Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Κέλσος και Ωριγένης: Φιλοσοφία και πίστη / Celsus and Origen: Philosophy and faith

 Στη σειρά των άρθρων του Ancient Jew Review αφιερωμένων στη νέα μετάφραση του έργου του Ωριγένους, Κατά Κέλσου δημοσιεύεται το άρθρο του David Satran με τίτλο "Plato, Politics, and Faith."  Το άρθρο εστιάζει στον πλατωνικό χαρακτήρα τόσο της επίθεσης του φιλοσόφου Κέλσου κατά του Χριστιανισμού όσο και της φιλοσοφικής απάντησης του Ωριγένη, υπογραμμίζοντας πως οι μεταφραστές παρουσιάζουν το έργο του αλεξανδρινού θεολόγου ως κείμενο πολιτικής φιλοσοφίας με στόχο "τη μετατροπή των συνηθισμένων ανθρώπων σε πολίτες της ουράνιας Ιερουσαλήμ, της αλλιώς ανεφάρμοστης καλύτερης πολιτείας του Πλάτωνα", σε διάλογο με το τέλος του βιβλίου 9 της Πολιτείας. Ο Satran συνδέει αυτή την ερμηνεία με τον "Ευχαριστήριο Λόγο" που αποδίδεται στον Γρηγόριο τον Θαυματουργό και επισημαίνει πως η νέα μετάφραση, σε αντίθεση με την κλασική μετάφραση του Henry Chadwick (1953), εντάσσεται στην σύγχρονη κατανόηση του Ωριγένη ως θεολόγου, εξηγητή και φιλοσόφου που συμμετέχει στον ευρύτερο πνευματικό διάλογο της ύστερης αρχαιότητας.

David Satran, "Plato, Politics, and Faith"

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Κεφάλαια, Ανάγνωση και Κανονικότητα: Η Περίπτωση της Αποκάλυψης / Chapters, Reading and Canonicity: The case of the Book of Revelation

Στο τεύχος του Vigiliae Christianae  79/5 (2025)  δημοσιεύεται το εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο του  Cristian Cardozo Mindiola με τον τίτλο "Segmenting Revelation in Late Antiquity: Andrew of Caesarea's Chapter System as a Textual-Canonical Revolution." Το άρθρο θέτει μια συναρπαστική ερώτηση: Τι συμβαίνει, όταν ένα βιβλικό κείμενο δεν μοιάζει με κείμενο του βιβλικού κανόνα; Μέσα από μία εκτενή ανάλυση ο συγγραφέας αποπειράται να το απαντήσει, αλλά και να αποδείξει και κάτι ακόμη πιο τολμηρό:  πώς η υλική μορφή των χειρογράφων συνδέεται άμεσα με τη διαδικασία ένταξης στον κανόνα.

Το πρόβλημα: ένα βιβλίο του κανόνα χωρίς κεφάλαια

Στις αρχές του 7ου αιώνα παρατηρείται η εξής παράδοξη κατάσταση: ενώ όλα τα άλλα βιβλία της Καινής Διαθήκης είχαν υιοθετήσει συστήματα κεφαλαίων που διευκόλυναν τη μη-γραμμική ανάγνωσή τους, η Αποκάλυψη παρέμενε το μοναδικό βιβλίο χωρίς τέτοιο apparatus οργάνωσης του κειμένου. Ήδη για τα ευαγγέλια είχε επικρατήσει το σύστημα του Ευσεβίου και τις Πράξεις, τις Επιστολές του Παύλου και τις Καθολικές Επιστολές το ίδιο είχε συμβεί με το Ευθαλιανό σύστημα των κεφαλαίων. Τα κείμενα χωρίζονταν σε κεφάλαια, οι τίτλοι τους, που συνόψιζαν την κάθε περικοπή, αναγράφονταν είτε επάνω στη σελίδα είτε στην αρχή του βιβλίου σε πίνακα περιεχομένων για γρήγορη αναζήτηση και πρόσβαση. 

