Κυριακή 24 Μαΐου 2009

Ένα νέο βιβλίο για τη θρησκευτική αλλαγή στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία

Από τον εκδοτικό οίκο Brill κυκλοφορεί ο τόμος με τα πρακτικά της 8ης συνάντησης του International Network Impact of Empire (Heidelberg, July 5-7, 2007):

Olivier Hekster, Sebastian Schmidt-Hofner and Christian Witschel (εκδ.), Ritual Dynamics and Religious Change in the Roman Empire. Proceedings of the Eighth Workshop of the International Network Impact of Empire (Heidelberg, July 5-7, 2007), (Impact of Empire 9), Brill 2009
ISBN: 978 90 04 17481 8
€ 121.00
Περίληψη του εκδοτικού οίκου
Aυτός ο τόμος περιέχει τις εισηγήσεις του 8ου εργαστηρίου του διεθνούς δικτύου 'Impact of Empire', το οποίο έχει ως αντικείμενο μελέτης του την ιστορία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και φέρνει κοντά ειδικούς της αρχαίας ιστορίας, της ιστορίας, του ρωμαϊκού νόμου και κλασικούς φιλολόγους από 30 περίπου πανεπιστήμια της Ευρώπης και της Β. Αμερικής. Ο όγδοος τόμος έχει ως θέμα του την επίδραση που άσκησε η ρωμαϊκή αυτοκρατορία στη θρησκευτική συμπεριφορά με ιδιαίτερο εστιασμό στη δυναμική της τελετουργίας. Ο τόμος χωρίζεται σε τρία μέρη: τελετουργία και αυτοκρατορία, επιτελέσεις της αστικής κοινότητας της αυτοκρατορίας και επιτέλεση της θρησκείας στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Ιστορία Χρόνων της Καινής Διαθήκης: απαρχές

Η μελέτη της ιστορικής εξέλιξης του μαθήματος της Ιστορίας των Χρόνων της Κ.Δ. αποδεικνύει ότι αυτό συνδέεται άμεσα με τη γενικότερη πορεία της θεολογικής επιστήμης αλλά και με την εξέλιξη του ιστορικού κλάδου κατά τα τελευταία 200 περίπου χρόνια. Αυτές οι εξελίξεις με τη σειρά τους συχνά συνδέονται και με την ιστορικοπολιτική πραγματικότητα της ίδιας περιόδου. Με βάση λοιπόν αυτές τις εξελίξεις η πορεία του μαθήματος της Ιστορίας των Χρόνων της Κ.Δ. μπορεί σχηματικά να χωρισθεί σε τρεις κύριες φάσεις.

Απαρχές - φιλοσοφικές / θεωρητικές προϋποθέσεις
Η γέννηση του μαθήματος συνδέεται με τις φιλοσοφικές και επιστημονικές εξελίξεις του δευτέρου μισού του 19ου αι. στην Ευρώπη και ειδικότερα στη Γερμανία, όπου δεσπόζουν οι μορφές δύο μεγάλων φιλοσόφων, του G.W. Hegel και του Leopoldt von Ranke. Οι ιδέες τουςέδωσαν νέα ώθηση στην ιστορική επιστήμη της εποχής και στην ανάπτυξη του λεγόμενου Ιστορικισμού. Ο Ιστορικισμός του 19ου αι. χαρακτηρίζεται από μία θετικιστική προσέγγιση του παρελθόντος: καθετί πραγματικό είναι και λογικό και μπορεί να γίνει κατανοητό με τη βοήθεια της αντικειμενικής παρατήρησης [1].
Η νέα αυτή αντίληψη του ιστορικού γίγνεσθαι επηρέασε και την θεολογική επιστήμη. Ο καθηγητής της Εκκλησιαστικής Ιστορίας στο Παν/μιο της Τυβίγγης Chr. Baur εισήγαγε τη λεγόμενη «ιστορική κριτική». Η ιστορική κριτική ενθάρρυνε την αξιοποίηση των πορισμάτων της ιστορικής επιστήμης στο χώρο της βιβλικής επιστήμης και κυρίως των πορισμάτων της αρχαιολογίας και της επιγραφικής, οι οποίες κατά το τελευταίο τρίτο του 19ου αι. είχαν σημειώσει θεαματική πρόοδο.
Αυτές ήταν οι ιδεολογικές προϋποθέσεις που οδήγησαν στη γέννηση της Ιστορίας των Χρόνων της Καινής Διαθήκης - ή κατά το αρχικό της γερμανικό όνομα Neutestamentliche Zeitgeschichte – ως επιμέρους κλάδου της βιβλικής επιστήμης.

