Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρώιμος χριστιανισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρώιμος χριστιανισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

«Διομήδης χρηστιανός»: μια πρώιμη επιγραφική μαρτυρία χριστιανικής ταυτότητας από τη Μεσσήνη / "Διομήδης χρηστιανός": Early Epigraphic Evidence for Christian Identity from Messene

 Στο πρόσφατο άρθρο του Νίκου Τσιβίκη, “The Earliest χρηστιανοί of Messene and Their Third- and Fourth-century Funerary Monuments,” Tekmeria 19 (2025), δημοσιεύεται και αναλύεται μια σύντομη αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα επιγραφή από την αρχαία Μεσσήνη που ρίχνει φως στον τρόπο που οι αρχαίοι Χριστιανοί αυτοπροσδιορίζονταν. 

Η επιγραφή είναι χαραγμένη σε αρχιτεκτονικό λίθο ρωμαϊκού ταφικού μνημείου  (Μνημείο Μ), το οποίο βρισκόταν extra muros, νότια του σταδίου–γυμνασίου της πόλης, σε περιοχή με μακρά χρήση ως νεκροταφείο. 

Η Επιγραφή του Διομήδη

Το κείμενο είναι εξαιρετικά απλό:

ΔΙΟΜΗ|ΔΗC | ΧΡΗCΤΙΑΝΟC

    Αυτή η λιτότητα της επιγραφής σε συνδυασμό με παλαιογραφικά κριτήρια οδηγεί τον Τ. να την χρονολογήσει στα τ. του 3ου αι. – αρχ. 4ου αι. μ.Χ., δηλαδή στην προκωνσταντίνεια περίοδο.Tο ταφικό μνημείο στο οποίο χαράχτηκε είναι του 1ου-2ου αι. μ.Χ. και ανήκε σε κάποια επιφανή πιθανόν οικογένεια της Μεσσήνης, της οποίας μέλος φαίνεται πως ήταν κι ο νεκρός. Ήταν ένα μικρό ορθογώνιο κτίριο με θέσεις για την τοποθέτηση των νεκρών. Η πρακτική της προσθήκης νέων επιγραφών σε παλαιότερα ταφικά μνημεία είναι καλά τεκμηριωμένη στη Μεσσήνη και αλλού στον ελληνικό χώρο. Το νέο στοιχείο εδώ δεν είναι το ίδιο μνημείο, αλλά ο τρόπος αυτοπροσδιορισμού του νεκρού.

Χρηστιανός vs. Χριστιανός: Μια Κρίσιμη Διαφορά

    Το όνομα «χριστιανός» ως δηλωτικό ενός μέλους της χριστιανικής ταυτότητας είναι ήδη γνωστό από την Καινή Διαθήκη: Πραξ 211:26 και 1Πε 4:16 (σε συνάφεια που παραπέμπει σε διωγμούς και θλίψεις). Κατά το 2ο αι. ο τίτλος χρησιμοποιείται ως προσδιορισμός των μελών της χριστιανικής Εκκλησίας από τις ρωμαϊκές αρχές κι αποκτά σταδιακά θετικό πρόσημο ως αυτοπροσδιορισμός των μελών της εκκλησιαστικής κοινότητας.

    Το πραγματικά συναρπαστικό στην περίπτωση της Μεσσήνης και σε άλλα επιγραφικά μνημεία είναι η ορθογραφία με ήτα (η) αντί για ιώτα (ι): χρη-στιανός αντί χρι-στιανός. Αυτή η παραλλαγή δεν είναι τυχαία ούτε ορθογραφικό σφάλμα, αλλά παραπέμπει σε μία μια βαθύτερη διαδικασία (αυτο)προσδιορισμού θρησκευτικών κι άλλων ομάδων στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

    Πρόσφατη έρευνα του Walter Shandruk σε παπύρους από την Αίγυπτο έχει δείξει ότι οι δύο ορθογραφίες αντιπροσωπεύουν διαφορετικές οπτικές:

  • Χριστός (με ι) = η "εσωτερική" γλώσσα των χριστιανικών κοινοτήτων. Οι χριστιανοί χρησιμοποιούσαν τον προσδιορισμό Χριστός για τον Ιησού, ακολουθώντας τους κανόνες της κοινής ελληνικής.
  • Χρηστιανός (με η) = η "εξωτερική" γλώσσα της ρωμαϊκής διοίκησης. Όταν οι ρωμαϊκές αρχές κατηγοριοποιούσαν τους χριστιανούς, βασίστηκαν στο λατινικό όνομα Chrestus και δημιούργησαν τον όρο chrestiani, από όπου προέκυψε το ελληνικό χρηστιανός.