Ο Mindiola επισημαίνει εδώ τη σχέση της διαδικασίας της ανάγνωσης με την εισαγωγή του συστήματος κεφαλαίων. Καθώς όμως μόνο τα βιβλία του κανόνα διαβάζονται στις λειτουργικές συνάξεις, ο M. προχωρά ένα βήμα ακόμη και συνδέει αυτή την υλική μορφή του κειμένου (το χωρισμό σε κεφάλαια, τους πίνακες περιεχομένων κτλ) με το κύρος αυτών των βιβλίων ως μέρος του βιβλικού κανόνα. Η Αποκάλυψη, χωρίς κεφάλαια, έμοιαζε, λοιπόν, περισσότερο με μη-κανονικά κείμενα (όπως τον Ποιμένα του Ερμά ή το Ευαγγέλιο του Θωμά) παρά με τα υπόλοιπα βιβλία της ΚΔ. Αυτή η διαφοροποίηση επιβεβαίωνε και με έναν απτό και υλικό τρόπο την ήδη αμφίβολη θέση της Αποκάλυψης στον κανόνα της Εκκλησίας στην Ανατολή.

Η τριπλή σημασία του συστήματος των κεφαλαίων

Τα κεφάλαια εξυπηρετούν τρεις πολύ σημαντικούς σκοπούς:

α) Διευκολύνουν τη μη γραμμική ανάγνωση και γρήγορη περιήγηση στο κείμενο

Όσον αφορά τα χριστιανικά κείμενα τα κεφάλαια διευκολύνουν τη γρήγορη πρόσβαση σε περικοπές στην περίπτωση της τακτικής / περιοδικής ανάγνωσης κειμένων στη λειτουργική πράξη ή της χρήσης στη διδασκαλία. 

β) Χαρακτηριστικό των κειμένων που θεωρούνταν "Γραφή"

Κατά τον 7ο αιώνα, ένας αναγνώστης περίμενε ένα βιβλικό κείμενο του κανόνα να έχει: τη μορφή κώδικα, να περιέχει nomina sacra και να διαθέτει σύστημα κεφαλαίων και πίνακα περιεχομένων.

γ) Αποτελούν δείκτες συχνής χρήσης και κανονικότητας

Σύμφωνα με τον Μ. η συχνή λειτουργική χρήση των κειμένων οδηγεί στη μη γραμμική ανάγνωση των κειμένων και στην ανάγκη εισαγωγής του συστήματος των κεφαλαίων. Καθώς τα κείμενα του κανόνα είναι εκείνα που έχουν συχνή λειτουργική χρήση, η εισαγωγή των κεφαλαίων συνδέεται άμεσα με την κανονικότητα των βιβλίων. Επομένως τα βιβλικά κείμενα που διέθεταν το σύστημα των κεφαλαίων επιβεβαίωναν την θέση αυτών των κειμένων στον κανόνα. 

Η διπλή στρατηγική του Ανδρέα Καισαρείας

Ο Ανδρέας Καισαρείας κάνει μια διπλή παρέμβαση σημαντική στη διαδικασία κανονικοποίησης της Αποκάλυψης: 

Α. Ερμηνευτική Παρέμβαση: Το ερμηνευτικό υπόμνημα

Με το υπόμνημά του πρόσφερε μία ορθόδοξη ανάγνωση του βιβλίου της Αποκάλυψης (ήδη ο Οικουμένιος είχε κάνει μία ανάλογη ερμηνευτική προσπάθεια χωρίς όμως σημαντική επίδραση). Για να προφυλάξει το βιβλίο της Αποκάλυψης από χιλιαστικές και προβληματικές ερμηνείες υιοθετεί την αναγωγική ερμηνεία (το κείμενο ως μέσο πνευματικής προόδου και παιδείας) και καταδεικνύει τη σημασία αυτού του βιβλίου για τη χριστιανική διδασκαλία. 

Β. Υλική Παρέμβαση: Το Σύστημα Κεφαλαίων

Ο Ανδρέας διαίρεσε επίσης την Αποκάλυψη 24 λόγους (κατ' αναλογία προς τους 24 πρεσβυτέρους του βιβλίου της Αποκάλυψης) και σε 72 κεφάλαια (24× 3 επίπεδα ερμηνείας του βιβλικού κειμένου: γράμμα, τροπολογία, αναγωγή).  Κάθε κεφάλαιο διέθετε κατ' αναλογία προς τα συστήματα κεφαλαίων των άλλων κειμένων του κανόνα, αριθό, τίτλο και τη θέση του στον πίνακα περιεχομένων του βιβλίου. 