Πατέρας της Ιστορίας των Χρόνων της Κ.Δ. υπήρξε ο καθηγητής Θεολογίας στη Βέρνη και μαθητής του Chr. Baur, Matthias Schneckenburger (1804-1848), ο οποίος έκανε τις πρώτες διαλέξεις Ιστορίας των Χρόνων της Κ.Δ.Οι διαλέξεις αυτές φαίνεται ότι άσκησαν τέτοια επίδραση, ώστε 14 χρόνια μετά το θάνατό του εκδόθηκαν από τον καθηγητή του Πολυτεχνείου Theodor Löhlein. [2] Την έκδοση προλογίζει ο καθηγητής Θεολογίας του Παν/μίου της Χαϊδελβέργης K. B. Hundeshagen, ο οποίος δικαιολογεί την έκδοση του βιβλίου σημειώνοντας ότι το έργο του Schneckenburger χαρακτηρίζεται από τη διεξοδικότητα και την εις βάθος πραγμάτευση του υλικού, την οργανωμένη παρουσίαση και το ενδιαφέρον που έχουν τα θέματα, τα οποία επιλέγει να παρουσιάσει. Πρόκειται πραγματικά για ένα γλαφυρό κείμενο το οποίο δίνει μία γενική εικόνα της πολιτικής, εθιμικής και θρησκευτικής κατάστασης του ελληνορωμαϊκού κόσμου και κυρίως της Παλαιστίνης κατά την εποχή του Χριστού. Το πρώτο τμήμα «Ο ελληνορωμαϊκός κόσμος» κυρίως σε σχέση με την θρησκεία είναι χωρισμένο σε πολλά επιμέρους τμήματα. Το δεύτερο τμήμα «Ιουδαϊσμός», δεν παρουσιάζει μία ανάλογη λεπτομερή διάρθρωση. Διακρίνεται ωστόσο σε τρία βασικά τμήματα: ο Ιουδαϊσμός έξω από την Παλαιστίνη, ο Ιουδαϊσμός στην Παλαιστίνη, Ιστορία του Κράτους και του λαού του Ισραήλ κατά τη ρωμαϊκή περίοδο. Ο εκδότης προσέθεσε στο τέλος ένα παράρτημα με θέμα «τις θρησκευτικές αντιλήψεις των Ιουδαίων κατά την ίδια εποχή». Ο Schneckenburger αποδίδει την τελική εξάπλωση του Χριστιανισμού στην προηγούμενη δραστηριότητα του Ιουδαϊσμού στον αρχαίο κόσμο. Έχει περισσότερο το χαρακτήρα του πανεπιστημιακού εγχειριδίου και χρησιμοποιεί ελάχιστες πηγές.

Σε μία σχετικά διαφορετική κατεύθυνση κινείται το έργο του καθηγητή του Παν/μίου της Χαϊδελβέργης, μαθητή επίσης του Chr. Baur, Adolf Hausrath (1837-1909). Στην περίοδο 1868-1874 εξέδωσε μία τρίτομη «Ιστορία των Χρόνων της Κ.Δ.». και στη συνέχεια μία τετράτομη δεύτερη έκδοση [3]. Στον πρόλογο του έργου δηλώνει ότι σκοπός του είναι «να επανεντάξει την ιστορία των Χρόνων της Κ.Δ. στην ιστορική της συνάφεια, στην οποία αρχικά ανήκε, να την μελετήσει όχι ως προϊόν αλλά μάλλον ως τμήμα μίας ιστορικής διαδικασίας, όπως την έζησαν οι συμπρωταγωνιστές της συνδεδεμένη άμεσα με εντελώς κοσμικά γεγονότα (σ. τόμ. Ι, σ. ΙΧ). Στον πρώτο τόμο ασχολείται με την εποχή του Ιησού, στο δεύτερο με τους πρώτους απόστολους, στον τρίτο με τον Παύλο και στον τέταρτο με τη μεταποστολική εποχή. Πρόκειται για ένα συνδυασμό Ιστορίας Χρόνων της Καινής Διαθήκης και Ιστορίας του Αρχέγονου Χριστιανισμού, όπου ο Hausrauth επιχειρεί να παρουσιάσει τη γένεση του Χριστιανισμού ως μία ιστορική πορεία, που ακολουθεί τους ίδιους κανόνες όπως και κάθε άλλη ιστορική πορεία. Αντίθετα με το έργο του Schneckenburger, το οποίο έχει κυρίως διδακτικό χαρακτήρα, το έργο του Hausrath απευθύνεται κυρίως στους ακαδημαϊκούς. Το έργο του δε φαίνεται να άσκησε μεγάλη επίδραση στο χώρο της έρευνας, σε αντίθεση προς τον επόμενο ερευνητή που ασχολήθηκε με την έρευνα της Ιστορίας των Χρόνων της Κ.Δ., τον Emil Schürer.

O Emil Schürer (1844-1910), καθηγητής στη Λειψία και αργότερα στη Γοττίγγη, εξέδωσε στα 1874 ένα «Εγχειρίδιο της Ιστορίας των Χρόνων της Κ.Δ.»[4] Πρόκειται ουσιαστικά για την αρχική μορφή του γνωστού κλασικού έργου «Ιστορία του Ιουδαϊκού λαού στην εποχή του Ιησού Χριστού», το οποίο δημοσιεύθηκε στη νέα του μορφή για πρώτη φορά το 1886-1890. [5]
Οπαδός κι αυτός της ιστορικής κριτικής την εφάρμοσε με συνέπεια τόσο στην Καινή Διαθήκη όσο και στην ιστορία του αρχέγονου χριστιανισμού. Το έργο του χαρακτηρίζεται από τη μεθοδικότητα, την ευρεία χρήση των πηγών και το βιβλιογραφικό πλούτο. Το νέο στοιχείο, που υπάρχει στο έργο του, είναι η ανάδειξη των ιουδαϊκών καταβολών του Χριστιανισμού και η προβολή των ποικίλων σχέσεών του προς τον αρχέγονο χριστιανισμό. Η αποκλειστική του ενασχόληση με τον Ιουδαϊσμό ήταν αυτή που τον οδήγησε, όπως ο ίδιος σημειώνει, στη μετονομασία του αρχικού εγχειριδίου σε Ιστορία του Ιουδαϊκού λαού. Στον πρώτο τόμο αυτού του τρίτομου έργου ασχολείται με την ιστορία του Ιουδαϊκού λαού από το 175 π.Χ. έως το 135 μ.Χ., στο δεύτερο πραγματεύεται την εσωτερική κατάσταση και στον τρίτο τη Διασπορά και την ιουδαϊκή γραμματεία. Κριτική ασκήθηκε στο έργο του, διότι δεν τονίζεται η υιοθέτηση των ελληνικών στοιχείων από τον Ιουδαϊσμό της εποχής της Κ.Δ., το πρόσωπο του Ιησού αναφέρεται μόνο περιστασιακά (Ι σσ. 442-445) και απουσιάζει η παρουσίαση του θρησκευτικού και εθιμικού περιεχομένου των εξωτερικών εκδηλώσεων της ιουδαϊκής ζωής. Παρά την κριτική όμως και το γεγονός ότι ο Schürer υιοθετεί κάποιες αντιλήψεις για τον Ιουδαϊσμό, οι οποίες σήμερα έχουν εγκαταλειφθεί, όπως για παράδειγμα την αντίληψη ενός μονολιθικού φαρισαϊσμού ή η άποψη ότι ο Παλαιστινιακός Ιουδαϊσμός είναι ιδιαίτερα συντηρητικός σε αντίθεση προς εκείνον της Διασποράς, που διακρίνεται για τις φιλελεύθερές του τάσεις), το έργο του αποτελεί ακόμη και σήμερα σημαντικό εργαλείο για κάθε μελετητή της Κ.Δ. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνει και η βελτιωμένη επανέκδοσή του στα αγγλικά από τους Geza Vermes, Fergus Millar και Matthew Black.