    Η ορθογραφία με «η» επικρατεί σε παπύρους έως τον 4ο αιώνα,  πριν δηλ. ο χριστιανισμός γίνει επίσημη θρησκεία και τυποποιηθεί η ορολογία. Όπως υποστηρίζει ο Sylvain Destephen: "η μεμονωμένη χρήση του όρου 'χριστιανός', ειδικά όταν υιοθετεί αρχαϊκή ορθογραφία (χρηστιανός αντί χριστιανός), φαίνεται να υποδεικνύει προκωνσταντίνεια χρονολόγηση".

    Το αξιοσημείωτο στην επιγραφή της Μεσσήνης είναι ότι αυτή η «εξωτερική» ονομασία υιοθετείται από τον ίδιο τον πιστό ως αυτοπροσδιορισμός. Πρόκειται για μια πρώιμη φάση κατά την οποία η χριστιανική ταυτότητα δεν έχει ακόμη πλήρως θεσμοποιηθεί, αλλά δηλώνεται με όρους που γίνονται κατανοητοί και από το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον.

Μόνο Τέσσερις Επιγραφές σε όλη την Ελλάδα

    Η σπανιότητα των επιγραφών με τον προσδιορισμό «χρηστιανός» (δηλ. με «η») υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα του ευρήματος. Μόνο τέσσερις επιγραφές στον ελλαδικό χώρο μαρτυρούν αυτήν την γραφή του ονόματος,

  • 2 από τη Θεσσαλονίκη:
    • ICG 3659: Ταφική επιγραφή
    • ICG 3141: Το επιτάφιο του Ευτυχίου με διπλή ορθογραφία: "χρηστιανοῦ χρηστειανοῦ" - πιθανώς διδάσκαλος και νεοβαπτισμένος ταυτόχρονα
  • Από τη Μεσσήνη:
    • Η νέα επιγραφή του Διομήδη (3ος αι.)
    • ICG 3432: Το επιτάφιο του Γλυκά (4ος-5ος αι.) με την πιο επεξεργασμένη φόρμουλα "χρηστιανέ, φιλοπάτωρ, φιλάδελφε, φιλόφιλε"

    Αντίθετα, στη Φρυγία αυτός ο τύπος ήταν εξαιρετικά διαδεδομένος. Έχουν έως τώρα εντοπισθεί 33 επιγραφές με τον προσδιορισμό «χρηστιανός», οι γνωστές επιγραφές με τη διατύπωσ "Χριστιανοί υπέρ Χριστιανῶν" του 3ου και του4ου αιώνα. Η σπανιότητα στην Ελλάδα ίσως υποδηλώνει διαφορετικές τοπικές παραδόσεις ή όψιμη ανάπτυξη των ελληνικών χριστιανικών κοινοτήτων (κυρίως από τον ύστερο 4ο αι. κι εξής).

Ποιος ήταν ο Διομήδης;

    Ο Διομήδης είναι το τρίτο γνωστό μέλος της προκωνσταντίνειας χριστιανικής κοινότητας της Μεσσήνης, μετά τον αναγνώστη Παράμονο και τον επίσκοπο Θεόδουλο. Αλλά αντίθετα με εκείνους τους κληρικούς, φαίνεται πως ήταν λαϊκός.

Η ανώτερη κοινωνική του θέση συνεπάγεται από:

  • Το μυθολογικό όνομα (ο ομηρικός ήρωας Διομήδης)
  • Την ταφή σε επιβλητικό οικογενειακό μνημείο (1ος-2ος αι. μ.Χ.)
  • Την επιλογή δημόσιας δήλωσης πίστης

