Παρασκευή 17 Απριλίου 2009

Βιβλιοκρισίες στο Review of Biblical Literature 16/4/2009

Στη νέα ηλεκτρονική έκδοση του Review of Biblical Literature έχουν αναρτηθεί οι εξής βιβλιοκρισίες:

H. Ausloos, F. Garcνa Martνnez, M. Vervenne, J. Cook, and B. Lemmelijn, eds.
Translating a Translation: The LXX and Its Modern Translations in the Context of Early Judaism
Reviewed by Tuukka Kauhanen

Lytta Basset
Holy Anger: Jacob, Job, Jesus
Reviewed by Jutta Jokiranta

Elizabeth V. Dowling
Taking Away the Pound: Women, Theology and the Parable of the Pounds in the Gospel of Luke
Reviewed by James A. Metzger

Kathy Ehrensperger
Paul and the Dynamics of Power: Communication and Interaction in the Early Christ-Movement
Reviewed by Thomas R. Blanton IV

Tamara Cohn Eskenazi and Andrea L. Weiss, eds.
The Torah: A Women's Commentary
Reviewed by Susanne Scholz

J. Cheryl Exum and Ela Nutu, eds.
Between the Text and the Canvas: The Bible and Art in Dialogue
Reviewed by Hennie Stander

Harry Alan Hahne
The Corruption and Redemption of Creation: Nature in Romans 8.19-22 and Jewish Apocalyptic Literature
Reviewed by Ron Fay

George Heyman
The Power of Sacrifice: Roman and Christian Discources in Conflict
Reviewed by Giovanni Battista Bazzana

Heidi J. Hornik and Mikeal C. Parsons
Illuminating Luke: Volume 3: The Passion and Resurrection Narratives in Italian Renaissance and Baroque Painting
Reviewed by Hennie Stander

Elizabeth A. McCabe
An Examination of the Isis Cult with Preliminary Exploration into New Testament Studies
Reviewed by John S. Kloppenborg

Kathryn McClymond
Beyond Sacred Violence: A Comparative Study of Sacrifice
Reviewed by Leigh Trevaskis

Saul M. Olyan
Disability in the Hebrew Bible: Interpreting Mental and Physical Differences
Reviewed by David M. Maas
Reviewed by Hector Avalos

T. A. Perry
God's Twilight Zone: Wisdom in the Hebrew Bible
Reviewed by Thomas M. Bolin

Johannes Taschner
Die Mosereden im Deuteronomium: Eine kanonorientierte Untersuchung
Reviewed by Dominik Markl

Karel van der Toorn
Scribal Culture and the Making of the Hebrew Bible
Reviewed by Frank Polak

Πέμπτη 16 Απριλίου 2009

L.W. Hurtado: οι καινοδιαθηκικές σπουδές κατά τον 20ο αι. (3)

Οι πρώτες δεκαετίες του 20ου αι.

Σημαντικά ερευνητικά προγράμματα στο γερμανόφωνο χώρο

Kommentar zum Neuen Testament aus Talmud und Midrasch (1922–1928) (Hermann Leberecht Strack & Paul Billerbeck). Μολονότι το έργο τους δέχθηκε κριτική, αποτελεί μέχρι σήμερα ένα σημαντικό εργαλείο αναφοράς για τους ερμηνευτές. Η εισαγωγή του Strack στη ραββινική γραμματεία (Einleitung in Talmud und Midrasch, 1887, αναθεωρημένες εκδόσεις 1908, 1920 και αγγλική μετάφρ. 1931) και η αναθεωρημένη από τον Günther Stemberger έκδοση του 1982 (αγγλική έκδοση 1991) παραμένουν χρήσιμα ερμηνευτικά βοηθήματα.

