Τακτική επισκόπηση ειδήσεων σχετικών με τις βιβλικές σπουδές και τον αρχέγονο Χριστιανισμό
Σάββατο 10 Απριλίου 2010
Βιβλιοκρισίες RBL 9/4/2010
Michael Bachmann, Anti-Judaism in Galatians? Exegetical Studies on a Polemical Letter and on Paul's Theology
Reviewed by Kevin McCruden
Michael F. Bird, Are You the One Who Is to Come? The Historical Jesus and the Messianic Question
Reviewed by Christopher W. Skinner
Mark J. Boda, A Severe Mercy: Sin and Its Remedy in the Old Testament
Reviewed by Erhard S. Gerstenberger
Walter Brueggemann, Divine Presence amid Violence: Contextualizing the Book of Joshua
Reviewed by Gerrie Snyman
R. Crumb, The Book of Genesis Illustrated
Reviewed by David Petersen
Robert Daly, ed., Apocalyptic Thought in Early Christianity
Reviewed by Martin Karrer
W. Edward Glenny, Finding Meaning in the Text: Translation Technique and Theology in the Septuagint of Amos
Reviewed by Francis Dalrymple-Hamilton
T. Muraoka, A Greek-English Lexicon of the Septuagint
Reviewed by Frederick Danker
James Reitman, Unlocking Wisdom: Forming Agents of God in the House of Mourning
Reviewed by Craig G. Bartholomew
Akira Satake, Die Offenbarung des Johannes: Redaktionell bearbeitet von Thomas Witulski
Reviewed by Russell Morton
Τετάρτη 7 Απριλίου 2010
Το νέο τεύχος του JThS / The recent issue of JThS
C. L. Crouch, "Genesis 1:26–7 As a statement of humanity’s divine parentage", 1-15
Το γλωσσολογικό και πολιτισμικό υπόβαθρο των λέξεων צלם και דמות συνηγορούν για μία ανάγνωση του Γεν 1,26-27 ως μία δήλωση της καταγωγής της ανθρωπότητας από το Θεό Πατέρα. Ως τέτοια όμως σκοπό έχει να τονίσει τις ευθύνες του παιδιού απέναντι στους γονείς και των γονιών απέναντι στα παιδιά. Μία τέτοια ερμηνεία λαμβάνει υπόψη και αξιοποιεί τόσο το σημασιολογικό εύρος των λέξεων-κλειδιών και την θέση ότι η δήλωση αυτή έχει και θεολογική σημασία.
Eran Viezel, "The Formation of some Biblical Books, According to Rashi", 16-42
Oι Ιουδαίοι εξηγητές του 12ου αι. που ασχολήθηκαν με την ερμηνεία peshat της εβραϊκής Βίβλου ενδιαφέρονταν για ζητήματα τα οποία σήμερα θα τα χαρακτηρίζαμε ως "υψηλή κριτική" και έθεταν ερωτήματα σχετικά με τους συγγραφείς και τη μορφή που έλαβαν τα βιβλικά κείμενα. Μολονότι υπάρχουν αρκετές μελέτες σχετικά με αυτό το ζήτημα, δεν υπήρξε μέχρι σήμερα μία μελέτη αφιερωμένη στη θέση του Rashi (1040-1105), του γνωστότερου και σημαντικότερου Ιουδαίου εξηγητή peshat του Μεσαίωνα. Ο συγγραφέας του άρθρου καταδεικνύει ότι μολονότι ο Rashi δεν ασχολήθηκε συστηματικά με τη διερεύνηση αυτών των ερωτημάτων, είχε μία σαφή άποψη γι' αυτά, η οποία αναδεικνύεται μέσα από μία προσεκτική εξέταση των σχετικών σχολίων που βρίσκονται διάσπαρτα στα έργα του. Σύμφωνα με τη γνώμη του Rashu τα περισσότερα βιβλικά κείμενα συντάχθηκαν μέσα από μία διπλή διαδικασία: πρώτον, ένα παρατεταμένο στάδιο συγγραφής και στη συνέχεια συγνεντρωσης των κειμένων και συρραφής τους σε ένα βιβλίο. Αυτό το δεύτερο στάδιο συλλογής και συρραφής έλαβε χώρα κατά τα ύστερα χρόνια της ζωής των συγγραφέων. Ο Rashi έφτασε σε αυτό το συμπέρασμα με τη βοήθεια των ραββινικών πηγών και μέσα από την προσεκτική ανάγνωση της Βίβλου. Καθώς η στάση του επηρέασε τους μαθητές του και του μαθητές των μαθητών του, αυτό το ζήτημα δημιουργεί σχέσεις μεταξύ της ραββινικής σκέψης και τως μεσαιωνικής ιουδαϊκής εξήσηγης peshat.
