Σάββατο 18 Απριλίου 2009


Νεκροί άνθρωποι γυμνοί θα γίνουν όλοι ένα
με τον άντρα στον αγέρα και το φεγγάρι στη χάση·
όταν τα οστά τους απογυμνωθούν και τα γυμνά οστά αφανιστούν,
θα 'χουν άστρα στους αγκώνες και τα πόδια·
αν και τρελοί, θα είναι σώφρονες,
αν και θαλασσοπνιγμένοι, θα αναδυθούν ξανά·
αν κι εραστές χαμένοι, ο έρωτας δεν θα χαθεί·
κι ο θάνατος δεν θα 'χει πια εξουσία.

Κι ο θάνατος δεν θα 'χει πια εξουσία.
Κάτω από τα στροβιλίσματα της θάλασσας
εκείνοι εκεί για χρόνια ανεμορδαρμένοι μα διόλου πεθαμένοι·
με τη μέγγενη να σφίγγει, με τις δυνάμεις να τους εγκαταλείπουν,
σε τροχό δεμένοι, μα δεν θα εξαντλούνται·
η πίστη μες στα χέρια τους θα σπάει στα δυο,
και τα μονόκερα δεινά θα τους διαπερνούν·
εντελώς σακατεμένοι μα δεν θα λιγοψυχούν·
κι ο θάνατος δεν θα 'χει πια εξουσία.


Kι ο θάνατος δεν θα' χει πια εξουσία.
Ας μην κρώζουν πια οι γλάροι μες στα αφτιά τους
μήτε τα κύματα να σκάνε με ορμή στις ακτές·
εκεί που άνθισε ένα λουλούδι κανένα άλλο
ας μην σηκώσει το κεφάλι στα ραπίσματα της βροχής·
αν και τρελοί, νεκροί σαν τα καρφιά,
κεφαλές ειδώλων οι ίδιοι θα αποκαθηλώνουν μαργαρίτες·
θα διαρρηγνύουν τον ήλιο μέχρι ο ήλιος να συντριβεί.

Κι ο θάνατος δεν θα 'χει πια εξουσία.

Thomas Dylan

Παρασκευή 17 Απριλίου 2009

Ο Κύριος λέει τα εξής:
"Δείτε, σοφός θα γίνει ο δούλος μου,
θα εξυψωθεί, θα δοξαστεί,
πολύ ψηλά θ' ανέβει.
Όπως πολλοί θα εκπλαγούν γι' αυτόν
-τόσο θα έχει περιφρονηθεί απ' τους ανθρώπους
η μορφή του
και θα 'χει διασυρθεί η φήμη του -
έτσι έθνη πολλά θα τον θαυμάζουν,
και βασιλιάδες μπρος του θα μείνουν άφωνοι.
Γιατί αυτοί που δεν τους είχε αναγγελθεί για κείνον,
θα τον δουν,
κι αυτοί που δεν είχανε τίποτε γι' αυτόν ακούσει,
θα τον καταλάβουν῾".

Κύριε, ποιος πίστεψε σ' αυτό που αναγγείλαμε;
Και του Κυρίου η δύναμη σε ποιον αποκαλύφθηκε;

Ήταν σαν να μιλούσαμε στον κόσμο για ένα μικρό παιδί,
για κάποια ρίζα που σε διψασμένη γη φυτρώνει.

Δεν ήταν όμορφος ούτε είχε λαμπρότητα·

τον είδαμε, μα δεν ήταν ωραίος ούτε ελκυστικός.
Είχε όψη περιφρονημένου

και απαξιωμένου απ' όλους

τους ανθρώπους·

ήτανε ένας πληγωμένος άνθρωπος

που γνώριζε να υποφέρει·

αφού το πρόσωπό του είχε αλλοιωθεί,
εξευτελίστηκε
κι εξουθενώθηκε.

Αυτός όμως φορτώθηκε τις αμαρτίες μας,

και για μας υποφέρει πόνους·

αλλά εμείς νομίσαμε πως οι πόνοι του,

τα τραύματά του κι οι κακουχίες του ήταν

απ' τον Θεό.
Μα ήταν αιτία οι αμαρτίες μας που αυτός πληγώθηκε,
κι οι ανομίες μας η αιτία που αυτός πονούσε·
αντί για μας αυτός παιδεύτηκε, ώστε να βρούμε
την ειρήνη.
Με τις δικές του τις πληγές βρήκαμε εμείς τη γιατρειά.