    Αυτό το τελευταίο είναι κρίσιμο. Στην εποχή πριν ο χριστιανισμός αναγνωρισθεί επίσημα από το ρωμαϊκό κράτος, ο Διομήδης επέλεξε να δηλώσει την ταυτότητά του σε ένα μνημείο στο δημόσιο χώρο. Αυτή η πράξη αντικατοπτρίζει την πρακτική των μαρτύρων: όταν ο Κάρπος της Περγάμου (2ος αι.) ανακρινόταν για το όνομά του, απάντησε: "Τὸ πρῶτον καὶ ἐξαίρετον ὄνομα Χριστιανός" - "Το πρώτο και εξαίρετο όνομά μου είναι Χριστιανός". Η επιλογή του να δηλώσει στην ταφική του επιγραφή μόνο το όνομα και την ιδιότητα χρηστιανός κι όχι με την καταγωγή ή την οικογένειά του υποδηλώνει ότι, ήδη πριν από την Κωνσταντίνεια στροφή, η χριστιανική πίστη μπορούσε να λειτουργήσει ως πρωτεύων δείκτης ταυτότητας. Με αυτή την έννοια, η επιγραφή αποτελεί μικρό αλλά εξαιρετικά πυκνό τεκμήριο της διαδικασίας με την οποία ο Χριστιανισμός μετατρέπεται από περιθωριακή ομάδα σε σαφώς ορατή κοινότητα μέσα στον κοινωνικό ιστό της αρχαίας πόλης.

Η σπουδαιότητα του επιγραφικού ευρήματος

Η επιγραφή είναι σημαντική για την ιστορία του αρχαίου χριστιανισμού γιατί:

  • Προσφέρει σπάνια μαρτυρία για τον χριστιανισμό του 3ου αιώνα στην Πελοπόννησο, πριν ο χριστιανισμός γίνει επίσημη θρησκεία
  • Αποκαλύπτει τη διαδικασία κατασκευής ταυτότητας - πώς δημιουργούνταν οι θρησκευτικές ταυτότητες και πώς διέφεραν η "εσωτερική" και "εξωτερική" γλώσσα
  • Δείχνει την κοινωνική σύνθεση - ελίτ λαϊκοί χριστιανοί που διατηρούσαν παραδοσιακές ταφικές πρακτικές, ενώ δήλωναν δημόσια τη νέα τους πίστη
  • Επιτρέπει συγκρίσεις ανάλογων φαινομένων σε διαφορετικούς τόπους της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (Ελλάδα vs Φρυγία, Μεσσήνη vs Θεσσαλονίκη) και διερευνά τους τρόπους έκφρασης της χριστιανικής ταυτότητας σε αυτές τις τοπικές κοινότητες.
  • Παρακολουθεί τη διαχρονική εξέλιξη της δήλωσης της χριστιανικής ταυτότητας μέσα σε μία συγκεκριμένη κοινότητα, αυτήν της Μεσσήνης - από την αυστηρή "Διομήδης χρηστιανός" στην πιο επεξεργασμένη φόρμουλα του Γλυκά.
[Σημ. Για τη βάση των ελληνικών χριστιανικών επιγραφών βλ. https://icg.uni-kiel.de/]

----------------------------------------------------


In Nikos Tsivikis's recent article, "The Earliest χρηστιανοί of Messene and Their Third- and Fourth-century Funerary Monuments," Tekmeria 19 (2025), a brief but particularly intriguing inscription from ancient Messene is published and analyzed, shedding light on how early Christians self-identified.

The inscription is carved on an architectural block from a Roman funerary monument (Monument M), located extra muros, south of the city's stadium-gymnasium, in an area with a long history of cemetery use.

The Inscription of Diomedes
The text is remarkably simple:

ΔΙΟΜΗ|ΔΗC | ΧΡΗCΤΙΑΝΟC
"Diomedes Christian"

This stark simplicity, combined with paleographic criteria, leads Tsivikis to date it to the late 3rd–early 4th century CE, i.e., the pre-Constantinian period. The monument itself dates to the 1st-2nd century CE and likely belonged to a prominent Messenian family, of which the deceased appears to have been a member. The practice of adding new inscriptions to older funerary monuments is well-documented in Messene and elsewhere in Greece. What is novel here is not the monument itself, but the mode of self-identification of the deceased.

Chrestianos vs. Christianos: A Critical Difference
The name "Christian" as a designation for a member of the Christian community is already known from the New Testament: Acts 11:26 and 1 Pet 4:16 (in contexts referring to persecutions and tribulations). By the 2nd century, the title was used by Roman authorities to designate members of the Christian Church and gradually acquired a positive connotation as self-identification by members of the ecclesial community.

What is truly fascinating in the case of Messene and other epigraphic monuments is the spelling with eta (η) instead of iota (ι): chre-stianos instead of chri-stianos. This variation is neither accidental nor an orthographic error, but points to a deeper process of (self-)identification of religious and other groups in the Roman Empire.

