
Τακτική επισκόπηση ειδήσεων σχετικών με τις βιβλικές σπουδές και τον αρχέγονο Χριστιανισμό
Τρίτη 26 Μαΐου 2009
Ένα νέο βιβλίο για την πολιτική και τη λογοτεχνία στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία

Διαλέξεις του Thomas Römer για τον Αβραάμ

Ελεύθερη πρόσβαση σε υπόγειους αρχαιολογικούς χώρους της Ρώμης
Για να διαβάσετε το άρθρο των Times, πατήστε εδώ.
Δευτέρα 25 Μαΐου 2009
Νέα άρθρα στο SBL Forum
Robin Gallaher Branch , A Case for Domestic Abuse in 1 Kings 14? A Look at the Marriage of Jeroboam I
Michael F. Bird with Craig Keener , Jack of All Trades and Master of None: The Case for “Generalist” Scholars in Biblical Scholarship
Κυριακή 24 Μαΐου 2009
Ένα νέο βιβλίο για τη θρησκευτική αλλαγή στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία
Ιστορία Χρόνων της Καινής Διαθήκης: απαρχές
Απαρχές - φιλοσοφικές / θεωρητικές προϋποθέσεις
Η γέννηση του μαθήματος συνδέεται με τις φιλοσοφικές και επιστημονικές εξελίξεις του δευτέρου μισού του 19ου αι. στην Ευρώπη και ειδικότερα στη Γερμανία, όπου δεσπόζουν οι μορφές δύο μεγάλων φιλοσόφων, του G.W. Hegel και του Leopoldt von Ranke. Οι ιδέες τουςέδωσαν νέα ώθηση στην ιστορική επιστήμη της εποχής και στην ανάπτυξη του λεγόμενου Ιστορικισμού. Ο Ιστορικισμός του 19ου αι. χαρακτηρίζεται από μία θετικιστική προσέγγιση του παρελθόντος: καθετί πραγματικό είναι και λογικό και μπορεί να γίνει κατανοητό με τη βοήθεια της αντικειμενικής παρατήρησης [1].
Η νέα αυτή αντίληψη του ιστορικού γίγνεσθαι επηρέασε και την θεολογική επιστήμη. Ο καθηγητής της Εκκλησιαστικής Ιστορίας στο Παν/μιο της Τυβίγγης Chr. Baur εισήγαγε τη λεγόμενη «ιστορική κριτική». Η ιστορική κριτική ενθάρρυνε την αξιοποίηση των πορισμάτων της ιστορικής επιστήμης στο χώρο της βιβλικής επιστήμης και κυρίως των πορισμάτων της αρχαιολογίας και της επιγραφικής, οι οποίες κατά το τελευταίο τρίτο του 19ου αι. είχαν σημειώσει θεαματική πρόοδο.
Πατέρας της Ιστορίας των Χρόνων της Κ.Δ. υπήρξε ο καθηγητής Θεολογίας στη Βέρνη και μαθητής του Chr. Baur, Matthias Schneckenburger (1804-1848), ο οποίος έκανε τις πρώτες διαλέξεις Ιστορίας των Χρόνων της Κ.Δ.