα του έργου των κύριων εκπροσώπων αυτής της τάσης δηλ. των Werner Kelber, Joanna Dewey, Paul Achtemeier, Peter Botha, Richard Horsley and Jonathan Draper, Kenneth Bailey, James Dunn, Richard Bauckham, David Rhoads and Whitney Shiner. Η μελέτη ξεκινά με μία συζήτηση των σημαντικότερων μελετών, προτού στραφεί ειδικά στον εκ νέου ορισμό της προφορικότητας και των συνεπειών που αυτός έχει στην έρευνα των ευαγγελίων. Το άρθρο καταλήγει με τη διαπίστωση ότι, ενώ η αξιοποίηση της προφορικότητας άνοιξε δρόμους σε ορισμένους τομείς της έρευνας των ευαγγελίων, παραμένει γενικά μία παραμελημένη και λίγο αξιοποιημένη διάσταση της ερμηνείας της Κ.Δ.

Gideon Bohak, "Prolegomena to the Study of the Jewish Magical Tradition", 107-150
Κατά τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μία σταθερή αύξηση του ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος για την ιουδαϊκή μαγεία. Στο παρόν άρθρο ο συγγραφέας αναζητά το έργο, που έχει μέχρι σήμερα γίνει σε αυτόν τον τομέα, προσπαθεί να εξηγήσει πώς η περαιτέρω μελέτη των ιουδαϊκών μαγικών κειμένων και αντικειμένων μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη μελέτη του Ιουδαϊσμού στο σύνολό του και να προσφέρει ένα προσχέδιο για την περαιτέρω αξιοποίηση αυτού του τομέα έρευνας. H κύρια διαπίστωση είναι ότι ο αριθμός των αδημοσίευτων πρωτογενών πηγών για τη μελέτη της ιουδαϊκής μαγείας αυξάνει συνεχώς και ότι αυτές οι πηγές μπορούν να λειτουργήσουν ως αφετηρία για κάθε σοβαρή μελέτη της ιουδαϊκής μαγικής παράδοσης από την αρχαιότητα μέχρι τον 21ο αι. Μια τέτοια μελέτη θα πρέπει να συγκρίνει τα ιουδαϊκά μαγικά κείμενα και τις ιουδαϊκές μαγικές πρακτικές κάθε ιστορικής περιόδου με εκείνες του σύγχρονου προς αυτές μη ιουδαϊκού κόσμου και να εντοπίσεις πιθανές διαδικασίες διαπολιτισμικής επαφής και να συγκρίνει τα ιουδαϊκά μαγικά κείμενα και τις ιουδαϊκές μαγικές πρακτικές της μίας περιόδου με εκείνες μίας άλλη έτσι ώστε να εντοπίσει ενδοϊουδαϊκές διαδικασίες συνέχισης και παράδοσής τους. Τέλος μία τέτοια μελέτη πρέπει να εντοπίσει τη θέση που καταλαμβάνουν τέτοιες μαγικές πρακτικές κι εκείνοι που τις επιτελούν μέσα στην ιουδαϊκή κοινωνία διαφορετικών εποχών και μέσα σε διαφορετικές ιουδαϊκές κοινότητες.

Η επιγραφή του Γαβριήλ και ο Μεσσίας / The Gabriel inscription and Messiah

Από το ιστολόγιο του Jim Davila πληροφορούμαστε ότι ο Dr. Victor Sasson ανάρτησε στο ιστολόγιό του ένα σύντομο άρθρο σχετικά με τη λεγόμενη "Αποκάλυψη του Γαβριήλ" αλλά και για τον τρόπο που αντιλαμβάνονται ο Ιουδαϊσμός και ο Χριστιανισμός το πρόσωπο του Μεσσία. Ο Sasson ασκεί κριτική στον τρόπο που ο Χριστιανισμός κατανόησε τον Μεσσία και θεωρεί ότι πρόκειται για μία παρανόηση του πνεύματος της βιβλικής Γραφής (επιμένει επίσης ότι ο όρος Παλαιά Διαθήκη είναι εσφαλμένος).
Καταλήγει το κείμενό του ως εξής:

The Vision of Gabriel contains a text that is similar to other earlier biblical prophetic texts that speak of apocalyptic visions and of dire consequences. The language used is more akin to later Hebrew, reminiscent of Mishnaic. While certain words and phrases are repeated in the text, there is not one single mention of the word mashiah.
Based on the Hebrew Scriptures, the mashiah that the Jews have always hoped for and waited for cannot be a dead and risen individual. He is an anointed one, divinely ordained for a mission – a mission to herald peace, justice and universal good to His people and to the world. From the point of view of the Hebrew canonical sacred writings – the Hebrew Scriptures - and authoritative, mainstream Jewish traditions, the messiah is not a personal saviour. The sole personal and universal Saviour is God himself, and He is so proclaimed in the Pentateuch and in the Hebrew Prophets. “I am, I am the Lord, and there is no other Saviour besides me” (Isa. 43:11), and “I am the First and I am the Last and besides me there is no other God” (Isa. 44:6). The concept of a resurrected messiah is a thoroughly foreign/Hellenized/Greek concept, patently spurious and has no place in the culture of the Hebrew Bible and normative Judaism.

Για να διαβάσετε το σχετικό κείμενο, πατήστε εδώ.

[Α.Τ.: Εκτιμώ ότι το πολύ ενδιαφέρον κείμενο του Sasson (ιδιαίτερα όσον αφορά τα όσα λέει για το πρόσωπο του Μεσσία στον Ιουδαϊσμό) διαπνέεται από μία πολεμική διάθεση εναντίον του Χριστιανισμού, που ίσως δεν έχει θέση σε ένα επιστημονικό κείμενο (κατά ανάλογο τρόπο που μία αντι-ιουδαϊκή πολεμική δεν έχει επίσης θέση σε αυτό) . Επιπλέον νομίζω ότι δε μπορεί κανείς να μιλά για εσφαλμένες ερμηνείες, ιδιαίτερα, όταν κανείς μελετά κείμενα και ιδέες μέσα από την προοπτική της Rezeptionsgeschichte. Από μια καθαρά επιστημονική οπτική γωνία είναι ενδιαφέρον να μελετήσει κανείς πώς ο Χριστιανισμός αφομοίωσε και ενέταξε στη δική του θεολογία στοιχεία της Ιουδαϊκής πίστης και παράδοσης.]

Βιβλιοκρισίες στο RBL 10/9/2009

Στη νέα ηλεκτρονική έκδοση του Review of Biblical Literature έχουν αναρτηθεί οι εξής βιβλιοκρισίες:

Octavian D. Baban, On the Road Encounters in Luke-Acts: Hellenistic Mimesis and Luke's Theology of the Way
Reviewed by Ron Clark

Randall C. Bailey, Tat-siong Benny Liew, and Fernando F. Segovia, eds., They Were All Together in One Place? Toward Minority Biblical Criticism
Reviewed by Gerald West

Richard Bauckham, The Jewish World around the New Testament: Collected Essays 1
Reviewed by Christoph Stenschke

Augustine Casiday and Frederick W. Norris, The Cambridge History of Christianity, Volume 2: Constantine to c. 600
Reviewed by Paul Dilley

Gregory Lee Cuιllar, Voices of Marginality: Exile and Return in Second Isaiah 40-55 and the Mexican Immigrant Experience
Reviewed by Timothy Sandoval

Lawrence DiPaolo Jr., Hymn Fragments Embedded in the New Testament: Hellenistic Jewish and Greco-Roman Parallels
Reviewed by Daniel Darko

Daniel Durken, ed., The New Collegeville Bible Commentary: New Testament
Reviewed by Peter Judge

Beverly Roberts Gaventa and Richard B. Hays, eds., Seeking the Identity of Jesus: A Pilgrimage
Reviewed by Mark Elliott

Axel Graupner and Michael Wolter, eds., Moses in Biblical and Extra-biblical Traditions
Reviewed by Hallvard Hagelia

Heidi J. Hornik and Mikeal C. Parsons, Illuminating Luke, Volume 3: The Passion and Resurrection Narratives in Italian Renaissance and Baroque Painting
Reviewed by Thomas E. Phillips

Andrew T. Lincoln and Angus Paddison, eds., Christology and Scripture: Interdisciplinary Perspectives
Reviewed by Douglas Campbell

Mark McEntire, Struggling with God: An Introduction to the Pentateuch
Reviewed by Lissa Wray Beal

Marvin Meyer, Judas: The Definitive Collection of Gospels and Legends about the Infamous Apostle of Jesus
Reviewed by Philip Tite

Anita Norich and Yaron Z. Eliav, eds., Jewish Literatures and Cultures: Context and Intercontext
Reviewed by Joshua Schwartz