Όλοι εμείς πλανιόμασταν σαν πρόβατα,

πλανιότανε καθένας μας στον δρόμο τον δικό του·

μα ο Κύριος αυτόν παρέδωσε να πάθει για
τις αμαρτίες μας.


Ωστόσο αυτός, παρά τα βάσανά του,

δεν άνοιξε το στόμα του.
Σαν πρόβατο στη σφαγή οδηγήθηκε,

και σαν το αρνί

που στέκει άφωνο μπροστά σ' αυτόν που το κουρεύει,
έτσι κι αυτός δεν άνοιξε το στόμα του.

Για να τον ταπεινώσουν, αρνήθηκαν δίκαια
να τον κρίνουν·

αλήθεια, στη γενιά του ποιος θ' αναφερθεί;

Γιατί απ' τη γη αφανίστηκε η ζωή του,
για του λαού μου τις ανομίες στο θάνατο
οδηγήθηκε.

..............................................................................................


Μ. Παρασκευή, Ανάγνωσμα Ώρας στ΄ Προφητεία Ησαΐου (52,13 εξ.)
Μετάφραση από το βιβλίο
Προφητολόγιον. Τα Λειτουργικά Αναγνώσματα από την Παλαιά Διαθήκη, Ελληνική Βιβλική Εταιρία 2008, σσ. 334-339

Η ταυτότητα του συγγραφέα του βιβλίου της Αποκάλυψης (2)

O Alan Bandy συνεχίζοντας τη σειρά των αναρτήσεών του σχετικά με την ταυτότητα του συγγραφέα της Αποκάλυψης παραθέτει σε ένα σύντομο κείμενο τη μαρτυρία της αρχαίας εκκλησίας, όσον αφορά σε αυτό το ζήτημα.
Για να διαβάσετε το κείμενο, πατήστε εδώ.

Ένα άρθρο για τη σημασία του αποστόλου στην αρχαία Εκκλησία

Στο ιστολόγιο BiblicalStudies.org.uk έχει αναρτηθεί ένα άρθρο για την έννοια του αποστόλου στην αρχαία Εκκλησία του Andrew C. Clark:

Andrew C. Clark, "Apostleship: Evidence From the New Testament and Early Christian Literature," Vox Evangelica 19 (1989): 49-82.

Περίληψη άρθρου
Ο W Bauer σχολιάζει ότι στην αρχαία χριστιανική γραμματεία γενικά "ο αριθμός 12 χρησιμοποιείται με τέτοιον τρόπο ώστε συχνά να αναφέρεται ακόμη και στις περιπτώσεις που ουσιαστικά το κείμενο μιλά για 11 μόνο μαθητές, π.χ. Ευαγγέλιο Πέτρου 5,9. Ανάληψη Ησαΐα 3,17. 4,3. 11,29. Κήρυγμα Πέτρου". Πολλά λέγονται στις Απόκρυφες Πράξεις και Επιστολές για τις διάφορες απόψεις και δραστηριότητες των αποστόλων μετά την Ανάληψη και ιδιαίτερα για το ιεραποστολικό τους έργο. Ο Παύλος δεν αποκλείεται εσκεμμένα από τον αριθμό τους, αλλά "μόνο όταν ο Μαρκίων και ο ύστερος Ιουδαιοχριστιανισμός άρχισαν να τον παρουσιάζουν σε αντιπαράθεση προς τους προηγούμενους αποστόλους, άρχισε να διαμορφώνεται η ιδέα του κύκλου των αποστόλων και η αρχαία καθολική Εκκλησία υποστήριξε ότι "οι 12 και ο Παύλος" μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως απόστολοι." Όσον αφορά στα αποστολικά συγγράμματα, προφανώς εξαιτίας του Μοντανού, ο οποίος υποστήριξε την ιδέα της "νέας προφητείας", δηλαδή της συνεχούς αποκάλυψης του Αγίου Πνεύματος, όπως και στην εποχή των αποστόλων, τέθηκε το ερμηνευτικό ζήτημα της θέσης των αποστολικών και μετα-αποστολικών συγγραμμάτων αντίστοιχα. Ο Gerald Bray σχολιάζει ότι "ο Τερτυλλιανός είναι ο πρώτος χριστιανός συγγραφέας που θεώρησε ότι είχε τελειώσει οριστικά η αποστολική εποχή και παράθεσε κείμενα των αποστόλων μαζί με κείμενα της Π.Δ. θεωρώντας το κάτι αυτονόητο." Παρατηρεί ωστόσο ότι "το γεγονός ότι μπορούσε να το κάνει αυτό χωρίς να επιχειρηματολογήσει καταδεικνύει ότι τα αποστολικά συγγράμματα θεωρούνταν Αγία Γραφή ήδη πριν την εποχή του."