Οι διαλέξεις αυτές φαίνεται ότι άσκησαν τέτοια επίδραση, ώστε 14 χρόνια μετά το θάνατό του εκδόθηκαν από τον καθηγητή του Πολυτεχνείου Theodor Löhlein. [2] Την έκδοση προλογίζει ο καθηγητής Θεολογίας του Παν/μίου της Χαϊδελβέργης K. B. Hundeshagen, ο οποίος δικαιολογεί την έκδοση του βιβλίου σημειώνοντας ότι το έργο του Schneckenburger χαρακτηρίζεται από τη διεξοδικότητα και την εις βάθος πραγμάτευση του υλικού, την οργανωμένη παρουσίαση και το ενδιαφέρον που έχουν τα θέματα, τα οποία επιλέγει να παρουσιάσει. Πρόκειται πραγματικά για ένα γλαφυρό κείμενο το οποίο δίνει μία γενική εικόνα της πολιτικής, εθιμικής και θρησκευτικής κατάστασης του ελληνορωμαϊκού κόσμου και κυρίως της Παλαιστίνης κατά την εποχή του Χριστού. Το πρώτο τμήμα «Ο ελληνορωμαϊκός κόσμος» κυρίως σε σχέση με την θρησκεία είναι χωρισμένο σε πολλά επιμέρους τμήματα. Το δεύτερο τμήμα «Ιουδαϊσμός», δεν παρουσιάζει μία ανάλογη λεπτομερή διάρθρωση. Διακρίνεται ωστόσο σε τρία βασικά τμήματα: ο Ιουδαϊσμός έξω από την Παλαιστίνη, ο Ιουδαϊσμός στην Παλαιστίνη, Ιστορία του Κράτους και του λαού του Ισραήλ κατά τη ρωμαϊκή περίοδο. Ο εκδότης προσέθεσε στο τέλος ένα παράρτημα με θέμα «τις θρησκευτικές αντιλήψεις των Ιουδαίων κατά την ίδια εποχή». Ο Schneckenburger αποδίδει την τελική εξάπλωση του Χριστιανισμού στην προηγούμενη δραστηριότητα του Ιουδαϊσμού στον αρχαίο κόσμο. Έχει περισσότερο το χαρακτήρα του πανεπιστημιακού εγχειριδίου και χρησιμοποιεί ελάχιστες πηγές.
Σε μία σχετικά διαφορετική κατεύθυνση κινείται το έργο του καθηγητή του Παν/μίου της Χαϊδελβέργης, μαθητή επίσης του Chr. Baur, Adolf Hausrath (1837-1909). Στην περίοδο 1868-1874 εξέδωσε μία τρίτομη «Ιστορία των Χρόνων της Κ.Δ.». και στη συνέχεια μία τετράτομη δεύτερη έκδοση [3]. Στον πρόλογο του έργου δηλώνει ότι σκοπός του είναι «να επανεντάξει την ιστορία των Χρόνων της Κ.Δ. στην ιστορική της συνάφεια, στην οποία αρχικά ανήκε, να την μελετήσει όχι ως προϊόν αλλά μάλλον ως τμήμα μίας ιστορικής διαδικασίας, όπως την έζησαν οι συμπρωταγωνιστές της συνδεδεμένη άμεσα με εντελώς κοσμικά γεγονότα (σ. τόμ. Ι, σ. ΙΧ). Στον πρώτο τόμο ασχολείται με την εποχή του Ιησού, στο δεύτερο με τους πρώτους απόστολους, στον τρίτο με τον Παύλο και στον τέταρτο με τη μεταποστολική εποχή. Πρόκειται για ένα συνδυασμό Ιστορίας Χρόνων της Καινής Διαθήκης και Ιστορίας του Αρχέγονου Χριστιανισμού, όπου ο Hausrauth επιχειρεί να παρουσιάσει τη γένεση του Χριστιανισμού ως μία ιστορική πορεία, που ακολουθεί τους ίδιους κανόνες όπως και κάθε άλλη ιστορική πορεία. Αντίθετα με το έργο του Schneckenburger, το οποίο έχει κυρίως διδακτικό χαρακτήρα, το έργο του Hausrath απευθύνεται κυρίως στους ακαδημαϊκούς. Το έργο του δε φαίνεται να άσκησε μεγάλη επίδραση στο χώρο της έρευνας, σε αντίθεση προς τον επόμενο ερευνητή που ασχολήθηκε με την έρευνα της Ιστορίας των Χρόνων της Κ.Δ., τον Emil Schürer.