Theologisches Wörterbuch zum Neuen Testament (1932–1973) Το 9τομο έργο ξεκίνησε ο Gerhard Kittel, που υπήρξε ο εκδότης των 5 πρώτων τόμων και το συνέχισε ο Gerhard Friedrich. Στο συλλογικό αυτό έργο αναλύονται οι σημαντικότερες ελληνικές λέξεις της Κ.Δ., κάποια μάλιστα από τα λήμματα θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν σύντομες μονογραφίες. Στην έκδοση συμμετείχαν όλοι οι σημαντικοί Γερμανοί καινοδιαθηκολόγοι της εποχής. Μεταφράστηκε και στα αγγλικά (1964–1974). Επιμέρους άρθρα δέχθηκαν κριτική με βάση τα νέα δεδομένα στην έρευνα, το λεγόμενο όμως "λεξικό του Kittel" παραμένει ένα μνημειώδες έργο, χρήσιμο εργαλείο για κάθε βιβλικό επιστήμονα. Η αφιέρωση του πρώτου τόμου στον Adolf Schlatter, καθηγητή στην Τυβίγγη, ο οποίος υποστήριξε ότι η θεολογία και η κριτική προσέγγιση της Κ.Δ. μπορούν πολύ καλά να συμβιώσουν, αποτελεί μία ένδειξη του προσανατολισμού του λεξικού.

Zeitschrift für die Neutestamentliche Wissenschaft und die Kunde der Älteren Kirche. To 1900 κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος του διεθνούς κύρους επιστημονικού περιοδικού ZNW. Από τότε μέχρι σήμερα παραμένει ένα από τα πλέον έγκυρα περιοδικά για τη μελέτη της Κ.Δ.

Εξελίξεις στον τομέα των κριτικών εκδόσεων
Οι σημαντικές εκδόσεις κριτικού κειμένου κατά το 19ο αι. κατέδειξαν την ανάγκη αξιοποίησης των χειρογράφων της Κ.Δ. και εκπόνησης κριτικών εκδόσεων του κειμένου της. Η πρώτη έκδοση του Eberhard Nestle κυκλοφόρησε το 1898, το 1927 κυκλοφόρησε η 13η υπό την εποπτεία τώρα του γιου του Erwin. Περιελάμβανε κριτικό υπόμνημα και παρέθετε τις αναγνώσεις μίας σειράς αρχαίων χειρογράφων, εκκλησιαστικών συγγραφέων και αρχαίων μεταφράσεων (η 27η έκδοση κυκλοφόρησε με την επιμέλεια του Kurt Aland, ο οποίος ανέλαβε το έργο από την 21η έκδοση κι εξής). Η Nestle-Aland αποτελεί το κριτικό κείμενο για τους βιβλικούς επιστήμονες.

Hermann von Soden: ένας από τους σημαντικότερους Γερμανούς επιστήμονες που ασχολήθηκε με την κριτική του κειμένου. Σημαντικότερο έργο του είναι η τετράτομη μελέτη Die Schriften des Neuen Testaments in ihrer ältesten erreichbaren Textgestalt, auf Grund ihrer Textgeschichte (1911, 1913), όπου κάνει μία αναδρομή στη μέχρι τότε έρευνα, παρουσιάζει τις θεωρίες του για την ιστορία του κειμένου της Κ.Δ. και προτείνει το δικό του κριτικό κείμενο της Κ.Δ. Το έργο του ωστόσο μολονότι παραμένει σταθμός στην ιστορία της μελέτης του κριτικού κειμένου, δεν έγινε γενικά αποδεκτό.

Στις μελέτες του κριτικού κειμένου της Κ.Δ. πρωτοπόροι υπήρξαν κυρίως επιστήμονες από τον αγγλόφωνο χώρο, κάτι που οφειλόταν στο γεγονός της κατοχής πολλών χειρογράφων από ιδρύματα στη Βρετανία και ΗΠΑ.
Freer Gospels Codex:
οφείλει το όνομά του στον αγοραστή του Charles Freer, μεγιστάνα από το Detroit. Χρονολογείται κατά τα τ. 4ου - αρχ. 5ου αι. και θεωρείται ο τρίτος αρχαιότερος μάρτυρας των ευαγγελίων. Μελετήθηκε από τον Henry A. Sanders, ο οποίος τον εξέδωσε και δημοσίευσε μία σειρά σχετικών μελετών. Με αυτό το κείμενο ασχολήθηκαν επίσης οι Kirsopp Lake, B.H. Streeter κ.ά.
Kirsopp Lake: ένας από τους σημαντικότερους βιβλικούς επιστήμονες της εποχής του. Στην αρχή της επιστημονικής του πορείας (1902) εντόπισε μία ομάδα μεσαιωνικών μαρτύρων του κειμένου της Κ.Δ. (γνωστά στη συνέχεια ως Οικογένεια 1). Σε συνεργασία με τους Robert P. Blake (1923) και Silva New (1928) δημοσίευσε μία σειρά άρθρων, στα οποία προσπάθησε να αποδείξει ότι τα συγκεκριμένα χειρόγραφα διασώζουν ένα αρχαίο τύπο κειμένου των ευαγγελίων. Την ίδια θέση υποστήριξε και ο Streeter (1924), o οποίος ονόμασε το συγκεκριμένο τύπο "Τύπος της Καισάρειας". Οι θέσεις τους δέχθηκαν κριτική και το 1991 ο L.W. Hurtado υποστήριξε ότι ο κώδικας Freer δεν ανήκει σε αυτόν τον τύπο κειμένου. Παρά την κριτική ο Lake παραμένει μέχρι σήμερα ένας από τους πρωτοπόρους στο χώρο μελέτης της ιστορίας του κειμένου της Κ.Δ. και συνέδεσε το όνομά του με δύο κυρίως τύπους κειμένου: των οικογενειών 1 και 13. Οι σημαντικότερες μελέτες του υπάρχουν στη σειρά των μονογραφιών "Studies and Documents".