Έτσι η Αποκάλυψη πλέον έμοιαζε με τα Ευαγγέλια και τις Επιστολές. Το σύστημα των κεφαλαίων επιπλέον διευκόλυνε τη χρήση της στη διδασκαλία και (πιθανόν) τη λειτουργία. Υλικά, έγινε "συμβατή" με τα υπόλοιπα κανονικά κείμενα.

Το σύστημα του Ανδρέα γνώρισε τελικά αποδοχή. Είναι χαρακτηριστικό από τα 103 από τα 133 χειρόγραφα της Αποκάλυψης τα οποία διατηρούν την παράδοση του Ανδρέα υιοθετείται επίσης και το σύστημα διαίρεσης σε κεφάλαια που πρότεινε. Ετσι η Αποκάλυψη αποκτά κειμενικά τα ίδια χαρακτηριστικά με τα άλλα βιβλία της ΚΔ.

Το άρθρο του Μ. είναι καινοτόμο και κατορθώνει να συνδυάσει τρία συνήθως ξεχωριστά πεδία: 

(α) τη μελέτη των χειρογράφων. Εξετάζει το paratextual apparatus των κειμένων όχι ως δευτερεύον αλλά ως φορέα θεολογία και δείκτη της κανονικότητας των κειμένων. 

(β) την ιστορία του κανόνα.  Υπογραμμίζει ότι η κανονικότητα δεν είναι μόνο θεολογική κατηγορία ή απόφαση συνόδων, αλλά υλική πραγματικότητα που αποτυπώνεται στα χειρόγραφα.

(γ) την Κοινωνιολογία των Κειμένων.  Ο Μ. υιοθετεί την αρχή ότι η υλική μορφή των κειμένων αντιστοιχεί στη χρήση τους. 

Η κεντρική (φιλόδοξη) θέση του άρθρου είναι ότι τα συστήματα κεφαλαίων δεν είναι απλώς τεχνικές διαίρεσης· είναι εργαλεία επιβεβαίωσης και επιβολής της κανονικότητας των κειμένων. Η παρουσία ή απουσία του υποδηλώνει την άμεση σχέση των ορίων του κανόνα με την υλική μορφή του κειμένου στη χειρόγραφη παράδοση. 

Κάποια ερωτήματα

Το άρθρο αναδεικνύει πόσο σημαντική είναι η σύνδεση της υλικότητας των χειρογράφων με την διαδικασία ένταξης των βιβλικών κειμένων στον κανόνα. Όταν μιλάμε για τον κανόνα της Καινής Διαθήκης, συνήθως σκεφτόμαστε συνόδους, καταλόγους βιβλίων και θεολογικά κριτήρια, όπως η αποστολικότητα ή το συμβατό με την πίστη της Εκκλησίας περιεχόμενο του κάθε βιβλίου. Πολύ σπανιότερα αναρωτιόμαστε, αν η υλική μορφή των βιβλικών κειμένων –ο τρόπος δηλαδή με τον οποίο αντιγράφονται, οργανώνονται και χρησιμοποιούνται– μπορεί να παίζει ρόλο στη διαμόρφωση της κανονικότητάς τους. 

Ως προς αυτό η συμβολή του άρθρου είναι ιδιαίτερα γόνιμη καθώς αναδεικνύει την υλική διάσταση των βιβλικών κειμένων και τη σχέσης της προς τη λειτουργική και παιδαγωγική τους χρήση. Παράλληλα, όμως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η σύνδεση ανάμεσα στην χρήση συστημάτων κεφαλαίων και της αναγνώρισης της κανονικότητας ενός βιβλίου δεν τεκμηριώνεται απολύτως ως σχέση αιτιότητας.

Επιπλέον, υπάρχει και ένα σημαντικό χρονολογικό ζήτημα. Ο Ανδρέας γράφει περίπου το 600-610 μ.Χ., αλλά η Αποκάλυψη είχε ήδη επίσημα ενταχθεί στον κανόνα με την 39η Εορταστική Επιστολή του Αθανασίου (367 μ.Χ.) και τις συνόδους του τέλους του 4ου αιώνα. Αυτό σημαίνει ότι ο Ανδρέας δεν μπορούσε να "εισάγει" κανονικότητα σε ένα βιβλίο που ήταν ήδη επίσημα κανονικό για περισσότερο από δύο αιώνες. Το πραγματικό ζήτημα ήταν το χάσμα ανάμεσα στην επίσημη κανονικότητα και την πρακτική αποδοχή στην Ανατολή. Χαρακτηριστικό αυτού του χάσματος είναι ότι η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος (691-692), περίπου 80 χρόνια μετά τον Ανδρέα, επικύρωσε πολλαπλούς κανονικούς καταλόγους, μερικούς που περιλάμβαναν την Αποκάλυψη και μερικούς που δεν την περιλάμβαναν. Αυτό δείχνει ότι η προσπάθεια του Ανδρέα συνέβαλε σε μία μακρά και σταδιακή διαδικασία και όχι σε μία άμεση "επίλυση" του ζητήματος.