Recent research by Walter Shandruk on papyri from Egypt has shown that the two spellings represent different perspectives:
  • Χριστός (with ι) = the "in-group" language of Christian communities. Christians used the designation Christos for Jesus, following the rules of common Greek.
  • Χρηστιανός (with η) = the "out-group" language of Roman administration. When Roman authorities categorized Christians, they based it on the Latin name Chrestus and created the term chrestiani, from which the Greek chrestianos derived.
The spelling with eta prevails in papyri up to the 4th century, before Christianity became the official religion and terminology was standardized. As Sylvain Destephen argues: "the isolated use of the term 'Christian,' especially when it adopts an archaic spelling (chrestianos instead of christianos), seems to indicate a pre-Constantinian date."

What is remarkable in the Messene inscription is that this "external" designation is adopted by the believer himself as self-identification. This represents an early phase during which Christian identity has not yet been fully institutionalized, but is declared in terms understood by the broader social environment.

Only Four Inscriptions in All of Greece
The scarcity of inscriptions with the designation "chrestianos" (i.e., with eta) underscores the importance of this find. Only four inscriptions in mainland Greece attest to this spelling:
  • From Thessaloniki:
    • ICG 3659: Funerary inscription
    • ICG 3141: The epitaph of Eutychios with double spelling: "χρηστιανοῦ χρηστειανοῦ" - possibly both teacher and neophyte
  • From Messene:
    • The new inscription of Diomedes (3rd cent.)
    • ICG 3432: The epitaph of Glykas (4th-5th cent.) with the more elaborate formula "chrestiane, philopator, philadelphe, philophile"
By contrast, in Phrygia this designation was extremely widespread. Thirty-three inscriptions with "chrestianos" have been identified so far, the famous "Christians for Christians" inscriptions of the 3rd-4th centuries. The scarcity in Greece may indicate different local traditions or late development of Greek Christian communities (mainly from the late 4th century onward).

Who Was Diomedes?
Diomedes is the third known member of Messene's pre-Constantinian Christian community, after the lector Paramonos and bishop Theodoulos. But unlike those clerics, he appears to have been a layperson.
His elite social status is suggested by:
  • His mythological name (the Homeric hero Diomedes)
  • Burial in an impressive family monument (1st-2nd cent. CE)
  • The choice to publicly declare his faith
This last point is crucial. In the period before Christianity was officially recognized by the Roman state, Diomedes chose to declare his identity on a monument in public space. This act mirrors the practice of martyrs: when Carpus of Pergamum (2nd cent.) was interrogated about his name, he answered: "My first and most distinctive name is Christian." His choice to declare on his funerary inscription only his name and the designation chrestianos suggests that, even before the Constantinian turn, Christian faith could function as a primary identity marker. In this sense, the inscription constitutes a small but extremely dense testament to the process by which Christianity transforms from a marginal group into a clearly visible community within the social fabric of the ancient city.

The Significance of This Epigraphic Find
The inscription is important for the history of early Christianity because it:
  • Offers rare evidence for 3rd-century Christianity in the Peloponnese, before Christianity became the official religion
  • Reveals the process of identity construction - how religious identities were formed and how "in-group" and "out-group" language differed
  • Shows social composition - elite lay Christians who maintained traditional burial practices while publicly declaring their new faith
  • Enables comparisons of analogous phenomena in different regions of the Roman Empire (Greece vs. Phrygia, Messene vs. Thessaloniki) and explores modes of expressing Christian identity in these local communities
  • Tracks diachronic evolution of Christian identity declaration within one specific community, Messene - from the austere "Diomedes chrestianos" to the more elaborate formula of Glykas
[For the ICG see https://icg.uni-kiel.de/] 

Τρίτη 9 Αυγούστου 2022

Το τρέχον τεύχος του Apocrypha / The current issue of Apocrypha

 Apocrypha 32 (2021)

  • Marianna Cerno, "Jesus’ New Face: A Newly Discovered Version of the Epistula Lentuli," 9-50 (abstract
  • Eirini Panou, "The Life of Mary’s Parents in Variations of the Protevangelion of James (4th – 9th c.), 51-70 (abstract
  • Jacob A. Lollar, "“The Marks of my Body, that I might Come to the Resurrection”: A Quotation of 3 Corinthians in the Syriac Martyrdom of Šarbēl," 71-84 (abstract
  • Dominique Côté, "La théogonie orphique des Pseudo-Clémentines dans sa fonction littéraire et polémique," 85-122 (abstract
  • Jean-Michel Roessli, "Christianisation de la Sibylle et de Virgile dans l’Oratio Constantini ad sanctorum coetum," 123-168 (abstract
  • Marie S. E. Clausén, "Delving for the Apocryphal Roots of England’s “Green Men”, " 169-202 (abstract
  • Bishara Ebeid, "Virgin Mary Apostola Apostolorum in Arabo-Coptic Apocryphal Texts under the Fatimids. The Case of the Lament of the Virgin and the Martyrdom of Pilate," 203-230 (abstract