O Emil Schürer (1844-1910), καθηγητής στη Λειψία και αργότερα στη Γοττίγγη, εξέδωσε στα 1874 ένα «Εγχειρίδιο της Ιστορίας των Χρόνων της Κ.Δ.»[4] Πρόκειται ουσιαστικά για την αρχική μορφή του γνωστού κλασικού έργου «Ιστορία του Ιουδαϊκού λαού στην εποχή του Ιησού Χριστού», το οποίο δημοσιεύθηκε στη νέα του μορφή για πρώτη φορά το 1886-1890. [5]
Οπαδός κι αυτός της ιστορικής κριτικής την εφάρμοσε με συνέπεια τόσο στην Καινή Διαθήκη όσο και στην ιστορία του αρχέγονου χριστιανισμού. Το έργο του χαρακτηρίζεται από τη μεθοδικότητα, την ευρεία χρήση των πηγών και το βιβλιογραφικό πλούτο. Το νέο στοιχείο, που υπάρχει στο έργο του, είναι η ανάδειξη των ιουδαϊκών καταβολών του Χριστιανισμού και η προβολή των ποικίλων σχέσεών του προς τον αρχέγονο χριστιανισμό. Η αποκλειστική του ενασχόληση με τον Ιουδαϊσμό ήταν αυτή που τον οδήγησε, όπως ο ίδιος σημειώνει, στη μετονομασία του αρχικού εγχειριδίου σε Ιστορία του Ιουδαϊκού λαού. Στον πρώτο τόμο αυτού του τρίτομου έργου ασχολείται με την ιστορία του Ιουδαϊκού λαού από το 175 π.Χ. έως το 135 μ.Χ., στο δεύτερο πραγματεύεται την εσωτερική κατάσταση και στον τρίτο τη Διασπορά και την ιουδαϊκή γραμματεία. Κριτική ασκήθηκε στο έργο του, διότι δεν τονίζεται η υιοθέτηση των ελληνικών στοιχείων από τον Ιουδαϊσμό της εποχής της Κ.Δ., το πρόσωπο του Ιησού αναφέρεται μόνο περιστασιακά (Ι σσ. 442-445) και απουσιάζει η παρουσίαση του θρησκευτικού και εθιμικού περιεχομένου των εξωτερικών εκδηλώσεων της ιουδαϊκής ζωής. Παρά την κριτική όμως και το γεγονός ότι ο Schürer υιοθετεί κάποιες αντιλήψεις για τον Ιουδαϊσμό, οι οποίες σήμερα έχουν εγκαταλειφθεί, όπως για παράδειγμα την αντίληψη ενός μονολιθικού φαρισαϊσμού ή η άποψη ότι ο Παλαιστινιακός Ιουδαϊσμός είναι ιδιαίτερα συντηρητικός σε αντίθεση προς εκείνον της Διασποράς, που διακρίνεται για τις φιλελεύθερές του τάσεις), το έργο του αποτελεί ακόμη και σήμερα σημαντικό εργαλείο για κάθε μελετητή της Κ.Δ. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνει και η βελτιωμένη επανέκδοσή του στα αγγλικά από τους Geza Vermes, Fergus Millar και Matthew Black.
Βιβλιοκρισίες στο Review of Biblical Literature 23/5/2009
Ismo O. Dunderberg
Beyond Gnosticism: Myth, Lifestyle, and Society in the School of Valentinus
Reviewed by Marvin Meyer
Elisabeth Esch-Wermeling
Thekla-Paulusschülerin wider Willen? Strategien der Leserlenkung in den Theklaakten
Reviewed by Richard I. Pervo
Israel Finkelstein and Amihai Mazar; edited by Brian B. Schmidt
The Quest for the Historical Israel: Debating Archaeology and the History of Early Israel
Reviewed by Ralph K. Hawkins
Richard A. Horsley, ed.
In the Shadow of Empire: Reclaiming the Bible as a History of Faithful Resistance
Reviewed by Roland Boer
Tal Ilan, Tamara Or, Dorothea Salzer, Christiane Steuer, and Irina Wandrey, eds.
A Feminist Commentary on the Babylonian Talmud: Introduction and Studies
Reviewed by Joshua Schwartz
Walter C. Kaiser, Darrell L. Bock, and Peter Enns; edited by Kenneth Berding and Jonathan Lunde
Three Views on the New Testament Use of the Old Testament
Reviewed by Stephen Moyise
David Marcus, ed.