James M. Robinson, Jesus: According to the Earliest Witness
Reviewed by Petri Luomanen

Dan R. Stiver, Life Together in the Way of Jesus Christ: An Introduction to Christian Theology
Reviewed by Yolanda Dreyer

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2009

Σεμινάριο στο Leuven για τον Παύλο / Leuven Seminar on

Από το ιστολόγιο Euaggelion πληροφορούμαστε ότι την επόμενη εβδομάδα θα λάβει χώρα στο Leuven σεμινάριο με τον τίτλο "New Perspectives on Paul and the Jews". To σεμινάριο διοργανώνεται από τη Θεολογική Σχολή του Καθολικού Πανεπιστημίου του Leuven και την υποστήριξη των Flemish Scientific Research Foundation (FWO Vlaanderen) και University Research Council (Onderzoeksraad) του Παν/μίου του Leuven.
Τα κείμενα των εισηγήσεων έχουν αναρτηθεί στη σχετική σελίδα (πατήστε εδώ).
Eπίσης μπορείτε να διαβάσετε το πρόγραμμα της διοργάνωσης εδώ.

Ανεύρεση θησαυρού νομισμάτων της εποχής του Bar Kochba / A hoard of coins of Bar Kochba period

Στα βιβλικά ιστολόγια αναρτήθηκε σήμερα το απόγευμα η είδηση ανεύρεσης ενός θησαυρού 120 νομισμάτων της εποχής του Bar Kochba. H αρχική είδηση αναρτήθηκε στο Hebrew University Twitter page.
Τα νομίσματα βρέθηκαν βαθειά μέσα σε ένα υπόγειο σπήλαιο στο πλαίσιο έρευνας που διεύθυναν οι Boaz Langford και καθ. Amos Frumkin της Ομάδας Έρευνας Σπηλαίων του τμήματος Γεωγραφίας του Hebrew University. Ο θησαυρός περιλαμβάνει 120 χρυσά, αργυρά και χάλκινα νομίσματα και είναι ο μεγαλύτερος που βρέθηκε μέχρι σήμερα στο Ισραήλ από αυτήν την εποχή.
Για να διαβάσετε τη σχετική είδηση, πατήστε εδώ και εδώ.

Το παλάτι του βασιλιά Δαυίδ

Στην ιστοσελίδα The Bible and Interpretation έχει αναρτηθεί το άρθρο της Margreet L. Steiner σχετικά με την ανεύρεση του υποτιθέμενου ανακτόρου του Δαυίδ το 2005 από την αρχαιολόγο Eilat Mazaar. Η συγγραφέας του άρθρου εκφράζει τις αμφιβολίες της κατά πόσο αυτό το κτίριο μπορεί να ταυτισθεί με την βασιλική κατοικία του Δαυίδ. Συνοψίζοντας την επιχειρηματολογία της παρατηρεί ότι η Mazaar θα πρέπει να παρουσιάσει πειστικά τεκμήρια ότι 1) οι τοίχοι, που ήρθαν στο φως, προέρχονται όλοι από το ίδιο κτίριο, 2) το κτίριο χρονολογείται στον 10ο π.Χ., 3) το κτίριο ήταν ανάκτορο, 4) το κτίριο συνδέεται με το βασιλιά Δαυίδ.
Για να διαβάσετε όλο το κείμενο, πατήστε εδώ.

Το νέο τεύχος του JSNT

Στο νέο τεύχος του Journal for the Studies of New Testament 32:1 (2009) δημοσιεύονται τα εξής άρθρα :

