Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Τα θαύματα στη συνοπτική παράδοση (VIII): η θέση τους στο κατά Μάρκον / Miracles in the synoptic tradition (VIII): their place in Mark's Gospel

Αναμφισβήτητα τα θαύματα αποτελούν συστατικό μέρος των ευαγγελικών αφηγήσεωνγια την επίγεια δράση του Ιησού, η σημασία τους όμως μέσα σε αυτές δεν θα πρέπει να απολυτοποιείται, όπως συχνά γίνεται. Απεναντίας, αυτό που διαπιστώνει κανείς μετά από μία προσεκτική ανάγνωση τέτοιων θαυμάτων είναι ότι οι ευαγγελιστές φροντίζουν να απορρίψουν οποιαδήποτε σύνδεσή τους με μαγικές πράξεις και να τονίσουν την θεολογική τους σημασία περισσότερο από το ίδιο το θαυματουργικό γεγονός. 
Στο κατά Μάρκον τα θαύματα αντιμετωπίζονται γενικά με έναν θετικό τρόπο αλλά πάντοτε με μία διάθεση κριτικής θεολογικής αξιολόγησής τους. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι συχνά συνοδεύονται από ερμηνευτικούς σχολιασμούς. Τα θαύματα είναι σαφώς μέρος της δράσης του Ιησού, όπως προκύπτει από την αναφορά τους στα λεγόμενα "summaria" (περιληπτικές περιγραφές της δράσης του Ιησού που καλύπτουν ένα μεγάλο χρονικό διάστημα της δράσης του Ιησού), αλλά και από την περιγραφή επιμέρους περιστατικών θαυμάτων σε όλη τη διάρκεια της δημόσιας δράσης του Ιησού. 
Μολονότι ο Μάρκος περιέχει ένα αναλογικά με το εύρος του ευαγγελίου του μεγάλο αριθμό θαυμάτων δεν θα πρέπει κανείς να παραβλέψει τη σχέση μεταξύ λόγου/κηρύγματος και πράξεων του Ιησού στο συγκεκριμένο ευαγγέλιο. Για την ακρίβεια, τα θαύματα λειτουργούν ως η επιβεβαίωση της διδασκαλίας του Ιησού κι επομένως ουσιαστικά εκείνη προηγείται. Έτσι, των πρώτων θαυμάτων εξορκισμού/θεραπείας προηγείται η διδασκαλία του Ιησού για την έλευση της Βασιλείας και η κλήση των πρώτων μαθητών (1,14-20). Ο αφηγηματικός κύκλος θαυμάτων στο Μκ 4,35-5,43 συνδέεται άμεσα κι εξαρτάται από την αντιπαράθεση του Ιησού με τις ιουδαϊκές αρχές (2,1-3,6) και την ενότητα των παραβολών (4,1-34). Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περιγραφή της αντίδραση του πλήθους στο πρώτο θαύμα εξορκισμού (1,23-28), όπου χαρακτηριστικά οι παρευρισκόμενοι αναρωτιούνται: "τί ἐστιν τοῦτο; διδαχὴ καινὴ κατ' ἐξουσίαν καὶ τοῦ πνεύμασιν τοῖς ἀκαθάρτοις ἐπιτάσσει καὶ ὑπακούουσιν αὐτῷ". Εδώ προηγείται η αναφορά στην καινή διδαχή του Ιησού (για την οποία έγινε λόγος στο 1,21-22) κι ακολουθεί η θαυματουργική εκδίωξη των δαιμόνων. Με αυτόν τον τρόπο δεν απολυτοποιείται το θαύμα, αλλά πάντοτε είναι στενά συνδεδεμένο με το κήρυγμα της Βασιλείας του Θεού.