Biblia Hebraica Quinta: Ezra and Nehemiah
Reviewed by Andrew Steinmann
Russell Pregeant
Knowing Truth, Doing Good: Engaging New Testament Ethics
Reviewed by M. Eugene Boring
Leo G. Perdue, ed.
Scribes, Sages, and Seers: The Sage in the Eastern Mediterranean World
Reviewed by James L. Crenshaw
Tammi J. Schneider
Mothers of Promise: Women in the Book of Genesis
Reviewed by Ellen White
David Valeta
Lions and Ovens and Visions: A Satirical Reading of Daniel 1-6
Reviewed by Jordan M. Scheetz
H. G. M. Williamson, ed.
Understanding the History of Ancient Israel
Reviewed by Walter Dietrich
Robert W. Yarbrough
1, 2, and 3 John
Reviewed by Tobias Nicklas
Παρασκευή 22 Μαΐου 2009
Βασιλείδης: μαρτυρίες για το πρόσωπο και το έργο του
Ένα από τα κύρια θέματα είναι οι γνωστικοί, τους οποίους αντιμετωπίζει ο Κλήμης στο έργο του Στρωματεῖς.
«Basilides haeresiarches in Alexandria commoratur. A quo gnostici» Με αυτόν τον τρόπο ο Ευσέβιος στο χρονικό του για το 16ο έτος της βασιλείας του Αδριανού συνδέει τον Βασιλείδης [Β.] με τις απαρχές του γνωστικισμού.
Πηγές για τον Βασιλείδη
- Eπιφανίου, Πανάριον 24
- Filastrius, Diversarum haereseon liber 32
Μία εντελώς διαφορετική εικόνα για το σύστημα του Βασιλείδη προκύπτει από τον έργο του Ιππολύτου, Refutatio omnium haeresium 7.20-27: ο Βασιλείδης στήριξε το σύστημά του στον Αριστοτέλη
Από τον 19ο αι. κι εξής οι ερευνητές δέχονταν τη μαρτυρία του Ιππολύτου ως εγγύτερη προς τη διδασκαλία του Βασιλείδη. Ο B. Layton (The Gnostic Scriptures 1987) κ.ά. υποστήριξαν ότι η μαρτυρία του Ειρηναίου ήταν περισσότερο αξιόπιστη, αφού συμφωνεί και με τα κείμενα του ίδιου του Βασιλείδη που διασώζονται από την Κλήμεντα Αλεξ.
Διάφορες άλλες μαρτυρίες
O Löhr (Basilides und seine Schule: Eine Studie zur Theologie- und Kirchengeschichte des zweiten Jahrhunderts 1996) συγκέντρωσε 15 αρχαία testimonia για τον Βασιλείδη και τη σχολή του.
Ο Β. στήριξε τη διδασκαλία του στο Σίμωνα τον Μάγο και τον Μένανδρο (Ειρηναίου, Κατὰ αἱρέσεων 1.24.1). Δίδαξε στην Αλεξάνδρεια, από όπου κατά πάσα πιθανότητα καταγόταν. Λιγότερο πιθανή είναι η εκδοχή του Ιππολύτου (7.27.13) να σπούδασε αλλού στην Αίγυπτο (κι όχι στην Αλεξάνδρεια) όπως και η μαρτυρία του Επιφάνιου (Πανάριον 24.1.1) ότι δίδαξε στη χώρα της Αιγύπτου. Έδρασε μάλλον από την εποχή του Αδριανού (117-138) έως την εποχή του Αντωνίνου Πίου (138-161) (Κλήμης, Στρωματεῖς 7.106.4-107.1).
Ο ίδιος ο Β. ισχυριζόταν ότι ήταν συνεχιστής της παράδοσης των αποστόλων (βλ. Κλήμεντος, Στρωματεῖς 7.106.4-107.1: ο Β. ισχυριζόταν ότι είχε δάσκαλό του τον Γλαυκία «τὸν Πέτρου ἑρμηνέα» και Στρωματεῖς 7.108.1: ο Β., όπως κι άλλοι, ισχυριζόταν ότι συνέχιζε τη διδασκαλία του αποστόλου Ματθία. Βλ. επίσης Ιππολύτου, Haer. 7.20.1).