[1] John Burrow, A History of Histories. Epics, Chronicles, Romances and Inquiries from Herodotus and Thucydides to the Twentieth Century, Allen Lane, London 2007, σ. 249-261
[2] Matthias Schneckenburger, Vorlesungen über neutestamentliche Zeitgeschichte. Aus dessen handschriftlichen Nachlass herausgegenen von Dr. Theodor Löhlein, Professor an der polytechnischen Schule zu Karlsruhe. Mit einem Vorwort von Dr. K.B. Hundeshagen, Geh. Kirchenrat und Professor der Theologie zu Heidelberg, H.L. Brönner, Frankfurt a. M. 1862.
[3] H. Hausrath, Neutestamentliche Zeitgeschichte, 3 τόμοι, Heidelberg 1868-1874· 2η έκδοση σε 4 τόμους 1873-1877· 3η έκδοση 1ος τόμος 1879.
[4] E. Schürer, Lehrbuch der neutestamentlichen Zeitgeschichte, Leipzig 1874.
[5]Emil Schürer, Geschichte des jüdischen Volkes im Zeitalter Jesu Christi, Bd. I 1890, II 1886. 3η έκδοση I 1901, II & III 1898, Ευρετήριο 1902

Βιβλιοκρισίες στο Review of Biblical Literature 23/5/2009

Στη νέα ηλεκτρονική έκδοση του Review of Biblical Literature 23/5/2009 έχουν αναρτηθεί οι εξής βιβλιοκρισίες:

Ismo O. Dunderberg
Beyond Gnosticism: Myth, Lifestyle, and Society in the School of Valentinus
Reviewed by Marvin Meyer

Elisabeth Esch-Wermeling
Thekla-Paulusschülerin wider Willen? Strategien der Leserlenkung in den Theklaakten
Reviewed by Richard I. Pervo

Israel Finkelstein and Amihai Mazar; edited by Brian B. Schmidt
The Quest for the Historical Israel: Debating Archaeology and the History of Early Israel
Reviewed by Ralph K. Hawkins

Richard A. Horsley, ed.
In the Shadow of Empire: Reclaiming the Bible as a History of Faithful Resistance
Reviewed by Roland Boer

Tal Ilan, Tamara Or, Dorothea Salzer, Christiane Steuer, and Irina Wandrey, eds.
A Feminist Commentary on the Babylonian Talmud: Introduction and Studies
Reviewed by Joshua Schwartz

Walter C. Kaiser, Darrell L. Bock, and Peter Enns; edited by Kenneth Berding and Jonathan Lunde
Three Views on the New Testament Use of the Old Testament
Reviewed by Stephen Moyise

David Marcus, ed.
Biblia Hebraica Quinta: Ezra and Nehemiah
Reviewed by Andrew Steinmann

Russell Pregeant
Knowing Truth, Doing Good: Engaging New Testament Ethics
Reviewed by M. Eugene Boring

Leo G. Perdue, ed.
Scribes, Sages, and Seers: The Sage in the Eastern Mediterranean World
Reviewed by James L. Crenshaw

Tammi J. Schneider
Mothers of Promise: Women in the Book of Genesis
Reviewed by Ellen White

David Valeta
Lions and Ovens and Visions: A Satirical Reading of Daniel 1-6
Reviewed by Jordan M. Scheetz

H. G. M. Williamson, ed.
Understanding the History of Ancient Israel
Reviewed by Walter Dietrich

Robert W. Yarbrough
1, 2, and 3 John
Reviewed by Tobias Nicklas






Παρασκευή 22 Μαΐου 2009

Βασιλείδης: μαρτυρίες για το πρόσωπο και το έργο του

Ετοιμάζοντας την εισήγησή μου για το συνέδριο της EABS στο Lincoln της Αγγλίας, η οποία θα έχει ως θέμα της τον τρόπο που παραθέτει και χρησιμοποιεί ο Κλήμης Αλεξ. κανονικά και απόκρυφα κείμενα, θα μοιραστώ μαζί σας κάποιες από τις πληροφορίες που συγκεντρώνω από διάφορες μελέτες σχετικά με το θεολογικό "κλίμα" κατά το 2ο αι. στην Αλεξάνδρεια.

Ένα από τα κύρια θέματα είναι οι γνωστικοί, τους οποίους αντιμετωπίζει ο Κλήμης στο έργο του Στρωματεῖς.
Στη σημερινή ανάρτηση και σε αυτές που θα ακολουθήσουν θέμα θα είναι ο Βασιλείδης. Όσα ακολουθούν στηρίζονται κυρίως στο άρθρο του Birger A. Pearson, "Basilides the Gnostic" στο συλλογικό έργο: Α. Marjanen / P. Luomanen (εκδ.), Α Companion to Second-Century Christian "Heretics", Brill 2005.