Το άλλο σημαντικό γεγονός αυτής της περιόδου είναι η έκδοση το 1933 των 12 βιβλικών παπύρων της Βιβλιοθήκης Chester Beatty από τον Frederick Kenyon. Ανάμεσά τους οι σημαντικότεροι είναι ο Ρ45 (P. Chester Betty I), το αρχαιότερο χειρόγραφο των ευαγγελίων και των Πράξεων (περ. 250 μ.Χ.) και ο Ρ46 (. Chester Betty IΙ), το αρχαιότερο χειρόγραφο των επιστολών του Παύλου (περ. 200 μ.Χ.).


Ο τάφος του Αντωνίου και της Κλεοπάτρας;

Στις ηλεκτρονικές σελίδες διαφόρων πρακτορείων ειδήσεων και σε ιστολόγια αναρτήθηκε χθες η είδηση ότι πιθανόν ομάδα αρχαιολόγων να έφτασε πολύ κοντά στα ίχνη των τάφων του Μ. Αντωνίου και της Κλεοπάτρας. Σύμφωνα με τα ίδια δημοσιεύματα η αρχαιολογική ομάδα, η οποία εργάζεται εδώ και τρία χρόνια στις ανασκαφές του ναού της Taposiris Magna (λίμνη Mariut, σήμερα Abusir), έφερε στο φως μέχρι σήμερα διάφορα ενδιαφέροντα ευρήματα, τα οποία θεωρεί ότι αποτελούν ενδείξεις για τον εντοπισμό των τάφων εκεί. Ο Αντώνιος και η Κλεοπάτρα, ένα από τα γνωστότερα ζευγάρια της αρχαιότητας, αυτοκτόνησαν μετά την ήττα τους από τον Οκταβιανό στη ναυμαχία του Ακτίου (μία μάχη που καθόρισε την πορεία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας) το 31 π.Χ., δεν είναι όμως γνωστός ο τόπος ταφής τους.
Σύμφωνα με το ιστολόγιο rogueclassicism του David Meadows κατά το τελευταίο έτος υπήρξαν διάφορες ανακοινώσεις στον τύπο (ηλεκτρονικό και έντυπο) για την ανακάλυψη διαφόρων ευρημάτων από τον αρχαιολογικό αυτό χώρο (ο David Μeadows έχει έναν κατάλογο των σχετικών δημοσιευμάτων): ένας υπόγειος τάφος, ένα αλαβάστρινο κεφάλι της Κλειούς και μία μάσκα πιθανόν του Αντωνίου.
Για να διαβάσετε και το σχετικό δημοσίευμα των Times, πατήστε εδώ.

(Φωτ. Νομίσματα με παράσταση της Κλεοπάτρας. Πηγή: δημοσίευμα των TIMES)

BMCR: βιβλιοκρισία ενός συλλογικού τόμου για την προφορικότητα και τη μνήμη

Στην ιστοσελίδα του Bryn Mawr Classical Review έχει αναρτηθεί η βιβλιοκρισία ενός τόμου που περιέχει μέρος των πρακτικών ενός συνεδρίου για την προφορικότητα και τη μνήμη στην αρχαιότητα. Πατώντας στον τίτλο θα βρεθείτε στη βιβλιοκρισία.