Βιβλιοκρισίες στο Review of Biblical Literature 16/4/2009

Στη νέα ηλεκτρονική έκδοση του Review of Biblical Literature έχουν αναρτηθεί οι εξής βιβλιοκρισίες:

H. Ausloos, F. Garcνa Martνnez, M. Vervenne, J. Cook, and B. Lemmelijn, eds.
Translating a Translation: The LXX and Its Modern Translations in the Context of Early Judaism
Reviewed by Tuukka Kauhanen

Lytta Basset
Holy Anger: Jacob, Job, Jesus
Reviewed by Jutta Jokiranta

Elizabeth V. Dowling
Taking Away the Pound: Women, Theology and the Parable of the Pounds in the Gospel of Luke
Reviewed by James A. Metzger

Kathy Ehrensperger
Paul and the Dynamics of Power: Communication and Interaction in the Early Christ-Movement
Reviewed by Thomas R. Blanton IV

Tamara Cohn Eskenazi and Andrea L. Weiss, eds.
The Torah: A Women's Commentary
Reviewed by Susanne Scholz

J. Cheryl Exum and Ela Nutu, eds.
Between the Text and the Canvas: The Bible and Art in Dialogue
Reviewed by Hennie Stander

Harry Alan Hahne
The Corruption and Redemption of Creation: Nature in Romans 8.19-22 and Jewish Apocalyptic Literature
Reviewed by Ron Fay

George Heyman
The Power of Sacrifice: Roman and Christian Discources in Conflict
Reviewed by Giovanni Battista Bazzana

Heidi J. Hornik and Mikeal C. Parsons
Illuminating Luke: Volume 3: The Passion and Resurrection Narratives in Italian Renaissance and Baroque Painting
Reviewed by Hennie Stander

Elizabeth A. McCabe
An Examination of the Isis Cult with Preliminary Exploration into New Testament Studies
Reviewed by John S. Kloppenborg

Kathryn McClymond
Beyond Sacred Violence: A Comparative Study of Sacrifice
Reviewed by Leigh Trevaskis

Saul M. Olyan
Disability in the Hebrew Bible: Interpreting Mental and Physical Differences
Reviewed by David M. Maas
Reviewed by Hector Avalos

T. A. Perry
God's Twilight Zone: Wisdom in the Hebrew Bible
Reviewed by Thomas M. Bolin

Johannes Taschner
Die Mosereden im Deuteronomium: Eine kanonorientierte Untersuchung
Reviewed by Dominik Markl

Karel van der Toorn
Scribal Culture and the Making of the Hebrew Bible
Reviewed by Frank Polak

Πέμπτη 16 Απριλίου 2009

L.W. Hurtado: οι καινοδιαθηκικές σπουδές κατά τον 20ο αι. (3)

Οι πρώτες δεκαετίες του 20ου αι.

Σημαντικά ερευνητικά προγράμματα στο γερμανόφωνο χώρο

Kommentar zum Neuen Testament aus Talmud und Midrasch (1922–1928) (Hermann Leberecht Strack & Paul Billerbeck). Μολονότι το έργο τους δέχθηκε κριτική, αποτελεί μέχρι σήμερα ένα σημαντικό εργαλείο αναφοράς για τους ερμηνευτές. Η εισαγωγή του Strack στη ραββινική γραμματεία (Einleitung in Talmud und Midrasch, 1887, αναθεωρημένες εκδόσεις 1908, 1920 και αγγλική μετάφρ. 1931) και η αναθεωρημένη από τον Günther Stemberger έκδοση του 1982 (αγγλική έκδοση 1991) παραμένουν χρήσιμα ερμηνευτικά βοηθήματα.