Η λειτουργική χρήση, μολονότι σημαντική, δεν υπήρξε ποτέ από μόνη της επαρκές κριτήριο κανονικότητας, όπως δείχνουν περιπτώσεις κειμένων που διαβάστηκαν σε λειτουργικό πλαίσιο (βλ. το Ευαγγέλιο του Πέτρου, τον Ποιμένα του Ερμά ή και απόκρυφες Πράξεις αποστόλων), αλλά τελικώς απορρίφθηκαν για λόγους περιεχομένου. Φαίνεται πως η λειτουργική χρήση δεν εγγυάται από μόνη της την κανονικότητα, και κατά συνέπεια τα κεφάλαια που προκύπτουν από λειτουργική χρήση δεν εγγυώνται κανονικότητα. Δηλαδή, η μετάβαση από τη θέση ότι τα βιβλία του κανόνα έχουν κεφάλαια στη θέση ότι η εισαγωγή των κεφαλαίων καθιστά τα κείμενα μέρος του κανονικά δεν είναι επαρκώς τεκμηριωμένη στο κείμενο. Ίσως, λοιπόν, το σύστημα των κεφαλαίων θα πρέπει να κατανοηθεί όχι ως παράγοντας που εισάγει ή επιβάλλει την κανονικότητα, αλλά ως πρακτική που τη σταθεροποιεί και την αξιοποιεί στο πλαίσιο της λειτουργικής και εν γένει εκκλησιαστικής πράξης. 

Αυτό που προκύπτει για την περίπτωση της Αποκάλυψης είναι ότι η προσπάθεια του Ανδρέα Καισαρείας ήταν σημαντική στη διαδικασία αποδοχής της ως κανονικού βιβλίου αλλά όχι και η τελευταία πράξη αυτής της διαδικασίας. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι από τα 103 χειρόγραφα της Αποκάλυψης με το σύστημα κεφαλαίων του Ανδρέα το 66% (~68 χειρόγραφα) περιέχουν την Αποκάλυψη χωρίς άλλα βιβλία ΚΔ και μόνο το 34% (~35 χειρόγραφα) περιέχουν την Αποκάλυψη με άλλα βιβλία ΚΔ. Θα περίμενε κανείς ακολουθώντας το επιχείρημα του Μ. τα περισσότερα χειρόγραφα να περιέχουν την Αποκάλυψη μαζί με άλλα βιβλία της ΚΔ. Είναι, επομένως, πιθανόν η αιτιότητα να είχε την αντίστροφη πορεία: δε διευκολύνει το σύστημα των κεφαλαίων την ένταξη ενός βιβλίου στον κανόνα, αλλά μάλλον το γεγονός ότι είναι στον κανόνα (και διαβάζεται) οδηγεί στην εισαγωγή των κεφαλαίων. Στην περίπτωση της Αποκάλυψης, αυτή παρά τις αντιρρήσεις (που τελικά οδηγούν στο να μην ενταχθεί στο λειτουργικό κύκλο αναγνωσμάτων στην Ανατολή) είναι ήδη μέρος του κανόνα, αν και η οριστικοποίηση της θέσης της σε αυτόν θα έρθει αργότερα. Αυτό σημαίνει ότι ο Ανδρέας δε μπορεί να εισήγαγε την κανονικότητα της Αποκάλυψης. Είναι βέβαιο όμως ότι το έργο του συνέβαλε στην τελική εδραίωσή της στον κανόνα στην ευρεία πρακτική αποδοχή και χρήση της. 