Jane M.F. Heath, "Absent Presences of Paul and Christ: Enargeia in 1 Thessalonians", 1—3, 3-38
Ο Παύλος είναι απών από τη Θεσσαλονίκη. Και ο Χριστός (κατά κάποιον τρόπο) είναι απών μέχρι την παρουσία του. Ο Θεός είναι απόμακρος και αόρατος. Η επίσκεψη του αποστόλου αποτελεί παρελθόν. Η επιστολή όμως που έλαβαν οι Θεσσαλονικείς περιέχει αυτές τις διαφορετικές παρουσίες, οι οποίες συγκεντρώνονται κάτω από την γραφίδα του Παύλου και ζωντανεύουν και πάλι. Στο παρόν άρθρο η συγγραφέας μελετά αυτήν τη συνάφεια της αρχαίας συζήτησης περί ενάργειας. Μολονότι η «ενάργεια» ποτέ δε συστηματοποιήθηκε καλά κατά την αρχαιότητα ο όρος απαντά συχνά σε διαφορετικές συνάφειες και για ένα μεγάλο αριθμό σχετικών μεταξύ τους φαινομένων τα οποία με τη σειρά τους συνδέονται με τα αποτελέσματα της ζωντανής παρουσίας. Παλαιότερα η συζήτηση για την «παρουσίες εν τη απουσία» του Παύλου επικεντρωνόταν στην τακτική του Παύλου να καθιστά την παρουσία του ζωντανή στους αποδέκτες των επιστολών του κι αυτό στηριζόταν κυρίως στη θεωρία για την αρχαία επιστολογραφία. Η εισαγωγή της «ενάργειας» ανοίγει το δρόμο για διερεύνηση της μεγάλης ποικιλίας των «απουσιών-παρουσιών» και των σχέσεων μεταξύ τους και μεταθέτει τη συζήτηση σε ένα ευρύτερο πολιτισμικό πλαίσιο. Ο σκοπός είναι μία θεολογικά και ιστορικά πλουσιότερη εξήγηση της επιστολής.


L.L. Welborn, "Paul’s Caricature of his Chief Rival as a Pompous Parasite in 2 Corinthians 11.20", 39-56
Το 2 Κορ 11,20 δεν έχει αποτελέσει συχνά αντικείμενο συζήτησης στο πλαίσιο του γενικότερου προβληματισμού για τους αντιπάλους του Παύλου στην Κόρινθο και έχει τύχει ακόμη μικρότερης προσοχής στη σύγχρονη έρευνα για τις σχέσεις πάτρωνα-πελάτη στις παύλειες κοινότητες. Στο άρθρο υποστηρίζεται ότι το 2 Κορ 11,20 παρουσιάζει την κυρίαρχη μορφή μεταξύ των αποστολικών ανταγωνιστών του Παύλου ως παράδειγμα ενός κοινωνικού τύπου τόσο οικείου και ταυτόχρονα τόσο αποκρουστικού, ώστε να είναι αγαπημένο θέμα διακωμώδησης στην κωμωδία και στη σάτιρα: το παράσιτο και ειδικότερα ο «σεμνοπαράσιτος», ο οποίος ουσιαστικά εκθέτει τον οικοδεσπότη του και τους άλλους καλεσμένους. Ένα σύνθετο πορτραίτο αυτού του χαρακτήρα προκύπτει από τις κωμωδίες του Αλέξιδος, του Αντιφάνους, του Πλαύτου και του Τερεντίου και από τη σατιρική υπεράσπιση εκ μέρους του Λουκιανού της τέχνης του παράσιτου. Παράλληλα με τη γλώσσα του Παύλου (καταδουλόω, κατεσθίω, λαμβάνω) εντοπίζονται και στις κωμωδίες και σάτιρες του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Η σατιρική περιγραφή εκ μέρους του Παύλου της συμπεριφοράς ενός ανταγωνιστή ιεραπόστολου στο 2 Κορ 11,20 λειτουργεί όχι μόνο ως βάση για την ταπεινή συμπεριφορά του ίδιου του Παύλου αλλά και ως επίπληξη προς τους Κορινθίους για την ανεκτική τους στάση απέναντι στον παρείσακτο. Αυτή η παραινετική λειτουργία του παραδείγματος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κάθε φορά που ο αναγνώστης προσπαθεί να κατανοήσεις τους ρόλους που αναλαμβάνουν ο Παύλος, ο αντίπαλός του και οι Κορίνθιοι μέσα στο μικρό σενάριο που δημιούργησε ο Παύλος.

Joshua Garroway, "The Invasion of a Mustard Seed: A Reading of Mark 5.1-20", 57-75
Σε αυτό το άρθρο παρουσιάζεται η ιστορία του Μάρκου για το δαιμονισμένο των Γερασηνών ως μία αφηγητική επεξήγηση των παραβολών που υπάρχουν στο προηγούμενο κεφάλαιο του ευαγγελίου - και ιδιαίτερα εκείνης για τον κόκκο σινάπεως -, όπου η βασιλεία του Θεού περιγράφεται υπό το φως του παραδείγματος της βασιλείας εκείνης της εποχής, δηλαδή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η ιστορία αναπαριστά τη βίαιη καταστροφή της Ρώμης, η οποία επιτυγχάνεται μέσω της συνεκδοχής της καταστροφής μίας «λεγεώνος» κατοχής καθώς επίσης και της ειρηνικής διείσδυσης ενός νέου βασιλείου, η οποία επιτυγχάνεται με τη μίμηση σε μία δεύτερη σκηνή με τη δαιμονική «εισβολή» ενός εχθρικού πλήθους. Με αυτόν τον τρόπο η περικοπή τόσο μιμείται όσο και μεταμορφώνει αρχαίες ιδεολογίες για τη βασιλεία και την εισβολή.