Theologisches Wörterbuch zum Neuen Testament (1932–1973) Το 9τομο έργο ξεκίνησε ο Gerhard Kittel, που υπήρξε ο εκδότης των 5 πρώτων τόμων και το συνέχισε ο Gerhard Friedrich. Στο συλλογικό αυτό έργο αναλύονται οι σημαντικότερες ελληνικές λέξεις της Κ.Δ., κάποια μάλιστα από τα λήμματα θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν σύντομες μονογραφίες. Στην έκδοση συμμετείχαν όλοι οι σημαντικοί Γερμανοί καινοδιαθηκολόγοι της εποχής. Μεταφράστηκε και στα αγγλικά (1964–1974). Επιμέρους άρθρα δέχθηκαν κριτική με βάση τα νέα δεδομένα στην έρευνα, το λεγόμενο όμως "λεξικό του Kittel" παραμένει ένα μνημειώδες έργο, χρήσιμο εργαλείο για κάθε βιβλικό επιστήμονα. Η αφιέρωση του πρώτου τόμου στον Adolf Schlatter, καθηγητή στην Τυβίγγη, ο οποίος υποστήριξε ότι η θεολογία και η κριτική προσέγγιση της Κ.Δ. μπορούν πολύ καλά να συμβιώσουν, αποτελεί μία ένδειξη του προσανατολισμού του λεξικού.

Zeitschrift für die Neutestamentliche Wissenschaft und die Kunde der Älteren Kirche. To 1900 κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος του διεθνούς κύρους επιστημονικού περιοδικού ZNW. Από τότε μέχρι σήμερα παραμένει ένα από τα πλέον έγκυρα περιοδικά για τη μελέτη της Κ.Δ.

Εξελίξεις στον τομέα των κριτικών εκδόσεων
Οι σημαντικές εκδόσεις κριτικού κειμένου κατά το 19ο αι. κατέδειξαν την ανάγκη αξιοποίησης των χειρογράφων της Κ.Δ. και εκπόνησης κριτικών εκδόσεων του κειμένου της. Η πρώτη έκδοση του Eberhard Nestle κυκλοφόρησε το 1898, το 1927 κυκλοφόρησε η 13η υπό την εποπτεία τώρα του γιου του Erwin. Περιελάμβανε κριτικό υπόμνημα και παρέθετε τις αναγνώσεις μίας σειράς αρχαίων χειρογράφων, εκκλησιαστικών συγγραφέων και αρχαίων μεταφράσεων (η 27η έκδοση κυκλοφόρησε με την επιμέλεια του Kurt Aland, ο οποίος ανέλαβε το έργο από την 21η έκδοση κι εξής). Η Nestle-Aland αποτελεί το κριτικό κείμενο για τους βιβλικούς επιστήμονες.

Hermann von Soden: ένας από τους σημαντικότερους Γερμανούς επιστήμονες που ασχολήθηκε με την κριτική του κειμένου. Σημαντικότερο έργο του είναι η τετράτομη μελέτη Die Schriften des Neuen Testaments in ihrer ältesten erreichbaren Textgestalt, auf Grund ihrer Textgeschichte (1911, 1913), όπου κάνει μία αναδρομή στη μέχρι τότε έρευνα, παρουσιάζει τις θεωρίες του για την ιστορία του κειμένου της Κ.Δ. και προτείνει το δικό του κριτικό κείμενο της Κ.Δ. Το έργο του ωστόσο μολονότι παραμένει σταθμός στην ιστορία της μελέτης του κριτικού κειμένου, δεν έγινε γενικά αποδεκτό.