Πιθανόν αυτός ο ισχυρισμός του Β. ήταν η απάντηση στην παράδοση Πέτρου-Μάρκου που επικρατούσε στους εκκλησιαστικούς κύκλους της Αλεξάνδρειας.
Σύμφωνα με τον Αγρίππα Κάστορα (Ευσεβίου, Ἐκκλ. Ἱστορία 4.7.5-8) ο Β. συνέταξε 24 έργα για το ευαγγέλιο. Οι προφήτες του ήταν ο Barkabbas, ο Barkoph κ.ά. με βαρβαρικά ονόματα. Δίδαξε σύμφωνα με τον Αγρίππα ότι οι χριστιανοί μπορούν να καταναλώνουν ειδωλόθυτα και να αρνούνται την πίστη τους σε καιρό διωγμών. Ακολουθώντας το παράδειγμα του Πυθαγόρα όρισε μία πενταετή περίοδο σιωπής. Ίσως ο Αγρίππας να αναφέρεται στα Exegetica του Β., από τα οποία ο Κλήμης παραθέτει τρία κείμενα.
Σύμφωνα με τον Ωριγένη ο Β. συνέταξε ευαγγέλιο (Hom. Luc. 1) και «ωδές» ανάλογες με τους ψαλμούς του Βαλεντίνου (Enarrat. Job 21.12). Ίσως ωστόσο εδώ ο Ωριγένης να διασώζει εσφαλμένα την πληροφορία για τα εξηγητικά έργα του Β.
Μία σημαντική μαρτυρία για τη διδασκαλία του Β. παρέχει το κείμενο του Nag Hammadi, Η μαρτυρία της αλήθειας (Codex IX 3).
Ιστορία Χρόνων Κ.Δ.: χρονικό πλαίσιο, πηγές και εργαλεία
Τέλος οι πηγές της Ιστορίας των Χρόνων της Καινής Διαθήκης είναι παρόμοιες με εκείνες των άλλων ιστορικών κλάδων και ειδικότερα εκείνων που ασχολούνται με την ιστορία της αρχαιότητας: άμεσες και έμμεσες, φιλολογικές και μη. Ανάμεσα στις σημαντικότερες συγκαταλέγονται ιουδαϊκά κείμενα της περιόδου (όπως τα βιβλία των Μακκαβαίων, τα έργα του Φίλωνα και του Φλάβιου Ιωσήπου), έργα Ελλήνων και Ρωμαίων ιστορικών (όπως του Τάκιτου, του Σουητώνιου, του Δίωνα Κασσίου κτλ.), ραββινικά κείμενα, διάφορα άλλα κείμενα της εποχής, πάπυροι, επιγραφές, νομίσματα, αρχαιολογικά ευρήματα. Ο ιστορικός ξεκινά από τις γραπτές πηγές, αξιοποιεί όμως επίσης τα αρχαιολογικά ευρήματα και τα πορίσματα της επιγραφικής, της παπυρολογίας, της νομισματικής κτλ. (2)
(1) Εξαίρεση αποτελεί ο Λ. Φιλιππίδης, ο οποίος τοποθετεί τις απαρχές της εποχής αυτής στην κλασική εποχή της αρχαίας Ελλάδος και στη Βαβυλώνια Αιχμαλωσία.
(2) Για τη σημασία της αρχαιολογίας στην ερμηνεία της Κ.Δ. βλ. W. Klaiber, „Archäologie und Neues Testament“, ZNW 72 (1981), σσ. 195-215. H σύνδεση της Ιστορίας Χρόνων με την αρχαιολογία φαίνεται ακόμη από τη διαπίστωση ότι ουσιαστικά μπορούμε να μιλούμε για «Αρχαιολογία του περιβάλλοντος της Κ.Δ. και της ιστορίας της», ό.π. σ. 202.