Thomas R. Shepherd, Narrative Analysis as a Text Critical Tool: Mark 16 in Codex W as a Test Case, 77-98
Στην περιγραφή της ιστορίας της παράδοσης του κειμένου της Κ.Δ. οι κριτικοί του κειμένου μπορούν να κάνουν χρήση της αφηγηματολογικής ανάλυσης με σκοπό να ρίξουν φως στις θεολογικές τάσεις των αφηγηματικών τμημάτων ενός επιμέρους χειρογράφους. Το άρθρο είναι μία εφαρμογή αυτής της μεθοδολογίας στο κείμενο Μκ 16,9-20 στον κώδικα W. Συνδυάζονται οι θεολογικές τάσεις αυτής της περικοπής σε σχέση με το υπόλοιπο κείμενο του Μκ στον W με αποτέλεσμα να προκύπτει ότι υπάρχουν αρκετά στοιχεία για την ύπαρξη μίας τάσης (Tendenz), η οποία επικεντρώνεται στην κοσμική εξουσία του Χριστού. Αυτό με τη σειρά του μπορεί πολύ καλά να εναρμονισθεί με τον θρίαμβο της εκκλησίας επί της ειδωλολατρίας κατά τον 4ο και 5ο αι. μ.Χ., όταν αντιγράφηκε ο W.

Peter S. Perry, "Making Fear Personal: Hebrews 5.11—6.12 and the Argument from Shame", 99-125
O συγγραφέας της προς Εβραίους ευθέως προκαλεί ντροπή στο ακροατήριό του, όταν στο 5,11-12 γράφει: «γίνατε νωθροί στο να ακούτε ... χρειάζεστε κάποιον να σας διδάξει ...Χρειάζεστε γάλα κι όχι στερεά τροφή». Λαμβάνοντας υπόψη τις περιπτώσεις μέσα στην υπόλοιπη γραμματεία, η λ. «νωθροί» στο Εβρ 5,11 και 6,12 μεταφράζεται καλύτερα ως «χωρίς φιλοδοξία», δηλώνοντας μία αποτυχία να αναγνωρίσει κανείς και να πράξει εξασφαλίζοντας όφελος. Συνδέοντας τη χρήση του συναισθήματος στην προς Εβραίους με τους ορισμούς του Αριστοτέλη ανακαλύπτει κανείς ότι αυτή η ευθεία επίπληξη είναι μοναδική και μεγάλης σημασίας για το επιχείρημα της επιστολής. Οι ακροατές μπορούν να απορρίψουν τις προειδοποιήσεις για την οργή του Θεού εκτιμώντας ότι αφορούν σε άλλους και όχι στους ίδιους. Η αισχύνη στο 5,11-6,12 καθιστά αυτόν τον φόβο προσωπική υπόθεση.

Και πάλι η βιβλική αρχαιολογία / Biblical Archaeology again

Από τον Jim West πληροφορούμαστε την ανάρτηση ενός σύντομου άρθρου του Joe Zias σχετικά με την αδυναμία, που συχνά παρατηρείται, όσων ασχολούνται με τη μελέτη της Βίβλου να κάνουν ορθή χρήση της αρχαιολογίας. Ο Zias παρουσιάζει το συγκεκριμένο παράδειγμα ορισμένων ευρημάτων από το Κουμράν. Για να διαβάσετε το κείμενό του, πατήστε εδώ.

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2009

Ένα νέο άρθρο στο JGRChrJ / A new article in JGRChrJ

Στη σελίδα του Journal of Greco-Roman Christianity and Judaism 6 (2009) έχει αναρτηθεί ένα νέο άρθρο σχετικό με την προέλευση της παράστασης του Α και του Ω στην Αποκάλυψη:

David Lincicum, "The Origin of ‘Alpha and Omega’ (Revelation 1.8; 21.6; 22.13): A Suggestion"