Τα κύρια σχεδιαγράμματα του περιεχομένου του κατά Ματθαίον επικεντρώνονται είτε στη διάκριση μεταξύ συζήτησης και αφήγησης (τα "πέντε βιβλία" του Bacon ή τα χιαστά σχήματα) ή σε μία αφηγηματολογικά προσανατολισμένη διαίρεση του περιεχομένου που συχνά αποδίδεται στο κατά Μάρκον. Και οι δύο προσεγγίσεις έχουν σημαντικές αδυναμίες, μπορεί όμως να εξευρεθεί μία διέξοδος με τη βοήθεια της ρητορικής ανάλυσης των παραπομπών από την Π.Δ. οι οποίες είναι σαφώς σημαντικές για το κατά Ματθαίον. Όταν κανείς αναλογισθεί τα λόγια από τον Ησαΐα που παρατίθενται, είναι δυνατό να διακρίνει δέκα διαφορετικές παραπομπές, κάποιες φορές ανάμεικτες με τα λόγια ενός μικρούς προφήτη. Ο αριθμός 10 αντιστοιχεί σε μία ενδιαφέρουσα ραββινική παράδοση, την οποία γνωρίζει ο Ματθαίος και στη χρήση των παραπομπών ως μίας αλυσίδας πυρήνων δομής γύρω από τους οποίους συγκεντρώνονται διάφορες παραδόσεις που βρίσκονται κοντά στην τεχνική pesher, η οποία αναγνωρίσθηκε σε πρόσφατη ανάλυση του Κειμένου της Δαμασκού από τα χειρόγραφα της Ν. Θάλασσας. Στο τελευταίο μέρος του άρθρου ο συγγραφέας καταλήγει με μία παρουσίαση των δέκα ενοτήτων pesher στο ευαγγέλιο που ορίζονται από αυτές τις παραπομπές και οι οποίες επικεντρώνονται στο πώς κάθε παραπομπή από την Π.Δ. ενισχύει την ερμηνεία που κάνει ο Ματθαίος της ευρύτερης συνάφειας του Ησαΐα από την οποία αντλείται το κάθε επιμέρους κείμενο.
Τι φως ρίχνουν οι Αποστολικοί Πατέρες στη συνεχιζόμενη συζήτηση για τη φράση "πίστις Χριστού" (Γαλ 2,16 [δύο φορές], 20. 3,22. Ρωμ 3,22.26. Φιλ 3,9, πρβλ. Εφ 3,12 [τῆς πίστεως αὐτοῦ]), 4,13); Ενώ υπάρχει γενικά η θέση ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν έκαναν λόγο για την πιστότητα του Ιησού, δεν έχει γίνει καταγραφή των θέσεων των Αποστολικών Πατέρων. Με σκοπό να καλύψει αυτό το κενό ο συγγραφέας εξετάζει κάθε χρήση της λέξης "πίστις" με γενική προσωπική στους Αποστολικούς Πατέρες και περιλαμβάνει και μία εξήγηση των κειμένων που κάνουν λόγο για την πιστότητα του Ιησού. Αντίθετα με τη γενική θέση ο συγγραφέας καταλήγει ότι οι Αποστολικοί Πατέρες πραγματικά έκαναν λόγο για την πιστότητα του Ιησού Χριστού καθώς επίσης και για την πίστη ως κάτι το οποίο με αινιγματικό τρόπο παρέχεται δι' αυτού.