Στις μελέτες του κριτικού κειμένου της Κ.Δ. πρωτοπόροι υπήρξαν κυρίως επιστήμονες από τον αγγλόφωνο χώρο, κάτι που οφειλόταν στο γεγονός της κατοχής πολλών χειρογράφων από ιδρύματα στη Βρετανία και ΗΠΑ.
Freer Gospels Codex:
οφείλει το όνομά του στον αγοραστή του Charles Freer, μεγιστάνα από το Detroit. Χρονολογείται κατά τα τ. 4ου - αρχ. 5ου αι. και θεωρείται ο τρίτος αρχαιότερος μάρτυρας των ευαγγελίων. Μελετήθηκε από τον Henry A. Sanders, ο οποίος τον εξέδωσε και δημοσίευσε μία σειρά σχετικών μελετών. Με αυτό το κείμενο ασχολήθηκαν επίσης οι Kirsopp Lake, B.H. Streeter κ.ά.
Kirsopp Lake: ένας από τους σημαντικότερους βιβλικούς επιστήμονες της εποχής του. Στην αρχή της επιστημονικής του πορείας (1902) εντόπισε μία ομάδα μεσαιωνικών μαρτύρων του κειμένου της Κ.Δ. (γνωστά στη συνέχεια ως Οικογένεια 1). Σε συνεργασία με τους Robert P. Blake (1923) και Silva New (1928) δημοσίευσε μία σειρά άρθρων, στα οποία προσπάθησε να αποδείξει ότι τα συγκεκριμένα χειρόγραφα διασώζουν ένα αρχαίο τύπο κειμένου των ευαγγελίων. Την ίδια θέση υποστήριξε και ο Streeter (1924), o οποίος ονόμασε το συγκεκριμένο τύπο "Τύπος της Καισάρειας". Οι θέσεις τους δέχθηκαν κριτική και το 1991 ο L.W. Hurtado υποστήριξε ότι ο κώδικας Freer δεν ανήκει σε αυτόν τον τύπο κειμένου. Παρά την κριτική ο Lake παραμένει μέχρι σήμερα ένας από τους πρωτοπόρους στο χώρο μελέτης της ιστορίας του κειμένου της Κ.Δ. και συνέδεσε το όνομά του με δύο κυρίως τύπους κειμένου: των οικογενειών 1 και 13. Οι σημαντικότερες μελέτες του υπάρχουν στη σειρά των μονογραφιών "Studies and Documents".

Το άλλο σημαντικό γεγονός αυτής της περιόδου είναι η έκδοση το 1933 των 12 βιβλικών παπύρων της Βιβλιοθήκης Chester Beatty από τον Frederick Kenyon. Ανάμεσά τους οι σημαντικότεροι είναι ο Ρ45 (P. Chester Betty I), το αρχαιότερο χειρόγραφο των ευαγγελίων και των Πράξεων (περ. 250 μ.Χ.) και ο Ρ46 (. Chester Betty IΙ), το αρχαιότερο χειρόγραφο των επιστολών του Παύλου (περ. 200 μ.Χ.).


Ο τάφος του Αντωνίου και της Κλεοπάτρας;

Στις ηλεκτρονικές σελίδες διαφόρων πρακτορείων ειδήσεων και σε ιστολόγια αναρτήθηκε χθες η είδηση ότι πιθανόν ομάδα αρχαιολόγων να έφτασε πολύ κοντά στα ίχνη των τάφων του Μ. Αντωνίου και της Κλεοπάτρας. Σύμφωνα με τα ίδια δημοσιεύματα η αρχαιολογική ομάδα, η οποία εργάζεται εδώ και τρία χρόνια στις ανασκαφές του ναού της Taposiris Magna (λίμνη Mariut, σήμερα Abusir), έφερε στο φως μέχρι σήμερα διάφορα ενδιαφέροντα ευρήματα, τα οποία θεωρεί ότι αποτελούν ενδείξεις για τον εντοπισμό των τάφων εκεί. Ο Αντώνιος και η Κλεοπάτρα, ένα από τα γνωστότερα ζευγάρια της αρχαιότητας, αυτοκτόνησαν μετά την ήττα τους από τον Οκταβιανό στη ναυμαχία του Ακτίου (μία μάχη που καθόρισε την πορεία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας) το 31 π.Χ., δεν είναι όμως γνωστός ο τόπος ταφής τους.
Σύμφωνα με το ιστολόγιο rogueclassicism του David Meadows κατά το τελευταίο έτος υπήρξαν διάφορες ανακοινώσεις στον τύπο (ηλεκτρονικό και έντυπο) για την ανακάλυψη διαφόρων ευρημάτων από τον αρχαιολογικό αυτό χώρο (ο David Μeadows έχει έναν κατάλογο των σχετικών δημοσιευμάτων): ένας υπόγειος τάφος, ένα αλαβάστρινο κεφάλι της Κλειούς και μία μάσκα πιθανόν του Αντωνίου.
Για να διαβάσετε και το σχετικό δημοσίευμα των Times, πατήστε εδώ.

(Φωτ. Νομίσματα με παράσταση της Κλεοπάτρας. Πηγή: δημοσίευμα των TIMES)

BMCR: βιβλιοκρισία ενός συλλογικού τόμου για την προφορικότητα και τη μνήμη

Στην ιστοσελίδα του Bryn Mawr Classical Review έχει αναρτηθεί η βιβλιοκρισία ενός τόμου που περιέχει μέρος των πρακτικών ενός συνεδρίου για την προφορικότητα και τη μνήμη στην αρχαιότητα. Πατώντας στον τίτλο θα βρεθείτε στη βιβλιοκρισία.