Αυτό βέβαια δε σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι ο Μάρκος υποβαθμίζει ή ακυρώνει τα θαύματα. Απεναντίας, τα θαύματα είναι δηλωτικά της ταυτότητας του Ιησού και κομμάτι της χριστολογίας του ευαγγελίου. Ειδικότερα, οι εξορκισμοί και οι θεραπείες, τα οποία κατέχουν σημαντική θέση μέσα στο δεύτερο στη σειρά του κανόνα ευαγγέλιο, είναι αποκαλύψεις της θεότητας του Ιησού. Χαρακτηριστικά, τα δαιμόνια εμφανίζονται ως γνώστες της ταυτότητας του Ιησού, την οποία ομολογούν. Από την άλλη όμως, αυτή η ομολογία περιορίζεται μέσω της εντολής του Ιησού να σωπάσουν ή στην περίπτωση των θεραπευμένων ασθενών να μην διαδώσουν την είδηση της θεραπείας. Πρόκειται για μία ενδιαφέρουσα αφηγηματική τεχνική του κατά Μάρκον με βαθύτερη θεολογική σημασία, το λεγόμενο "μυστικό του Μεσσία". Σε όλο το ευαγγέλιο ο Ιησούς εμφανίζεται να ζητά από τους παρευρισκόμενους να μην αποκαλύψουν τα θαυμαστά, των οποίων υπήρξαν μάρτυρες. Κι αυτό γιατί για το ευαγγέλιο του Μάρκου η στιγμή που αποκαλύπτεται απόλυτα η ταυτότητα του Ιησού είναι ο σταυρός (βλ. χαρακτηριστικά την ομολογία του κεντυρίωνα 15,39). Τα θαύματα σαφώς είναι δηλωτικά της θεότητας του Ιησού, η κορύφωση της αποκάλυψης αυτής της αλήθειας θα γίνει επάνω στον σταυρό και με την ανάσταση (9,9). Σε ένα δεύτερο, μάλιστα, επίπεδο η εντολή σε όσους γίνονται μάρτυρες των θαυμάτων να μην διαδώσουν την είδηση ίσως λειτουργεί κι ως μία προτροπή προς τα μέλη της κοινότητας που διαβάζει το Μκ να διαχειριστούν με διάκριση τη μαρτυρία των θαυμάτων. 
Ένα ακόμη ενδιαφέρον θεολογικό στοιχείο σχετικό με τις αφηγήσεις θαυμάτων στο Μκ είναι η σύνδεσή τους συχνά με το μοτίβο της πνευματικής τυφλότητας και άγνοιας που χαρακτηρίζει τους μαθητές αλλά και τους συγχρόνους του Ιησού. Η σύνδεση της θεραπείας του τυφλού Βαρτιμαίου, για παράδειγμα, με το θέμα της μαθητείας και της πνευματικής όρασης είναι προφανής στο 10,52 (καὶ εὐθὺς ἀνέβλεψεν καὶ ἠκολούθει αὐτῷ). Κατά ανάλογο τρόπο, η θεραπεία του τυφλού στο 8,22-26 αποκτά ένα βαθύτερο θεολογικό νόημα, καθώς αυτής προηγείται ο έλεγχος του Ιησού προς τους μαθητές, οι οποίοι ανησυχούν για τα τρόφιμα κι ο Ιησούς τους παραπέμπει στο θαύμα του χορτασμού. Το μοτίβο της άγνοιας των μαθητών και της αδυναμίας τους να κατανοήσουν είναι εμφανές στα θαύματα σωτηρίας και δωρεάς στο κατά Μάρκον. Στο θαύμα της κατάπαυσης της τρικυμίας, για παράδειγμα, ο Ιησούς ελέγχει τους μαθητές για τη δειλία και την έλλεψη πίστης και στο θαύμα του περίπατου επάνω στη θάλασσα αναφέρεται ότι εκείνοι έδειξαν δειλία, γιατί δεν είχαν κατανοήσει το βαθύτερο νόημα του θαύματος του χορτασμού (6,52). Ο Ιησούς αποκαλύπτεται μπροστά τους ως ο Θεός Δημιουργός κι ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης, εκείνοι όμως αδυνατούν να το αντιληφθούν, μία έμμεση κριτική του Μκ ότι τα θαύματα δεν είναι από μόνα τους αρκετά για να προκαλέσουν την πίστη.