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2019

Το τρέχον τεύχος του ZNT / The current issue of ZNT

Zeitschrift für Neues Testament 21/42 (2018)
Johannesoffenbarung

Neues Testament aktuell
  • Tobias Nicklas, "Neue Forschungen zur Johannesapokalypse"
Zum Thema
  • Thomas Paulsen, "Apollon, Babylon und die Insel der Seligen Intertextuelle Beziehungen zwischen Werken nichtchristlicher griechischer Autoren und der Johannesapokalypse" 
  • Hanna Roose, "Der Fall der „Hure Babylon“ und das Schicksal der gealterten Prostituierten Ein ikonographischer Zugang zu Offenbarung 18"
  • Michael Sommer - Brenda Willmann, "„… Geld alleine macht auch nicht glücklich“ Ein Plädoyer für einen numismatischen Neuansatz in der Apokalypseforschung"
Kontroverse
  • Kristina Dronsch, "Ist die Johannesoffenbarung eine Kampfschrift gegen Rom? Einleitung zur Kontroverse"
  • Manuel Vogel, "Das letzte Buch der Bibel als Auftakt Zur Stellung der Johannesoffenbarung in der Geschichte des frühen Christentums"
  • Stefan Alkier, "Die große Stadt. Warum die Johannesapokalypse nicht als „Kampfschrift gegen Rom“ erschlossen werden kann"
Hermeneutik und Vermittlung
  • Marco Frenschkowski, "Applaus im Himmel? Gedanken zum Gott der Apokalypse zwischen Phantastik und Politik"



Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017

Ένα νέο περιοδικό για τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες / A new e-journal on the first centuries of the Christian era

Ένα νέο περιοδικό έκανε πρόσφατα την εμφάνισή του στο διαδίκτυο. Ο τίτλος του είναι Post Augustum κι από τις λίγες πληροφορίες που δίνονται για αυτό στη σχετική ιστοσελίδα αντλώ εδώ την εξής περιγραφή:

"Το περιοδικό Post Augustum στοχεύει στην προώθηση της μελέτης του αρχαίου κόσμου με έμφαση στον μεσογειακό χώρο κατά τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες. Φιλοδοξεί να αποτελέσει έναν φιλόξενο χώρο συνάντησης και συζήτησης, προωθώντας την έρευνα και ανοίγοντας διαύλους επικοινωνίας με ευρύτερα ακροατήρια.Δημοσιεύει ελληνικά ή ξενόγλωσσα άρθρα και βιβλιοκρισίες. Εκδίδεται σε ηλεκτρονική μορφή ετησίως. Τα άρθρα αναρτώνται αμέσως μετά την έγκριση της συντακτικής ομάδας, με τη σειρά που παραλαμβάνονται, στις επόμενες σελίδες του εκάστοτε τρέχοντος τεύχους."

Ήδη έχουν αναρτηθεί τα πρώτα άρθρα του πρώτου τεύχους:

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2016

Στο τρέχον τεύχος του RRE / In the current issue of RRE

Religion of Roman Empire 2:2 (2016)

  • Jörg Rüpke, "Discourses and Narratives, Experiences and Identities," 149-151
  • Eve-Marie Becker, "Shaping Identity by Writing History: Earliest Christianity in its Making," 152-169 (abstract)
  • Jörg Rüpke, "The Role of Texts in Processes of Religious Grouping during the Principate," 170-195 (abstract)
  • Luise Marion Frenkel, "Individual Christian Voices in the Narratives of Late Antique Acclamations," 196-226 (abstract)
  • Richard L. Gordon, "Negotiating the Temple-Script Women's Narratives among the 'Confession-Texts' of Western Asia Minor," 227-255 (abstract)
  • Jonas Grethlein, "Lucian's Response to Augustine Conversion and Narrative in Confessions and Nigrinus," 256-278 (abstract)
  • M. David Litwa, "Phikola, a Mysterious Goddess at Phlya," 279-293 (abstract)

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2009

Αρχέγονος Χριστιανισμός και Εσσαίοι

Στο ιστολόγιο The Bible and Interpretation έχει αναρτηθεί το άρθρο της επίκουρης καθηγήτριας Elizabeth McNamer, του Rocky Mountain College σχετικά με τις πιθανές σχέσεις της πρώτης Εκκλησίας με τους Εσσαίους. Όπως σημειώνει η ίδια το συγκεκριμένο άρθρο στηρίζεται κυρίως στο βιβλίο της Jesus and the First Century Christianity in Jerusalem, 2008.