«Basilides haeresiarches in Alexandria commoratur. A quo gnostici»
Με αυτόν τον τρόπο ο Ευσέβιος στο χρονικό του για το 16ο έτος της βασιλείας του Αδριανού συνδέει τον Βασιλείδης [Β.] με τις απαρχές του γνωστικισμού.

Πηγές για τον Βασιλείδη
Κύρια πηγή: Ειρηναίου, Κατὰ αἱρέσεων 1.24.3-7
Σε αυτόν στηρίζονται τρία άλλα κείμενα
- Ψ-Τερτυλλιανού, Adversus omnes haereses 1.5
- Eπιφανίου, Πανάριον 24
- Filastrius, Diversarum haereseon liber 32
Και τα τρία όμως φαίνεται ότι έχουν και κάποια άλλη πηγή, ίσως το χαμένο σήμερα Syntagma του Ιππολύτου.

Μία εντελώς διαφορετική εικόνα για το σύστημα του Βασιλείδη προκύπτει από τον έργο του Ιππολύτου, Refutatio omnium haeresium 7.20-27: ο Βασιλείδης στήριξε το σύστημά του στον Αριστοτέλη
Από τον 19ο αι. κι εξής οι ερευνητές δέχονταν τη μαρτυρία του Ιππολύτου ως εγγύτερη προς τη διδασκαλία του Βασιλείδη. Ο B. Layton (The Gnostic Scriptures 1987) κ.ά. υποστήριξαν ότι η μαρτυρία του Ειρηναίου ήταν περισσότερο αξιόπιστη, αφού συμφωνεί και με τα κείμενα του ίδιου του Βασιλείδη που διασώζονται από την Κλήμεντα Αλεξ.

Διάφορες άλλες μαρτυρίες

O Löhr (Basilides und seine Schule: Eine Studie zur Theologie- und Kirchengeschichte des zweiten Jahrhunderts 1996) συγκέντρωσε 15 αρχαία testimonia για τον Βασιλείδη και τη σχολή του.
Ο Β. στήριξε τη διδασκαλία του στο Σίμωνα τον Μάγο και τον Μένανδρο (Ειρηναίου, Κατὰ αἱρέσεων 1.24.1). Δίδαξε στην Αλεξάνδρεια, από όπου κατά πάσα πιθανότητα καταγόταν. Λιγότερο πιθανή είναι η εκδοχή του Ιππολύτου (7.27.13) να σπούδασε αλλού στην Αίγυπτο (κι όχι στην Αλεξάνδρεια) όπως και η μαρτυρία του Επιφάνιου (Πανάριον 24.1.1) ότι δίδαξε στη χώρα της Αιγύπτου. Έδρασε μάλλον από την εποχή του Αδριανού (117-138) έως την εποχή του Αντωνίνου Πίου (138-161) (Κλήμης, Στρωματεῖς 7.106.4-107.1).
Ο ίδιος ο Β. ισχυριζόταν ότι ήταν συνεχιστής της παράδοσης των αποστόλων (βλ. Κλήμεντος, Στρωματεῖς 7.106.4-107.1: ο Β. ισχυριζόταν ότι είχε δάσκαλό του τον Γλαυκία «τὸν Πέτρου ἑρμηνέα» και Στρωματεῖς 7.108.1: ο Β., όπως κι άλλοι, ισχυριζόταν ότι συνέχιζε τη διδασκαλία του αποστόλου Ματθία. Βλ. επίσης Ιππολύτου, Haer. 7.20.1).
Πιθανόν αυτός ο ισχυρισμός του Β. ήταν η απάντηση στην παράδοση Πέτρου-Μάρκου που επικρατούσε στους εκκλησιαστικούς κύκλους της Αλεξάνδρειας.
Σύμφωνα με τον Αγρίππα Κάστορα (Ευσεβίου, Ἐκκλ. Ἱστορία 4.7.5-8) ο Β. συνέταξε 24 έργα για το ευαγγέλιο. Οι προφήτες του ήταν ο Barkabbas, ο Barkoph κ.ά. με βαρβαρικά ονόματα. Δίδαξε σύμφωνα με τον Αγρίππα ότι οι χριστιανοί μπορούν να καταναλώνουν ειδωλόθυτα και να αρνούνται την πίστη τους σε καιρό διωγμών. Ακολουθώντας το παράδειγμα του Πυθαγόρα όρισε μία πενταετή περίοδο σιωπής. Ίσως ο Αγρίππας να αναφέρεται στα Exegetica του Β., από τα οποία ο Κλήμης παραθέτει τρία κείμενα.
Σύμφωνα με τον Ωριγένη ο Β. συνέταξε ευαγγέλιο (Hom. Luc. 1) και «ωδές» ανάλογες με τους ψαλμούς του Βαλεντίνου (Enarrat. Job 21.12). Ίσως ωστόσο εδώ ο Ωριγένης να διασώζει εσφαλμένα την πληροφορία για τα εξηγητικά έργα του Β.
Μία σημαντική μαρτυρία για τη διδασκαλία του Β. παρέχει το κείμενο του Nag Hammadi, Η μαρτυρία της αλήθειας (Codex IX 3).