H. A. G. Houghton, "The ST Petersburg Insular Gospels: Another Old Latin Witness", 110-127
Τα νησιωτικά ευαγγέλια του St Petersburg (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ρωσίας F.v.I.8, τα οποία κάποιες φορές είναι γνωστά κι ως Codex Fossatensis) αντιγράφηκαν στην Αγγλία κατά τον 8ο αι. Αυτό το χειρόγραφο είναι γνωστό για τη διακόσμησή του, δεν έχει όμως γίνει κάποια έρευνα για το κείμενο των ευαγγελίων που διασώζει εκτός από τη σύγκριση μεμονωμένων περικοπών από τον Bonifatius Fisher. Mία πλήρης μεταγραφή του κατά Ιωάννην και η σύγκρισή του με το κείμενο της Vulgata καταδεικνύει ότι το χειρόγραφη προέρχεται από μία αρχαία λατινική εκδοχή, η οποία διορθώθηκε σε μεγάλη έκταση με βάση τη Vulgata. Παρά τις περαιτέρω διαφοροποιήσεις προς το χειρόγραφο, διασώζονται αρκετές γραφές αμετάβλητες οι οποίες ανάγονται στο αρχαιότερο στρώμα της αρχαίας λατινικής μετάφρασης του κατά Ιωάννην. Κάποιες έχουν παράλληλα σε πατερικές παραθέσεις, ενώ κάποιες άλλες είναι μοναδικές. Πρόκειται επομένως για ένα σημαντικό μάρτυρα του κειμένου των αρχαίων λατινικών ευαγγελίων και τώρα έχει περάσει στον κατάλογο του Ινστιτούτου Vetus Latina με τον αριθμό VL 9A.
H υποψία ότι αυτός που "ανακάλυψε" την επιστολή του Κλήμεντος Αλεξανδρέως προς τον Θεόδωρο ήταν και ο συγγραφέας της διατυπώθηκε λίγο μετά από την πρώτη έκδοσή της το 1973 κι επαναλήφθηκε πολλές φορές στα χρόνια μετά το θάνατο του Morton Smith to 1991. Ωστόσο τα αποσπάσματα του "Μυστικού κατά Μάρκον" ερμηνεύονται συχνά με βάση την υπόθεση ότι η επιστολή που τα περιέχει είναι γνήσια. Ο συγγραφέας εξετάζει εάν η υποψία ότι πρόκειται για απάτη -εξαιτίας κυρίως των συνθηκών κάτω από τις οποίες βρέθηκε το εν λόγω χειρόγραφο - μπορεί να αποδειχθεί πέραν κάθε αμφιβολίας. Ο συγγραφέας του άρθρου εξετάζει προσεκτικά το ίδιο το κείμενο με βάση ένα διπλό υπόβαθρο, των αδιαμφισβήτητων συγγραμμάτων του Κλήμεντος από τη μία και των δημοσιευμένων έργων του Morton Smith από την άλλη. Υποστηρίζεται ότι οι εσωτερικές ανωμαλίες της επιστολής καθώς επίσης και μερικές τεχνικές της σύνταξης του κειμένου δεν επιβεβαιώνουν την προέλευσή της από τον Κλήμεντα κι ότι πρόκειται για κείμενο που εξυπηρετούσε ενδιαφέροντα και έχει δεχθεί επιδράσεις, οι οποίες χρονολογικά είναι αρχαιότερες της ανακάλυψης του κειμένου στο μοναστήρι του Mar Saba.
J. Christopher Edwards, "Pre-Nicene Receptions of Mark 10:45//Matt. 20:28 with Phil. 2:6–8", 194-199
Σκοπός αυτής της σύντομης μελέτης είναι να εξετάσει εκείνα τα κείμενα της περιόδου πριν την Νίκαια, τα οποία συνδέουν τα Μκ 10.45 // Μτ 20,28 με το Φιλ 2,6-8. Τα κείμενα που εξετάζονται είναι τα Ωριγένης, Αποσπ. Κατά Λκ 210, Κλήμεντος Αλεξανδρέως, Παιδαγ. 1.9.85.1 -2, Quis div. 37.1-4, Πράξεις Θωμά 72.