Στην περίληψη που δίνεται στην αρχή του άρθρου συνοψίζονται οι βασικές θέσεις της McNamer. H συγγραφέας υποστηρίζει ότι στα κείμενα της Κ.Δ. διασώζονται διάφορες πληροφορίες που επιβεβαιώνουν τη θέση της ότι η πρώτη χριστιανική κοινότητας της Ιερουσαλήμ υιοθέτησε πρακτικές των Εσσαίων. Μετά το θάνατο του Ιησού οι μαθητές επέστρεψαν στο υπερώο. Ήταν όλοι μαζί την Πεντηκοστή και την εόρτασαν σύμφωνα με τον ημερολόγιο των Εσσαίων. Εξέλεξαν τον Ματθία με κλήρο (στο Χάλκινο Κύλινδρο του Κουμράν γίνεται λόγος για μία οικία του Ματθία). Η Πεντηκοστή κατέστη η κύρια εορτή της αρχαίας εκκλησάις. Το βάπτισμα ήταν η τελετή ένταξης στην αρχαία Εκκλησία. Το άγιο Πνεύμα (για το οποίο δε γίνεται λόγος πουθενά στην Π.Δ., σύμφωνα με τη συγγραφέα) κατέχει κεντρική θέση στα κείμενα της Νεκράς Θάλασσας. Οι πρώτοι χριστιανοί είχαν ένα κοινό ιερό δείπνο. Ζούσαν όλοι μαζί. Και οι δύο ομάδες είχαν κανόνες οργάνωσης της κοινότητάς τους (για τους πρώτους χριστιανούς βλ. π.χ. τη Διδαχή). Υπήρχε μία ιεραρχία με επικεφαλής 12 πρόσωπα και στις δυο ομάδες. Οι ώρες προσευχής και στις δύο ομάδες είναι κοινές. Αναφέρονται θεραπείες και στις δύο ομάδες. Η McNamer υποστηρίζει ότι αυτό δε μπορεί να είναι τυχαίο. Θεωρεί μάλιστα ότι δε μπορεί να ήταν Σαδδουκαίοι , οι οποίοι εμφανίζονται στις Πράξεις ως αντίπαλοι των χριστιανών κι εκτιμά ότι η μόνη άλλη περίπτωση ομάδας με κοινά προς την πρώτη εκκλησία στοιχεία ήταν οι Εσσαίοι.