Ιστορία Χρόνων Κ.Δ.: χρονικό πλαίσιο, πηγές και εργαλεία

Όσον αφορά στα όρια της εποχής, την οποία εξετάζει η Ιστορία των Χρόνων της Κ.Δ., αυτά είναι βέβαια ευρύτερα από εκείνα της χρονικής περιόδου, κατά την οποία συγγράφηκαν τα κείμενα της Καινής Διαθήκης, δεν είναι όμως γενικά αποδεκτά από όλους τους ερευνητές. Άλλοι τοποθετούν την αρχή της εποχής αυτής στη Βαβυλώνια Αιχμαλωσία (για παράδειγμα οι Ι. Γαλάνης-Γ. Γαλίτης), άλλοι στη μακκαβαϊκή επανάσταση (Oskar Holtzmann), άλλοι στην ελληνιστική εποχή (H. Conzelmann / A. Lindemann, Robert Pfeiffer, Σ. Αγουρίδης) κι άλλοι στην άνοδο του Ηρώδη στην εξουσία (J. Felten, A. Hausrath, Th. Schmeller).(1) Ως ορόσημο του τέλους της εποχής της Καινής Διαθήκης ορίζεται συνήθως η επανάσταση του Bar Kochba (J. Felten, Γ. Γαλίτης – Ι. Γαλάνης, Σ. Αγουρίδης), ενώ κάποιοι ερευνητές προτιμούν την καταστροφή της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ. (M. Schneckenburger, O. Holtzmann, E. Schürer).
Τέλος οι πηγές της Ιστορίας των Χρόνων της Καινής Διαθήκης είναι παρόμοιες με εκείνες των άλλων ιστορικών κλάδων και ειδικότερα εκείνων που ασχολούνται με την ιστορία της αρχαιότητας: άμεσες και έμμεσες, φιλολογικές και μη. Ανάμεσα στις σημαντικότερες συγκαταλέγονται ιουδαϊκά κείμενα της περιόδου (όπως τα βιβλία των Μακκαβαίων, τα έργα του Φίλωνα και του Φλάβιου Ιωσήπου), έργα Ελλήνων και Ρωμαίων ιστορικών (όπως του Τάκιτου, του Σουητώνιου, του Δίωνα Κασσίου κτλ.), ραββινικά κείμενα, διάφορα άλλα κείμενα της εποχής, πάπυροι, επιγραφές, νομίσματα, αρχαιολογικά ευρήματα. Ο ιστορικός ξεκινά από τις γραπτές πηγές, αξιοποιεί όμως επίσης τα αρχαιολογικά ευρήματα και τα πορίσματα της επιγραφικής, της παπυρολογίας, της νομισματικής κτλ. (2)

(1)
Εξαίρεση αποτελεί ο Λ. Φιλιππίδης, ο οποίος τοποθετεί τις απαρχές της εποχής αυτής στην κλασική εποχή της αρχαίας Ελλάδος και στη Βαβυλώνια Αιχμαλωσία.
(2) Για τη σημασία της αρχαιολογίας στην ερμηνεία της Κ.Δ. βλ. W. Klaiber, „Archäologie und Neues Testament“, ZNW 72 (1981), σσ. 195-215. H σύνδεση της Ιστορίας Χρόνων με την αρχαιολογία φαίνεται ακόμη από τη διαπίστωση ότι ουσιαστικά μπορούμε να μιλούμε για «Αρχαιολογία του περιβάλλοντος της Κ.Δ. και της ιστορίας της», ό.π. σ. 202.

Άρθρο για πινακίδες με σφηνοειδή γραφή στο CDLJ

Από το ιστολόγιο Αwilum πληροφορούμαστε για τη δημοσίευση στο διαδίκτυο ενός άρθρου του CDLJ (Cuneiform Digital Library Journal) 2 (2009) με θέμα τη συλλογή πινακίδων με σφηνοειδή γραφή στο Florida State University.
Για να διαβάσετε το άρθρο (σε pdf), πατήστε εδώ.

BMCR: βιβλιοκρισία του υπομνήματος του D. Schwartz στο 2 Μακκαβαίων

Στην ιστοσελίδα το Bryn Mawr Classical Review έχει αναρτηθεί η βιβλιοκρισία του υπομνήματος του καθηγητή Daniel Schwartz στο 2 Μακκαβαίων (είχα παρακολουθήσει το σεμινάριό του για τα βιβλία των Μακκαβαίων στο Μόναχο πριν 2 χρόνια κι ήταν πραγματικά καταπληκτικός):

Daniel R. Schwartz, 2 Maccabees. Commentaries on Early Jewish Literature
Berlin/New York: Walter de Gruyter, 2008
ISBN 9783110191189
Reviewed by Frank Shaw, Cincinnati, Ohio
Για να διαβάσετε τη βιβλιοκρισία, πατήστε εδώ.

Πέμπτη 21 Μαΐου 2009

Ιστορία Χρόνων της Καινής Διαθήκης: περιεχόμενο του μαθήματος

Στη σημερινή ανάρτηση και σε κάποιες που θα ακολουθήσουν θα ασχοληθούμε με ένα επιμέρους μάθημα της βιβλικής επιστήμης τη λεγόμενη "Ιστορία Χρόνων της Καινής Διαθήκης" (Neutestamentliche Zeitgeschichte) και ειδικότερα με το περιεχόμενό του, τα ερευνητικά εργαλεία που χρησιμοποιεί και την ιστορία του.