Το λεγόμενο Ευαγγέλιο του Βαρνάβα είναι ένα παράξενο σύγγραμμα του οποίου το ιστορικό υπόβαθρο παραμένει άγνωστο. Αυτό το κείμενο διασώζεται σε δύο χειρόγραφα, ένα ιταλικό του 16ου αι. κι ένα ισπανικό από τον 10ο. Παρά την πρόσφατη αντίρρηση μπορεί να αποδειχθεί ότι το ιταλικό κείμενο ήταν το πρωτότυπο από το οποίο μεταφράστηκε στα ισπανικά. Η χρονολόγηση του ιταλικού κειμένου είναι μάλλον αρχαιότερη από εκείνη του χειρογράφου και μάλλον το κείμενο θα πρέπει να τοποθετηθεί στον 14ο αι. Μολονότι περιέχει ένα μεγάλο σε όγκο εξωευαγγελικό υλικό, το Ευαγγέλιο του Βαρνάβα ακολουθεί τη βασική αφηγηματική πορεία των κανονικών ευαγγελίων και αφηγείται την ιστορία του Ιησού από την Ναζαρέτ από τη γέννηση μέχρι τη σταύρωσή του. Μία πηγή που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας του φαίνεται να είναι ένα ιταλικό Διατεσσάρων το οποίο έχει στενές σχέσεις με τις εναρμονίσεις της Βενετίας και της Τοσκάνης που εκδόθηκαν από τους Todesco, Vaccari και Vatasso στα 1938, όπως αποδεικνύουν οι πολλές γραφές που είναι κοινές μεταξύ του απόκρυφου και αυτών των εναρμονίσεων.
Andrew Cain, "An Unidentified Patristic Quotation in Jerome’s Commentary on Galatians (3.6.11)", 216-225
Στο υπόμνημά του στην προς Γαλάτας (3.6.11) ο Ιερώνυμος παραθέτει και ασκεί κριτική σε μία ερμηνεία του Γαλ 6,11, η οποία θεωρεί ότι ο Παύλος δεν γνώριζε να γράφει ελληνικά. Ο συγγραφέας του παρόντος άρθρου απορρίπτει την υπόθεση ότι αυτή η ερμηνεία προέρχεται από τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο και διατυπώνει την υπόθεση ότι προέρχεται από τον Ευσέβιο Εμέσης. Είναι γνωστό ότι ο Ιερώνυμος είχε χρησιμοποιήσει το Υπόμνημα στην προς Γαλάτας του Ευσεβίου κι αλλού και άσκησε κριτική στον Ευσέβιο με παρόμοιο τρόπο στο έργο του Quaestiones hebraicae in Genesim. Επιπλέον διατυπώνεται η υπόθεση ότι η προσωπική εμπειρία του Ευσεβίου με τις δύο γλώσσες τον οδήγησε στο να υποθέσει μία δυσκολία του Παύλου κι ότι αυτή η ερμηνεία του μπορεί να επηρέασε τον Χρυσόστομο στο να διατυπώσει τη θέση ότι ο Παύλος δυσκολευόταν να γράψει καλά ελληνικά.
Τρίτη 6 Απριλίου 2010
Ένα νέο βιβλίο για την πρόσληψη των κειμένων της Π.Δ. στην Κ.Δ. / A new book on the reception of the OT texts in the NT
Κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Vandenhoeck & Ruprecht ένας νέος συλλογικός τόμος με θέμα την πρόσληψη των κειμένων της Π.Δ. στην Κ.Δ.:B. Kollmann (εκδ.), Die Verheißung des Neuen Bundes. Wie alttestamentliche Texte im Neuen Testament fortwirken (BThS 35), Vandenhoeck & Ruprecht, Göttingen 2010
284 σελίδες
ISBN: 978-3-525-61616-1
29,90 ευρώ
Περιγραφή του εκδοτικού οίκου
Στον παρόντα συλλογικό τόμο παρουσιάζονται είκοσι παλαιοδιαθηκικά κείμενα, τα οποία έχουν μεγάλη σημασία και για την Κ.Δ. Στην αρχή εξετάζεται η αρχική σημασία της κάθε βιβλικής παράδοσης μέσα στην παλαιοδιαθηκική της συνάφεια και στη συνέχεια παρουσιάζεται η πρόσληψή της από τον αρχαίο ιουδαϊκό κόσμο. Σε αυτή τη βάση εξετάζεται στο τέλος το ερώτημα πώς ο αρχέγονος Χριστιανισμό οικειοποιήθηκε τις σχετικές παραδόσεις και ποιες θεολογικές αρχές διαδραματίζουν εδώ σημαντικό ρόλο. Επίσης τίθεται το ερώτημα κατά πόσο μία τέτοια προσέγγιση των παλαιοδιαθηκικών κειμένων είναι θεμιτή.