E. Anne Mackay (ed.), Orality, Literacy, Memory in the Ancient Greek and Roman World (Orality and Literacy in Ancient Greece, Volume 7).
Mnemosyne Supplementa 298. Leiden/Boston: Brill, 2008.
ISBN 9789004169913.
$158.00.

Oxford Biblical Studies Online

Διατίθεται ελεύθερο στο διαδίκτυο μέχρι τα τέλη Μαΐου από την Oxford University Press ένα νέο εργαλείο για τη μελέτη της Αγίας Γραφής. Σύμφωνα με την ανακοίνωση του εκδοτικού οίκου στη σελίδα διατίθενται μεταφράσεις της Α.Γ., χάρτες, διάφοροι πίνακες, κείμενα αποκρύφων κτλ.
Πατώντας εδώ, θα βρεθείτε στην κύρια σελίδα του Oxford Biblical Studies Online.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2009

L.W. Hurtado: οι καινοδιαθηκικές σπουδές κατά τον 20ο αι. (2)

Οι πρώτες δεκαετίες του 20ου αι.

Μελέτες σχετικά με τα ευαγγέλια

Από τις αρχές του αιώνα κυριαρχούν στην έρευνα οι θέσεις α) ότι το κατά Μάρκον είναι το αρχαιότερο των ευαγγελίων ("Markan hypothesis") και β) ότι οι δύο άλλοι ευαγγελιστές χρησιμοποιούν μία επιπλέον πηγή, τη λεγόμενη πηγή των Λογίων (Q).
Στον αγγλόφωνο χώρο ο Burnett Hillman Streeter (The Four Gospels, 1924) εισήγαγε τη λεγόμενη υπόθεση των τεσσάρων κειμένων (Four Document Hypothesis): εκτός από τις δύο παραπάνω πηγές, έκανε λόγο για το ιδιαίτερο υλικό του Ματθαίου (Μ) και το ιδιαίτερο υλικό του Λουκά (L). Όσον αφορά στο κατά Λουκάν υποστήριξε ότι υπήρξε μία αρχαιότερη εκδοχή του (Proto-Luke).

Κριτική της Μορφής (Formgeschichte)
Η Κριτική της Μορφής αναπτύχθηκε στο γερμανόφωνο θεολογικό χώρο και στηρίχθηκε σε ανάλογες μελέτες των προφορικών λαϊκών παραδόσεων και της λαογραφίας. Ενώ ο Streeter κι άλλοι στηρίχθηκαν στην ιδέα ότι κείμενα όπως τα ευαγγέλια είχαν ως πηγές τους κυρίως άλλα γραπτά κείμενα, οι υποστηρικτές της Κριτικής της Μορφής έκαναν λόγο για μία περισσότερο σύνθετη και κυρίως προφορική μετάδοση των παραδόσεων για τον Ιησού.
Τρεις κύριοι εκπρόσωποι αυτής της περιόδου είναι:

Karl Ludwig Schmidt (Der Rahmen der Geschichte Jesu 1919): οι ευαγγελιστές άντλησαν τις επιμέρους αφηγήσεις για τον Ιησού από ένα υλικό που είχαν στη διάθεσή τους λογίων του Ιησού και ιστοριών σχετικά με αυτόν και τις συνέθεσαν σε ένα ενιαίο κείμενο. Σε μία άλλη μελέτη του (Die Stellung der Evangelien in der allgemeinen Literaturgeschichte, 1923) υποστήριξε ότι τα ευαγγέλια αποτελούν ένα ιδιαίτερο φιλολογικό είδος που δεν είναι υποχρεωτικό να έχει συγγένεια με άλλα φιλολογικά είδη της ρωμαϊκής περιόδου. Τα ευαγγέλια διαμορφώθηκαν από τις κηρυκτικές και ποιμαντικές ανάγκες των χριστιανικών κοινοτήτων του 1ου αι. Αυτή η θέση έτυχε μεγάλης αποδοχής από τη δεκαετία του '70 κι εξής κι είναι αποδεκτή μέχρι και σήμερα.