Η βιβλική επιστήμη έχει ως αντικείμενό της κείμενα, τα οποία προέρχονται από έναν κόσμο, που χρονικά αλλά και τοπικά βρίσκεται πολύ μακριά από το σύγχρονο ερευνητή. Αυτή η απόσταση είναι σαφής από την πρώτη ήδη επαφή του με αυτά τα κείμενα, καθώς μέσα σε αυτά συναντά πρόσωπα και έννοιες, ήθη, ιδέες, αξίες που αντικατοπτρίζουν μία πραγματικότητα πολύ διαφορετική από τη δική του. Οι Σαδδουκαίοι και οι Φαρισαίοι, οι αρχιερείς και οι αρχισυνάγωγοι, οι Ρωμαίοι στρατιώτες και οι αξιωματούχοι, οι Ασιάρχες και οι πολιτάρχες, οι αγοραίοι της Θεσσαλονίκης, οι τεχνίτες της Εφέσου -για να αναφέρουμε μερικά πρόχειρα παραδείγματα -είναι πρόσωπα που αναμφισβήτητα ανήκουν σε έναν άλλο κόσμο. Έννοιες όπως Χριστός, δικαιοσύνη, απολύτρωσις, χάρις, Κύριος, σωτήρ, ευαγγέλιον, βασιλεία του Θεού – σταχυολογούμε βιαστικά μερικούς από τους όρους που συναντούμε μέσα στὴν Καινὴ Διαθήκη– δε μπορούν να γίνουν πλήρως κατανοητές με τη βοήθεια των παραστάσεων που διαθέτει ο ερμηνευτής από το δικό του - χρονικά και τοπικά οριζόμενο - παρόν. Για να μπορέσει λοιπόν ο ερμηνευτής να κατανοήσει και να εξηγήσει, να αναδείξει το πραγματικό περιεχόμενο των κειμένων και να αναπλάσει τον αφηγηματικό τους κόσμο, θα πρέπει να είναι εφοδιασμένος με τις απαραίτητες γνώσεις της εποχής, την οποία αντικατοπτρίζουν αυτά τα κείμενα. Αυτές οι γνώσεις, τις οποίες λόγω της χρονικής και τοπικής απόστασης ο ερευνητής δε διαθέτει εξαρχής, θα τον βοηθήσουν να «ξεκλειδώσει» τις μυστικές πόρτες του κειμένου στο μέτρο που αυτό είναι δυνατό και να ανακαλύψει το βαθύτερό τους νόημα. Αυτό το νόημα, σύμφωνα με τη μαρτυρία των ίδιων των κειμένων, είναι ο λόγος, η καταγραφή, της «εν Χριστώ αποκαλύψεως του Θεού και της διά Χριστού απολυτρώσεως του ανθρώπου» (Γ. Γαλίτη, Ἱστορία ἐποχῆς τῆς Καινῆς Διαθήκης, Επιμέλεια Ι. Γαλάνη, Εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 51991, σ. 5), η οποία όμως λαμβάνει χώρα μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι ή κατά τη μαρτυρία ενός από τα αρχαιότερα κείμενα της Καινής Διαθήκης «όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου» (Γαλ 4,4). Τις γνώσεις, που είναι απαραίτητες για την ιστορική κατανόηση του «πληρώματος» τις προσφέρει η Ιστορία των Χρόνων της Καινής Διαθήκης.
Η Ιστορία των Χρόνων της Καινής Διαθήκης επομένως είναι ο κλάδος της βιβλικής ερμηνευτικής, ο οποίος παρέχει στον ερμηνευτή τα ιστορικά εκείνα στοιχεία που χρειάζεται για να κατανοήσει το ευρύτερο πολιτικό, κοινωνικό, θρησκευτικό και ιδεολογικό πλαίσιο των κειμένων της Καινής Διαθήκης.
Δεν αποτελεί κατά συνέπεια μία από τις πολλές ερμηνευτικές μεθόδους, τις οποίες εφαρμόζει η βιβλική επιστήμη, αλλά μάλλον ένα εφόδιο απαραίτητο σε όλες τις μεθόδους (P. Pilhofer, „Die lokalgeschichtliche Methode“, στο έργο του ιδίου, Die frühen Christen und ihre Welt. Greifswälder Aufsätze 1996-2001, (WUNT 145), Mohr Siebeck, Tübingen 2002, σ. 9)
Η Ιστορία των Χρόνων της Καινής Διαθήκης δεν θα πρέπει να συγχέεται με την ιστορία της Καινής Διαθήκης, την ιστορία δηλαδή των επιμέρους κειμένων και του κανόνα της Καινής Διαθήκης, ούτε όμως και με την Ιστορία του Αρχέγονου Χριστιανισμού, την ιστορία δηλαδή της πρώτης Εκκλησίας μέχρι περίπου τον 2ο αι. μ.Χ., αν και συχνά οι πορείες τους υπήρξαν παράλληλες και κάποιες φορές δύσκολα διακριτές μεταξύ τους. Στην περίπτωση της Ιστορίας των Χρόνων το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στις πολιτικές διαδικασίες και στους πολιτικούς θεσμούς (για παράδειγμα ρωμαϊκή διοίκηση, ρωμαίος αυτοκράτορας), σε κοινωνικούς θεσμούς και ομάδες (π.χ. το σχολείο, τους συλλόγους), σε μηχανισμούς κοινωνικής συνοχής (π.χ. τιμωρία, ευεργεσία), σε οικονομικές σχέσεις (π.χ. φορολογία, τελώνες, δούλους, κυρίους, κυριότητα γης), σε θρησκευτικά φαινόμενα και θρησκευτικές ομάδες (λατρείες διαφόρων θεοτήτων, μυστήρια, μαγεία, Ιουδαϊκή θρησκεία, Ναό, Φαρισαίους, Σαδδουκαίους κτλ.), σε ιδεολογικές τάσεις (π.χ. φιλοσοφικές σχολές), σε κοινωνικές αξίες (π.χ. τιμή, αισχύνη) αλλά και σε θέματα πολιτικής ιστορίας και ιστορικής γεωγραφίας.
Το μάθημα της Ιστορίας των Χρόνων της Κ.Δ., όπως άλλωστε δηλώνει και το ίδιο το όνομά του, είναι καταρχήν ιστορικό,διέπεται δηλαδή από τις αρχές της επιστήμης της Ιστορίας, εφαρμόζει τις ίδιες μεθόδους και, όπως θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε στη συνέχεια, ακολούθησε την ίδια εξέλιξη με τους άλλους κλάδους της ιστορικής επιστήμης κατά τα 200 περίπου χρόνια ζωής του. Ο σκοπός του όμως δεν είναι απλώς να περιγράψει το παρελθόν, εκείνο της εποχής των κειμένων της Κ.Δ., αλλά, όπως και στην περίπτωση των υπόλοιπων ιστορικών κλάδων, να το κατανοήσει και να το ερμηνεύσει.
Η ερμηνευτική αυτή διάσταση της Ιστορίας των Χρόνων της Κ.Δ. καθώς επίσης το γεγονός ότι λειτουργεί ως βοηθητικό εργαλείο κατανόησης και ερμηνείας των βιβλικών κειμένων, είναι οι αιτίες που ο κλάδος αυτός δεν αποτελεί τμήμα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας αλλά μάθημα της βιβλικής ερμηνευτικής. Όπως παρατηρεί ο καθηγητής της Κ.Δ. του Παν/μίου του Βερολίνου Cilliers Breytenbach η Ιστορία των Χρόνων της Καινής Διαθήκης θα πρέπει να είναι προσανατολισμένη στην ερμηνεία των κειμένων της Κ.Δ., αυτά αποτελούν την αφετηρία και το τέλος, "το κείμενο παραμένει το σημείο προσανατολισμού" (Cilliers Breytenbach, „Auf den Text kommt es an. Zugänge zur urchristlichen Vergangenheit“, στο έργο της Eve-Marie Becker (εκδ.), Neustamentliche Wissenschaft. Autobiographische Essays aus der Evangelischen Theologie, (UTB 2475), A. Francke, Tübingen und Basel 2003, σ. 60)