Το νέο τεύχος του Die Welt des Orients
M. Gerhards, "Die biblischen 'Hethiter'", 145-179
R. Haase, "Eine Bemerkung zum zweiten Satz des §200b der hethitischen Rechtssatzung", 180-183
Στο σύντομο αυτό άρθρο επανεξετάζεται ο νόμος 200 των Χεττιτικών Νόμων (εκπαίδευση των μαθητευομένων). Ο συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το κείμενο έχει παραφθαρεί και θα πρέπει να αποκατασταθεί. Κατά συνέπεια η τιμωρία της παράδοσης ενός προσώπου στο προσβαλλόμενο μέρος επιβάλλεται σε έναν αρχιτεχνίτη που δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του.
R. Heckl, "Wann ist mit dem Abschluss des Pentateuchs zu rechnen?", 184-204
Το απόσπασμα του Εκαταίου του Αβδηρίτη που παρατίθεται από τον Διόδωρο, στο οποίο στηρίζεται το παρόν άρθρο, αναφέρεται σε μία παλιά ελληνική μετάφραση της Πεντατεύχου, η οποία με τη σειρά της συνδέεται με τη μετάφραση των Ο΄. Κατά συνέπεια η Πεντάτευχος θα πρέπει να υπήρχε στην ελληνική της μετάφραση στην Αλεξάνδρεια γύρω στο 315/14 π.Χ. Με βάση αυτην την πληροφορία ο συγγραφέας του άρθρου οδηγείται στο συμπέρασμα ότι η Πεντάτευχος πρέπει να ολοκληρώθηκε περί τα μέσα του 4ου αι. π.Χ. το αργότερο.
M.G. Klingbeil, "Mapping the Literary to the Literal Image", 205-222
Ο συγγραφέας συγκρίνει τις επιμέρους μεταφορές της γενικότερης μεταφοράς του Ουράνιου Πολεμιστή στον εβραϊκό Ψαλτήρα με εικονογραφικά στοιχεία των παραστάσεων του θεού της καταιγίδας και του πολέμου Baal στην εικονογραφία της αρχαίας Εγγύς Ανατολής.
C. Peust, "Zur assyrischen Vokalharmonie und zum Wortakzent des Akkadischen", 223-233
Ο συγγραφέας στηρίζεται στις σύγχρονες θεωρίες για τη λεγόμενη ασσυριακή αρμονία των φωνηέντων και επανεξετάζει τους κανόνες τονισμού της ασσυριακής ακκαδικής διαλέκτου. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο τονισμός της ασσυριακής ακκαδικής ομοιάζει σε γενικές γραμμές τον "εβραϊκό τύπο", όπου η έμφαση βρίσκεται στην τελευταία συλλαβή της ρίζας στα ουσιαστικά και ρήματα.
Κ. Radde-Antweiler, "»Study the Ritual not the Belief?«. Ritualtheoretische Analysen alttestamentlicher Texte", 234-246
Oι τελετουργίες και η επιστημονική ανάλυσή τους είναι ένα προσφιλές θέμα των τελευταίων χρόνων. Δεν προκαλεί επομένως έκπληξη - σε αντίθεση προς τις μελέτες από τις αγγλοσαξονικές χώρες- ότι αυτές οι νέες μελέτες δεν συμπεριλαμβάνονται στις παλαιοδιαθηκικές σπουδές. Η συγγραφέας συζητά κατά πόσο τα συμπεράσματα της θεωρίας της τελετουργίας μπορούν να προσφέρουν στον τομέα των βιβλικών σπουδών. Προκειμένου να δοθεί μία ικανοποιητική απάντηση, παρουσιάζονται κριτικά δύο πρόσφατες μονογραφίες.: »Rituals and Ritual Theory in Ancient Israel« του Ithmar Gruenwald και »Bridging the Gap. Ritual and Ritual Texts in the Bible« του Gerald Klingbeil. Και τα δύο έργα επικεντρώνονται στις τελετουργίες και τα τελετουργικά κείμενα και προσπαθούν να εντάξουν σε αυτές ανθρωπολογικές μεθοδολογίες. Παρά ταύτα το ερώτημα παραμένει κατά πόσο και πώς η επικέντρωση στις πράξεις κι όχι στους λόγους μπορεί να οδηγήσει σε γόνιμα συμπεράσματα.