[Α.Τ.: η υπόθεση της πιθανής στενής σχέσης μεταξύ Εσσαίων και χριστιανών είναι σχετικά παλιά και κατά καιρούς επανέρχεται στο προσκήνιο. Θα πρέπει ωστόσο καταρχάς να σημειωθεί ότι όσα γνωρίζουμε για τους Εσσαίους είναι ελάχιστα και κυρίως προέρχονται από τον Ιώσηπο, ο οποίος μιλά γι' αυτούς με πολύ θετικό τρόπο, αλλά οι πληροφορίες του πάντοτε πρέπει να προσεγγίζονται με ιδιαίτερη προσοχή. Τα κείμενα του Κουμράν συνδέθηκαν από πολύ νωρίς με τους Εσσαίους, όμως αυτή η ταυτοποίηση παραμένει ένα ανοικτό ζήτημα στην έρευνα. Επομένως είναι δύσκολο να καταλήξει κανείς με βεβαιότητα σε οποιαδήποτε απευθείας σύνδεση της πρώτης εκκλησίας με τους Εσσαίους. Δεν είναι βέβαια απίθανο να υπάρχουν ομοιότητες μεταξύ των δύο ομάδων, όμως δεν θεωρώ ότι είναι και τόσο βέβαιο ότι τα στοιχεία σύγκλισης των δύο ομάδων-αιρέσεων (sects με την κοινωνιολογική σημασία του όρου) αποτελούν αποκλειστικά χαρακτηριστικά της ομάδας των Εσσαίων. Το κοινό δείπνο για παράδειγμα απαντά στον ιουδαϊσμό γενικότερα αλλά και στον εθνικό κόσμο. Το βάπτισμα αποτελεί χαρακτηριστικό και άλλων ομάδων, όπως π.χ. εκείνης της ομάδας του Ιωάννη του Βαπτιστή, για τον οποίο υπάρχουν αμφιβολίες ότι συνδέεται άμεσα με τους Εσσαίους. Τέλος η αναφορά της συγγραφέως στα κείμενα της Κ.Δ. και κυρίως των Πρξ για να τεκμηριώσει τη θέση της έχει κάποια προβλήματα. Πουθενά στην Κ.Δ. δε γίνεται λόγος για Εσσαίους, αντίθετα η πρώτη εκκλησία φαίνεται να βρίσκεται σε αντιπαράθεση προς τους Φαρισαίους και τους Σαδδουκαίους και κυρίως με τους πρώτους. Αυτό καθίσταται ιδιαίτερα σαφές σε εκείνα τα κείμενα όπου εικάζουμε μεγαλύτερη σχέση με ιουδαϊκές και ιουδαιοχριστιανικές ομάδες π.χ. κατά Ματθαίον. Αν πάρουμε στα σοβαρά όσα μας πληροφορεί η θεωρία της κοινωνικής ταυτότητας, τότε συνήθως μεταξύ ομάδων με κοινά χαρακτηριστικά αναπτύσσονται τάσεις διάκρισης και υιοθετούνται πολεμικές στρατηγικές σαφούς ορισμού των ορίων τους. Κάτι τέτοιο φαίνεται να ισχύει και στην περίπτωση χριστιανών και Φαρισαίων. Μεταξύ των δύο ομάδων μπορεί κανείς να διαπιστώσει ομοιότητες όπως βέβαια και διαφορές. Καθώς μάλιστα είναι πολύ λίγα όσα γνωρίζουμε για τον Ιουδαϊσμό του 1ου αι. στην Παλαιστίνη, πολλά ερωτήματα, όπως αυτό της πιθανής επίδρασης συγκεκριμένων ιουδαϊκών ομάδων στην πρώτη εκκλησία, θα πρέπει να παραμείνουν προς το παρόν ανοικτά].