BMCR: βιβλιοκρισίες

Στην ηλεκτρονική σελίδα του Bryn Mawr Classical Review έχουν αναρτηθεί βιβλιοκρισίες με ενδιαφέρον για όσους μελετούν τον αρχαίο κόσμο και το ιστορικοκοινωνικό περιβάλλον των κειμένων της Βίβλου ειδικότερα:

Nikolaos Kaltsas, Alan Shapiro (ed.), Worshiping Women: Ritual and Reality in Classical Athens. New York: Alexander S. Onassis Public Benefit Foundation (USA), 2008.
ISBN 9780977659845.
Reviewed by Jessica Paga

Ineke Sluiter, Ralph M. Rosen (ed.), Kakos: Badness and Anti-value in Classical Antiquity. Mnemosyne: Supplements. History and Archaeology of Classical Antiquity; 307. Leiden/Boston: Brill, 2008
ISBN 9789004166240

Tim G. Parkin, Arthur J. Pomeroy, Roman Social History: A Sourcebook.
Routledge Sourcebooks for the Ancient World. London/New York:
Routledge, 2007.
ISBN 9780415426756
Reviewed by Fanny Dolansky

Το νέο τεύχος του HTS

Στο νέο τεύχος του HTS Teologiese Studies / Theological Studies 65:1 (2009) δημοσιεύονται τα εξής άρθρα βιβλικού ενδιαφέροντος:

Cas J.A. Vos, "The Psalms as hymns in a liturgical context"
Mε πολλούς τρόπους οι ψαλμοί εκπληρώνουν ένα ρόλο γέφυρας μεταξύ διαφόρων κατηγοριών. Στο εβραϊκό κείμενο του βιβλίου των Ψαλμών οι περισσότεροι ψαλμοί φέρουν συγκεκριμένους τίτλους. Ωστόσο κανένας από αυτούς τους τίτλους δε γεννήθηκε μαζί με τον ψαλμό. Αντίθετα παρέχουν στον αναγνώστη πληροφορίες όσον αφορά στη διαδικασία που οδήγησε στη συγκέντρωση όλων των ψαλμών σε μία συλλογή. Οι ψαλμοί είναι κάτι παραπάνω από μία λειτουργία κι η λειτουργία είναι κάτι παραπάνω από τους ψαλμούς. Οι ψαλμοί του Βιβλίου των Ψαλμών αποτελούν το θέμα του άρθρου. Είναι σαφές ότι ο αίνος στους ψαλμούς ακολουθεί διαφορετικά πρότυπα. Ο συγγραφέας επιχειρεί να διερευνήσει τη λειτουργική επίδραση που άσκησαν οι ψαλμοί σε λειτουργικές συνάφειες.

Hennie J.C. Pieterse, "Prediking oor die koninkryk van God: ’n Uitdaging in ’n nuwe konteks van armoede" (Preaching on the kingdom of God: A challenge in a new context of poverty)
Aφετηρία του συγκεκριμένου άρθρου είναι η κοινωνική κατάσταση της σημερινής Νότιας Αφρικής. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι το κήρυγμα των παραβολών για τη Βασιλεία του Θεού μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να βρουν ελπίδα και νόημα σε μία ζωή ως μαθητές του Ιησού. Η σύγχρονη κατανόηση εκ μέρους των καινοδιαθηκολόγων του πώς θα πρέπει να ερμηνεύονται οι παραβολές αποτελεί ένα από τα θέματα επίσης του άρθρου. Οι περισσότερες αυθεντικές εκδοχές των παραβολών του Ιησού θα πρέπει να κατανοηθούν ως διαφορικές μεταφορές. Το κήρυγμα για τη βασιλεία δίνει τη δυνατότητα μίας άλλης ζωής σε αντιπαράθεση προς τη βία, την αδικία και τις προκαταλήψεις των κοσμικών κρατών. Η εσχατολογία των παραβολών του Ματθαίου θα πρέπει να ερμηνευθεί ως ηθική εσχατολογία με πραγματικές διαστάσεις. Με αυτόν τον τρόπο σύμφωνα με τον συγγραφέα μπορούν οι παραβολές να αποκτήσουν περιεχόμενο και νόημα για το σημερινό άνθρωπο.