Δευτέρα 5 Απριλίου 2010
Το νέο τεύχος του Novum Testamentum
M. Mitchell - J.G. Barabbe - A.B. Quandt, "Chicago’s “Archaic Mark” (ms 2427) II: Microscopic, Chemical and Codicological Analyses Confirm Modern Production", 101-133
Chr. Karakolis, "Narrative Funktion und christologische Bedeutung der markinischen Erzählung vom Tod Johannes des Täufers (Mk 6:14-29)",134-155
J.R. Harrison, "Paul’s Doxa Terminology in Its Ancient Benefaction Context", 156-188
Oι μελέτες για την παύλεια χρήση του όρου "δόξα" στις επιστολές προς Κορινθίους επικεντρώνονται είτε στην αναφορά στην παράδοση για τη δόξα του Μωυσή στο 2 Κορ 3,4-4,6 είτε στο πώς οι διάφορες παραδόσεις για τη "δόξα" στη μετάφραση των Ο΄ και στον Ιουδαϊσμό του Δεύτερου Ναού συνέβαλαν στη διαμόρφωση της χριστολογίας του (2 Κορ 2,8). Ωστόσο ο χαρακτηρισμός εκ μέρους του Παύλου των αδελφών που συνόδεψαν τα χρήματα στα Ιεροσόλυμα ως "δόξα του Χριστού" (2 Κορ 8,23) δεν έχει προκαλέσει την προσοχή. Όπου γίνεται κάποια συζήτηση για τη φράση, αυτή κατανοείται με βάση τα άσματα του Ησαΐα για τον "πάσχοντα δούλο" (Ησ 42. 49. 52-53) και την προφητεία γι' αυτόν (60. 62). Εναλλακτικά το κείμενο ερμηνεύεται μέσα στη συνάφειά του με την έννοια ότι οι αδελφοί συμβάλλον στη δόξα του Χριστού (2 Κορ 3,18. 8,19). Ο συγγαφέας διατυπώνει την υπόθεση ότι οι τιμητικές επιγραφές, ο λόγος για τους Ροδίους του Δίωνος Χρυσοστόμου και η αυτοκρατορική συνάφεια της έννοιας της "δόξας" μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε καλύτερα γιατί ο Παύλος περιέγραψε τους συνεργάτες του ως "δόξα του Χριστού". Χρησιμοποιώντας αυτήν τη φράση ο Παύλος ενεργεί μέσα στο πλαίσιο των τιμητικών ρητορικών σχημάτων, αλλά απομακρύνεται από την εγκωμιαστική λογική και τον αυτοκρατορικό προσανατολισμό.
Παρασκευή 2 Απριλίου 2010
Ο Ιούδας στις προευαγγελικές παραδόσεις / Judas in Pre-Gospel Traditions
O Greenberg στηρίζεται σε τρεις βασικές μαρτυρίες, του Παύλου (1 Κορ 11,23. 15,5), της Q (Μτ 19,28 // Λκ 22,29-30) και στο ευαγγέλιο του Πέτρου για να υποστηρίξει τη θέση ότι στις αρχαιότερες χριστιανικές παραδόσεις η μορφή του Ιούδα δεν είναι αρνητικά φορτισμένη, αλλά αντίθετα εξακολουθεί να θεωρείται ένας από τους 12 μαθητές. Αφετηρία των επιχειρημάτων του είναι οι παρατηρήσεις του Klassen σχετικά με το ρήμα "παραδίδωμι" με το οποίο συνήθως περιγράφεται η πράξη παράδοσης του Ιησού από τον Ιούδα στα ευαγγελικά κείμενα (από τις 120 φ. που απαντά το ρ. στην Κ.Δ. οι 44 συνδέονται με τον Ιούδα). Ο Greenberg ακολουθώντας τον Classen εκφράζει αμφιβολίες για το κατά πόσο η λέξη θα πρέπει να κατανοηθεί με την αρνητική δευτερεύουσα σημασία της ως "προδίδω". Τις επιφυλάξεις του τις στηρίζει στο γεγονός ότι στα δύο αρχαιότερα κείμενα όπου ο Παύλος φαίνεται να υπαινίσσεται τον Ιούδα δεν υπάρχει καμιά νύξη στην προδοσία. Το ίδιο φαίνεται να ισχύει για την Q. O Greenberg στην περίπτωση θεωρεί ότι το κείμενο του Ματθαίου, το οποίο κάνει λόγο για τους 12 θρόνους, όπου θα καθίσουν οι 12 μαθητές (κάτι που δεν αναφέρεται με τόση σαφήνεια στο παράλληλο του Λκ) είναι εκείνο που ακολουθεί πιστότερα την Q. Τέλος, το Ευαγγέλιο Πέτρου, για το οποίο ο Greenberg φαίνεται να υιοθετεί την άποψη ότι είναι αρχαιότερο του Μάρκου, δεν κάνει ουδεμία αρνητική αναφορά στο πρόσωπο του Ιούδα.