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2008

Μνήμη, προφορικότητα και παράδοση

Την Τετάρτη 17.12.2008 ο Mark Goodacre ανάρτησε στο ιστολόγιό του μία πολύ ενδιαφέρουσα απάντηση στις παλαιότερες αναρτήσεις της April DeConick σχετικά με την προφορικότητα και την παράδοση και έναν κριτικό σχολιασμό της τελευταίας σύντομης μελέτης της "Human Memory and the Sayings of Jesus" στο έργο του Tom Thatcher (εκδ.), Jesus, the Voice and the Text: Beyond The Oral and Written Gospel (Waco: Baylor University Press, 2008): 135-80. Ανάμεσα σε αυτά που τονίζει περισσότερο από παλαιότερες ανάλογες μελέτες είναι η διαπίστωση ότι "the synoptic problem is mainly a problem of literary dependence" (σσ. 178-9). Ωστόσο το ενδιαφέρον της συγγραφέως δεν επικεντρώνεται τόσο στο συνοπτικό πρόβλημα όσο στις προ-συνοπτικές παραδόσεις και ειδικότερα στο ερώτημα πώς η μνήμη λειτούργησε στη μεταβίβαση αυτών των παραδόσεων. Ο Goodacre εκφράζει τις αμφιβολίες του για το κατά πόσο πειράματα μνήμης, όπως αυτά που χρησιμοποίησε στη μελέτη της η DeConick μπορούν να δώσουν μιαν απάντηση για τη σχέση μνήμης και αρχαίων χριστιανικών παραδόσεων.
Οι λόγοι τους οποίους επικαλείται ο Goodacre είναι οι εξής:
1) Η δυσκολία μεταφοράς σημερινών πορισμάτων σε παλαιότερες εποχές. Ο τρόπος που έχει εκπαιδευτεί η μνήμη των σημερινών σπουδαστών (με τους οποίους έγινε το πείραμα της DeConick) είναι διαφορετικός από εκείνων των ανθρώπων της αρχαιότητας.
2) Δυσκολίες σχετικά με το στήσιμο του πειράματος. Δεν είμαστε σε θέση σήμερα να δημιουργήσουμε τις συνθήκες μέσα στις οποίες οι αρχαίοι συγγραφείς και ειδικότερα οι ευαγγελιστές δούλεψαν.
3) Πειράματα βασισμένα σε κείμενα. Σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε για την προσυνοπτική παράδοση η μετάδοσή της ήταν μία δυναμική διαδικασία, όπου οι πληροφορίες μεταδίδονταν προφορικά κι όχι με βάση ένα γραμμένο κείμενο. Αντίθετα τα σημερινά πειράματα στηρίχθηκαν σε γραπτά κείμενα.
4) Η χρήση άγνωστου υλικού. Η επιλογή άγνωστου υλικού/κειμένων για το συγκεκριμένο πείραμα (EvTh 75.97 Ευαγγέλιο Παιδικής Ηλικίας του Θωμά 10,1-2) έχει ως αποτέλεσμα οι σπουδαστές να έχουν μία απόσταση από το συγκεκριμένο υλικό, που τους μεταδίδεται και στη συνέχεια εκείνοι μεταδίδουν. Στην αρχαία χριστιανική προφορική παράδοση αυτό θα μπορούσε να συμβεί μία μόνο φορά σε κάθε περίπτωση κι από εκεί και πέρα ο κάθε φορέας της συγκεκριμένης παράδοσης μετέδιδε κάτι ήδη γνωστό σε εκείνον.
5) Σύνθεση και δημιουργικότητα. Το ενδιαφέρον του πειράματος για την ακρίβεια στη μετάδοση του μηνύματος αφήνει εκτός το θέμα της δημιουργικότητας και της συνθετικής ικανότητας των συγγραφέων.
Ο Goodacre καταλήγει ωστόσο και με έναν θετικό λόγο. Η χρήση αναλογιών είναι αναγκαία καθώς ο ιστορικός του σήμερα παλεύει να κατανοήσει έναν κόσμο τόσο διαφορετικό από το δικό μας. Είναι αναγκαίο ωστόσο να θυμόμαστε πάντοτε ότι αυτές οι αναλογίες έχουν πάντα τα όριά τους και κάποιες φορές μπορεί να είναι και παραπλανητικές.

Το θέμα της προφορικότητας της παράδοσης είναι ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα και δύσκολα προβλήματα της σύγχρονης έρευνας για τον ιστορικό Ιησού και την σύνταξη των κειμένων της Κ.Δ. Προσωπικά θεωρώ ότι είναι ιδιαίτερα δύσκολο κανείς για όλους τους παραπάνω λόγους -και κυρίως εξαιτίας της αδυναμίας να επαναλάβει τις συνθήκες του παρελθόντος-να κατανοήσει πλήρως τον τρόπο που λειτούργησε η προφορικότητα στις αρχαίες χριστιανικές ομάδες. Το πρόβλημά μου είναι ότι προσπαθούμε να πάμε πίσω χρονικά από το κείμενο, αυτό όμως που έχουμε στη διάθεσή μας είναι το γραπτό κείμενο κι όχι ένα προφορικό και σίγουρα η φύση ενός προφορικού κειμένου είναι διαφορετική από εκείνη του γραπτού. Επίσης τα κείμενα που έχουμε (λόγια, θαύματα κτλ. του Ιησού) σήμερα βρίσκονται μέσα σε μια συγκεκριμένη κειμενική συνάφεια, μέσα στην οποία είναι οργανικά ενταγμένα. Είναι αδύνατο σήμερα να αναπαραστήσουμε την αρχική συνάφειά τους στην προφορική μορφή της παράδοσης (αν και δε μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι πρόκειται για μία και την ίδια κάθε φορά συνάφεια). Επομένως μολονότι αυτές οι αναλογίες με σημερινές συνθήκες είναι χρήσιμες έχουν όρια και παραμένουν πάντα αναλογίες.

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2008

Έκθεση για την πρώιμη χριστιανική τέχνη της Συρίας


Το Landesmuseum Natur und Mensch Oldenburg διοργανώνει έκθεση με τον τίτλο "Frühchristliche Kunst in Syrien. Zeichen, Bilder und Symbole von 4. bis 7. Jahrhundert" στο διάστημα 19/9/2008 έως 25/1/2009.
Για να βρεθείτε στην ιστοσελίδα της έκθεσης, όπου κανείς μπορεί να δει και φωτογραφίες κάποιων εκθεμάτων της (Presse Service), πατήστε εδώ.