Japie P. Malan, "Die metafoor 'Saam met Christus gekruisig' in sosio-historiese konteks" (The metaphor ‘being crucified with Christ’ in sociohistorical context)
H σταύρωση είναι μία ιδέα πολύ μακριά από την εμπειρία και την αντίληψη του ανθρώπου του 21ου αι. Για να γίνει κατανοητή η δύναμη του μηνύματος του σταυρού, κανείς θα πρέπει πρώτα να ορίσει ποια ήταν η σημασία της σταύρωσης για τον άνθρωπο της αρχαιότητας. Τα δεδομένα σχετικά με το σταυρό και την σταύρωση συνδέονται άμεσα με την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα της εποχής. Ο συγγραφέας προσπαθεί να αποκαταστήσει μία αξιόπιστη και πιθανή κοινωνικοϊστορική συνάφεια για τη μεταφορά "Χριστῷ συνεσταύρωμαι". Παρουσιάζονται επίσης σχετική ορολογία καθώς και η πρακτική της σταύρωσης στους αρχαίους λαούς. Ο συγγρ. συζητά επίσης τις πιθανές διαφορές στο σχήμα του σταυρού και τις διαδικασίες σταύρωσης. Επιδιώκει επίσης να παρουσιάσει την αισχύνη και την απόρριψη που έπρεπε να υποστεί ο καταδικασμένος. Οι κοινωνικοϊστορικές προεκτάσεις της πρόθεσης "σύν" συζητώνται επίσης με σκοπό να καταδειχθεί η σημασία της για τον άνθρωπο του αρχαίου κόσμου. Τι καταλάβαινε και βίωνε ένας άνθρωπος, όταν του έλεγαν ότι θα πρέπει να σταυρωθεί μαζί με τον Χριστό; Με βάση το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής μια τέτοια δήλωση δημιουργούσε αμέσως ξεκάθαρα την εικόνα του τιμήματος που θα έπρεπε να καταβληθεί. Σήμαινε ότι κανείς θα έπρεπε να απαρνηθεί ό,τι του ήταν αγαπητό και σημαντικό στη ζωή του, ότι θα τον απέρριπταν η οικογένεια και οι φίλοι του, ότι θα έπρεπε να υποστεί πόνο - φυσικό και συναισθηματικό- καθώς επίσης σήμαινε ότι είχε την επίγνωση πως μια τέτοια απόφαση δε μπορούσε να ανακληθεί.

Johann-Albrecht Meylahn, "Responsibility, God and society: The cry of the other in the sacred texts as challenge towards responsible global citizenship"
O συγγρ. επιδιώκει να απαντήσει στο εξής ερώτημα: ποιο ρόλο διαδραματίζουν τα ιερά κείμενα στη διαμόρφωση μίας χριστιανικής ταυτότητας που είναι υπεύθυνη για το συνάνθρωπο σε μία πλουραλιστική κοινωνία; Τα ιερά κείμενα της ιουδαιο-χριστιανικής παράδοσης παρέχουν όχι μόνο την αντίληψη της απόλυτης διαφορετικότητας του Θεού, αλλά επίσης σχηματίζουν τη βάση για την κατανόηση από μέρους μας της ανθρωπότητας (ανθρωπολογίας) και του εαυτού μας (ταυτότητα). Αυτή η κατανόηση διαμορφώνεται μέσα από την ανταπόκρισή μας στο κάλεσμα του εντελώς Άλλου και των άλλων. Οι ταυτότητες παραδοσιακά διαμορφώνονται μέσα από την ταύτιση και τον αποκλεισμό του διαφορετικού οδηγώντας έτσι σε μία ηθική του αποκλεισμού και στην ευθύνη απέναντι στον εαυτό μας και στο όμοιο. Ωστόσο αυτά τα κείμενα, τα οποία διαμορφώνουν ταυτότητες, τονίζουν επίμονα τη διαφορετικότητα, η οποία αποτελεί πρόκληση στις παραδοσιακές ταυτότητες καλώντας τες να αναλάβουν την ευθύνη τους απέναντι στον άλλο. Η διαφορετικότητα που τονίζεται σε αυτά τα κείμενα μπορεί να πάρει πολλές μορφές: η διαφορετικότητα του αρχαίου κόσμου προς τον δικό μας, η διαφορετικότητα του υπερβατικού Άλλου, η διαφορετικότητα του ίδιου του κειμένου κτλ. Αυτές οι διαφορετικές μορφές διαφορετικότητας αποδομούν τις δικές μας ιδιαίτερες ταυτότητες, καλώντας μας έτσι σε μία συνεχή ευθύνη απέναντι στους άλλους. Αυτό το κάλεσμα μπορεί επίσης να αποτελέσει τη βάση για μία χριστιανική ταυτότητα και ηθική ενός παγκόσμιου πολίτη που συνεχώς ανταποκρίνεται στην πρόκληση του άλλου.

Pieter J.J.Botha, "Historical Jesus research and relevance in South Africa"
O συγγραφέας προσφέρει μία σύντομη ανασκόπηση των σημαντικοτέρων εξελίξεων στις σπουδές για τον ιστορικό Ιησού στη Ν. Αφρική. Μολονότι αυτές οι σπουδές δεν είναι χαρακτηριστικές ή κυρίαρχες στις νοτιοαφρικανικές καινοδιαθηκικές σπουδές, κάποια από τα επιτεύγματα των ερμηνευτών, που εργάζονται σε αυτό το χώρο, δεν αποτελούν μόνο σημαντικές συμβολές στην έρευνα αλλά έχουν σημασία και για τις προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει η βιβλική επιστήμη γενικότερα στη Ν. Αφρική. Οι νοτιοαφρικές μελέτες για τον ιστορικό Ιησού παρουσιάζουν μία εξέλιξη από την απλή εφαρμογή αρχικά των λόγων και πράξεων του Ιησού σε μία περισσότερο σύνθετη αντιπαράθεση και σύνδεση του σύγχρονου με το αρχαίο πλαίσιο. Ο συγγρ. υποστηρίζει ότι αυτές οι εξελίξεις μπορούν να συμβάλουν στο σύγχρονο θεολογικό διάλογο.