Η βασική παρατήρηση του Μ. ότι τα βιβλία του κανόνα έχουν κεφάλαια, κάτι που δεν ισχύει για τα περισσότερα εξωκανονικά είναι σημαντική. Επίσης ισχυρή είναι η θέση για την σχέση κανονικότητας και υλικής υπόστασης του κειμένου, όχι τόσο ως αιτιολογική όσο ως περιγραφική της διαδικασίας. Η εισαγωγή των κεφαλαίων, δηλαδή, επιβεβαιώνει και δεν εισάγει την κανονικότητα ενός βιβλικού κειμένου. Υπό αυτήν την έννοια η συμβολή του Ανδρέα Καισαρείας ήταν ουσιαστική. 

Σε κάθε περίπτωση το άρθρο του Μ. δίνει πολλή τροφή για σκέψη. Πώς συνδέεται η υλική μορφή των χειρογράφων με τη θεολογική σημασία των κειμένων; Και πώς διακρίνουμε την επίσημη κανονικότητα από την πρακτική αποδοχή; 

------------------------------------------------------------------

A recent article by Cristian Cardozo Mindiola in Vigiliae Christianae (79/2025), "Segmenting Revelation in Late Antiquity: Andrew of Caesarea's Chapter System as a Textual-Canonical Revolution," makes a bold argument: the material form of biblical manuscripts directly correlates with their canonical status. Focusing on Andrew of Caesarea's seventh-century chapter system for the book of Revelation, Mindiola argues that the absence of chapters made Revelation look "non-canonical" compared to other New Testament books.

The Argument

By the early 7th century, all other NT books had adopted chapter systems: the Eusebian Canon Tables for the Gospels, and the Euthalian apparatus for Acts and the Epistles. These systems facilitated non-linear reading—essential for liturgical and pedagogical use. Revelation, however, lacked such technology.

Mindiola's thesis: frequent liturgical use → need for chapters → canonical texts have chapters → texts with chapters look canonical. Since only canonical texts were read regularly in worship, chapter systems became material markers of canonicity. Revelation without chapters therefore resembled non-canonical texts like the Shepherd of Hermas.

Andrew of Caesarea (~600-610 CE) addressed this through a dual strategy:

a) Hermeneutical intervention: An orthodox commentary emphasizing anagogical interpretation

b) Material intervention: A chapter system (24 logoi, 72 kephalaia) with titles and table of contents

As a result Revelation now "looked like" other canonical texts. The system was widely adopted (103 of 133 manuscripts with Andreian tradition preserve it), helping bridge the gap between official canonicity and practical acceptance in the East.

Critical Assessment

While Mindiola's interdisciplinary approach is valuable—connecting manuscript studies, canon history, and the sociology of texts—the relationship between chapter systems and canonicity invites further consideration.

The challenge of causation: The article demonstrates correlation (canonical texts tend to have chapters) but establishing causation (chapters create or confer canonicity) requires additional evidence. While the pattern is significant, the direction of influence remains open to question.

Cases that complicate the picture: The Gospel of Peter had liturgical use but was ultimately rejected. The Shepherd of Hermas appears with a chapter heading in at least one manuscript (P.Oxy 4707) yet was not finally canonical. Some apocryphal Acts circulated in monastic settings with organizational features but remained non-canonical. These examples suggest that textual organization and liturgical use, while important, were not sufficient for canonical recognition.

What the manuscript data reveals: Of 103 manuscripts with Andrew's chapters, 66% contain Revelation without other NT books, while 34% include it with other NT texts. This pattern suggests that chapters were adopted primarily for practical utility rather than as a means of canonical integration. When Revelation was copied with other NT books, scribes preferred Andrew's system for consistency—but the decision to include Revelation in such collections likely preceded the choice of chapter system.

The chronological context: Andrew writes ~600-610 CE, but Revelation was already officially canonical via Athanasius's Festal Letter 39 (367 CE) and the late 4th-century councils. The real issue was the gap between official canonicity and practical acceptance in the East. Notably, the Quinisext Council (691-692 CE)—~80 years after Andrew—ratified multiple canonical lists, some including and some excluding Revelation. This suggests Andrew's contribution was part of a long, gradual process rather than a decisive turning point.

Conclusion

Mindiola's central observation remains valuable: canonicity has a material dimension. Chapter systems reflect and reinforce bibliographic expectations for scriptural texts. Andrew's work did not create Revelation's canonical status, but it helped facilitate the transition from contested official canonicity to broader practical acceptance by removing a material obstacle and enabling easier use in teaching contexts.

The article makes an important contribution by drawing attention to the intersection of material form, liturgical practice, and canonical reception—even if the precise causal relationships require continued investigation.