Martin Dibelius
(Formgeschichte des Evangeliums, 1923): σε αυτόν οφείλουμε το όνομα αυτής της νέας ερευνητικής τάσης: Formgeschichte. Διέκρινε 5 τύπους μορφών στα ευαγγέλια: "παραδείγματα" (σύντομα συχνά αντιφατικά μεταξύ τους επεισόδια που καταλήγουν σε μια αξιομνημόνευτη φράση του Ιησού), "νουβέλλες" (αυτοτελείς ιστορίες, που συχνά περιλαμβάνουν ένα θαύμα του Ιησού), "θρύλοι" (legends) (παρουσιάζουν την ηθική και πνευματική ποιότητα του Ιησού), "διδακτικό υλικό" (το μεγαλύτερο μέρος των λόγων του Ιησού) και "μύθοι" (ιστορίες με έντονο μεταφυσικό χαρακτήρα). Μια περαιτέρω συμβολή του στις καινοδιαθηκικές σπουδές ήταν η σύνδεση των επιμέρους μορφών με συγκεκριμένες καταστάσεις στις επιμέρους εκκλησιαστικές κοινότητες των πρώτων δεκαετιών.

Rudolf Bultmann (Geschichte der synoptischen Tradition, 1921): Έθεσε υπό αμφισβήτηση την ιστορικότητα ενός μεγάλου μέρους της παράδοσης για τον Ιησού. Ωστόσο οι θέσεις του Bultmann δεν ισοδυναμούσαν με απομάκρυνση από τη χριστιανική πίστη (ο ίδιος συνδύαζε στοιχεία μίας υπαρξιακής φιλοσοφικής προσέγγισης και την πίστη των Λουθηρανών). Δε θεωρούσε πρόβλημα το ότι η έρευνα δε μπορεί να μιλήσει με βεβαιότητα για κανένα άλλο ιστορικό γεγονός παρά μονάχα για τη Σταύρωση. Αυτός ο μεγάλος σκεπτικισμός μπορούσε να οδηγήσει σε μία απόλυτη εμπιστοσύνη, η οποία κατά τη γνώμη του είναι η βάση της αυθεντικής πίστης.
Μολονότι οι θέσεις του Bultmann για την ιστορικότητα των ευαγγελίων θεωρήθηκαν ακραίες, στις δεκαετίες που ακολούθησαν τα πορίσματα της κριτικής της μορφής έγιναν γενικά αποδεκτά στη Γερμανία και αλλού.

Ανάμεσα σε αυτούς που τα αξιοποίησαν δημιουργικά είναι ο Charles Harold Dodd. Στο έργο του Parables of the Kingdom (1935) υποστήριξε ότι τα ευαγγέλια παρουσιάζουν με ένα τέτοιο τρόπο τις παραβολές του Ιησού, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των εκκλησιαστικών κοινοτήτων, στις οποίες απευθύνονται οι ευαγγελιστές. Οι παραβολές ωστόσο διασώζουν ένα αυθεντικό τμήμα της διδασκαλίας του Ιησού. Ο Dodd προσπάθησε να αναπαραστήσει την αρχική συνάφειά τους μέσα στο κήρυγμα του Ιησού και τόνισε τον εσχατολογικό χαρακτήρα τους. Το έργο του επηρέασε τον Joachim Jeremias (Die Gleichnisse Jesu, 1947), o οποίος ωστόσο εξέφρασε τις αντιρρήσεις του για την έμφαση του Dodds στην "πραγματοποιηθείσα εσχατολογία", η οποία κατά τη γνώμη του δε μπορούσε να εξηγήσει το στοιχείο του μελλοντικού που υπάρχει σε πολλούς λόγους του Ιησού για τη Βασιλεία του Θεού.
Ένα άλλο βιβλίο του Dodd, Τhe Apostolic Preaching and its Development (1936) άσκησε επίσης μεγάλη επιρροή στις μελέτες που ακολούθησαν. Σε αυτό προσπάθησε να προσεγγίσει με τη βοήθεια της Κριτικής των Μορφών το αρχέγονο κήρυγμα του Χριστιανισμού. Υποστήριξε ότι κεντρικά στοιχεία αυτού του κηρύγματος ήταν: η ανάσταση, η ανάληψη, η μελλοντική επάνοδος εν δόξει. Εντόπισε επίσης στην Κ.Δ. υλικό διδαχής των νεοφώτιστων, το οποίο θεώρησε ότι ήταν συμπληρωματικό προς το ευαγγελικό κήρυγμα.
Ως σπουδαιότερο ανάμεσα στα πολλά έργα του θεωρείται το The Interpretation of the Fourth Gospel (1953).