Πέμπτη 1 Απριλίου 2010
Ένα νέο άρθρο για την προς Φιλήμονα / A new article on Philemon
Pierre J. Jordaan, S. Philip Nolte, "Reading Philemon as therapeutic narrative"
Στο άρθρο αναλύονται οι διαφορετικές αφηγήσεις που υπονοούνται στην προς Φιλήμονα κάνοντας χρήση της αφηγηματικής θεραπευτικής προσέγγισης, όπως αυτή αναπτύχθηκε από τους Epston και White (1990). Μία κυρίαρχη αφήγηση (η σκληρή αντιμετώπιση των δούλων στο περιβάλλον των αρχαίων Χριστιανών) και μία αφήγηση που προκαλεί (μία περισσότερο ανθρώπινη αντιμετώπισή τους) μπορούν σαφώς να διακριθούν στην επιστολή. Στο άρθρο τους οι συγγραφείς καταδεικνύουν την προσπάθεια του Παύλου να γεφυρώσει το κενό μεταξύ των δύο αυτών θέσεων χρησιμοποιώντας διαφορετικές υποδείξεις που προέρχονται από τις μυστηριακές λατρείες και το παράδειγμα του Ιησού. Συμπερασματικά η αφηγηματική θεραπευτική προσέγγιση αποδεικνύεται ένας νέος και ιδιαίτερος τρόπος αντιμετώπισης του αφηγηματικού κόσμου της προς Φιλήμονα.
Ένα νέο άρθρο στο τρέχον τεύχος του JHS / A new article in the recent issue of JHS
Moshe Garsiel, "The Book of Samuel: Its Composition, Structure and Significance as a Historiographical Source"
Το βιβλίο του Σαμουήλ περιέχει αρχαίο και αυθεντικό υλικό και οι δύο κύριες εκδοχές του συντάχθηκαν ήδη κατά το 10ο αι. π.Χ. Η αρχαιότερη ωστόσο από τις δύο εκδοχές δέχθηκε επεξεργασίες και εντάχθηκε μέσα στη μεταγενέστερη και εκτενέστερη και τελικά έπαψε να είναι αυθύπαρκτη. Παρά τις κάποιες μεταγενέστερες προσθήκες, τις μικρές αλλαγές και ακόμη τις περιορισμένες παρεμβάσεις του Δευτερονομιστή εκδότη και παρά τη διαφορά στα θεολογικά και κοινωνικά ζητήματα που ενδιαφέρουν τους δύο αρχαιότερους συγγραφείς του, το βιβλίο του Σαμουήλ στην τελική του μορφή παραμένει η αρχαιότερη περιεκτική πηγή, η οποία ενσωματώνει διάφορα πρωτότυπα κείμενα και μαρτυρίες της αρχαίας εποχής και ιδιαίτερα της μετάβασης από την περίοδο των Κριτών στην περίοδο της μοναρχίας.
Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010
Στο νέο τεύχος του ThZ / In the recent issue of ThZ
Markus Saur, "Das Hiobbuch als exegetische und theologische Herausforderung", 1-21
Το βιβλίο του Ιώβ, στη μορφή που σώζεται σήμερα, είναι το αποτέλεσμα μίας διαδικασίας σύνταξης, μέσα από την οποία ενώθηκαν η αφήγηση για τον Ιώβ, που αποτελεί το πλαίσιο (Ιώβ 1-2 και 42,10-17*) και το ποίημα του Ιώβ (Ιώβ 3,1-42,6*) και αναπτύχθηκαν περαιτέρω με τους λόγους του Ηλί (Ιώβ 32-37*) και το ποίημα για τη σοφία (Ιώβ 28*). Αρκετές προλήψεις εξηγούν τα κεντρικά ερωτήματα του βιβλίου του Ιώβ ήδη μέσα στο βιβλίο. Η ιστορία της σύνταξής του αντικατοπτρίζει έτσι τη θεολογική συζήτηση σχετικά με το πρόβλημα του Ιώβ, το οποίο μέσα στο βιβλίο γίνεται αντικείμενο συζήτησης σε πολλά επίπεδα, τελικά όμως δεν επιλύεται. Το βιβλίο του Ιώβ επιστρέφει στους αναγνώστες του τα ερωτήματα για τον ανθρώπινο πόνο και τη θεία υπεροχή και οδηγεί μέσα από τη διαλογική του δομή στη δική του θεολογική άποψη.
Gabriella Gelardini, "Religion, Ethnizität und Ethnoreligion. Die Entstehung eines Diskurses innerhalb deutschsprachiger historischer Jesusforschung", 22-43
Στο άρθρο υποστηρίζεται ότι η γερμανόφωνη προτεσταντική θεολογία αυτοεγκλωβίστηκε στο πραγματικό δίλημμα για την αναζήτηση του ιστορικού Ιησού, αφού από την αρχή της κιόλας με τον Reimarus έπρεπε να παλέψει με το γεγονός ότι ο Ιησούς ήταν Ιουδαίος με όλη τη σημασία της λέξης. Αυτό δε βόλευε ούτε στο ορθόδοξο δόγμα ούτε στη σύγχρονη προτεστανική τοποθέτηση απέναντι στην ιστορική κριτική. Προκειμένου να ασκήσει θεολογικό έλεγχο δημιουργήθηκε μία αντίθεση μεταξύ της "θρησκείας" του Ιησού και της "εθνικότητάς" του με δύο όμως χαρακτηριστικούς και διαφορετικούς μεταξύ τους τρόπους. Πρώτον, ο Ιησούς κατανοήθηκε ως μία μορφή της οποίας η θρησκεία ερχόταν σε αντίθεση ή υπερέβαινε την (Ιουδαϊκή) της εθνική ταυτότητα θεωρώντας έτσι αυτήν την τελευταία άποψη της ταυτότητάς του ως ένα αμελητέο εξωτερικό ή τυπικό γεγονός. Δεύτερον, όταν κατά το τέλος του 19ου αι. και στις αρχές του 20ου έγινε αποδεκτή η μη διακρινόμενη αρχαία εθνοθρησκευτική Ιουδαϊκή ταυτότητα του Ιησού, το μοτίβο που υιοθετήθηκε ήταν εκείνο της (χριστιανικής) υπερεθνικής θρησκείας ενάντια στην (Ιουδαϊκή) εθνοθρησκευτική (συμπεριλαμβανομένου και του ιστορικού Ιησού). Έχοντας ως αφετηρία την τρέχουσα συζήτηση για το πρόβλημα που δημιουργείται, όταν εφαρμόζονται σύγχρονες κατηγορίες όπως "εθνότητα", "εθνική θρησκεία", "εθνικότητα" και "θρησκεία" στην αρχαία ιστορία η συγγραφέας υποστηρίζει ότι στην αναζήτηση για τον ιστορικό Ιησού η σύγχρονη αντίληψη για τη "θρησκεία" κατανοούνταν ως μία ξεχωριστή σφαίρα ή οποία ορίζεται έξωθεν. Μόνο μία σύγχρονη αντίληψη της ατομικότητας ήταν σε θέση να φανταστεί έναν ιστορικό Ιησού όπου η φύση της "θρησκείας" του θα μπορούσε να διακριθεί ή ακόμη και να αποκοπεί από την "εθνικότητά" του.
Τρίτη 30 Μαρτίου 2010
Ένα νέο άρθρο στο JHS / A new article on JHS
Raz Kletter - Gideon Solimani, "Archaeology and Professional Ethical Codes in Israel in the mid 80s: The Case of the Association of Archaeologists in Israel and Its Code of Ethics"