E. Anne Mackay (ed.), Orality, Literacy, Memory in the Ancient Greek and Roman World (Orality and Literacy in Ancient Greece, Volume 7).
Mnemosyne Supplementa 298. Leiden/Boston: Brill, 2008.
ISBN 9789004169913.
$158.00.

Oxford Biblical Studies Online

Διατίθεται ελεύθερο στο διαδίκτυο μέχρι τα τέλη Μαΐου από την Oxford University Press ένα νέο εργαλείο για τη μελέτη της Αγίας Γραφής. Σύμφωνα με την ανακοίνωση του εκδοτικού οίκου στη σελίδα διατίθενται μεταφράσεις της Α.Γ., χάρτες, διάφοροι πίνακες, κείμενα αποκρύφων κτλ.
Πατώντας εδώ, θα βρεθείτε στην κύρια σελίδα του Oxford Biblical Studies Online.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2009

L.W. Hurtado: οι καινοδιαθηκικές σπουδές κατά τον 20ο αι. (2)

Οι πρώτες δεκαετίες του 20ου αι.

Μελέτες σχετικά με τα ευαγγέλια

Από τις αρχές του αιώνα κυριαρχούν στην έρευνα οι θέσεις α) ότι το κατά Μάρκον είναι το αρχαιότερο των ευαγγελίων ("Markan hypothesis") και β) ότι οι δύο άλλοι ευαγγελιστές χρησιμοποιούν μία επιπλέον πηγή, τη λεγόμενη πηγή των Λογίων (Q).
Στον αγγλόφωνο χώρο ο Burnett Hillman Streeter (The Four Gospels, 1924) εισήγαγε τη λεγόμενη υπόθεση των τεσσάρων κειμένων (Four Document Hypothesis): εκτός από τις δύο παραπάνω πηγές, έκανε λόγο για το ιδιαίτερο υλικό του Ματθαίου (Μ) και το ιδιαίτερο υλικό του Λουκά (L). Όσον αφορά στο κατά Λουκάν υποστήριξε ότι υπήρξε μία αρχαιότερη εκδοχή του (Proto-Luke).

Κριτική της Μορφής (Formgeschichte)
Η Κριτική της Μορφής αναπτύχθηκε στο γερμανόφωνο θεολογικό χώρο και στηρίχθηκε σε ανάλογες μελέτες των προφορικών λαϊκών παραδόσεων και της λαογραφίας. Ενώ ο Streeter κι άλλοι στηρίχθηκαν στην ιδέα ότι κείμενα όπως τα ευαγγέλια είχαν ως πηγές τους κυρίως άλλα γραπτά κείμενα, οι υποστηρικτές της Κριτικής της Μορφής έκαναν λόγο για μία περισσότερο σύνθετη και κυρίως προφορική μετάδοση των παραδόσεων για τον Ιησού.
Τρεις κύριοι εκπρόσωποι αυτής της περιόδου είναι:

Karl Ludwig Schmidt (Der Rahmen der Geschichte Jesu 1919): οι ευαγγελιστές άντλησαν τις επιμέρους αφηγήσεις για τον Ιησού από ένα υλικό που είχαν στη διάθεσή τους λογίων του Ιησού και ιστοριών σχετικά με αυτόν και τις συνέθεσαν σε ένα ενιαίο κείμενο. Σε μία άλλη μελέτη του (Die Stellung der Evangelien in der allgemeinen Literaturgeschichte, 1923) υποστήριξε ότι τα ευαγγέλια αποτελούν ένα ιδιαίτερο φιλολογικό είδος που δεν είναι υποχρεωτικό να έχει συγγένεια με άλλα φιλολογικά είδη της ρωμαϊκής περιόδου. Τα ευαγγέλια διαμορφώθηκαν από τις κηρυκτικές και ποιμαντικές ανάγκες των χριστιανικών κοινοτήτων του 1ου αι. Αυτή η θέση έτυχε μεγάλης αποδοχής από τη δεκαετία του '70 κι εξής κι είναι αποδεκτή μέχρι και σήμερα.

Martin Dibelius
(Formgeschichte des Evangeliums, 1923): σε αυτόν οφείλουμε το όνομα αυτής της νέας ερευνητικής τάσης: Formgeschichte. Διέκρινε 5 τύπους μορφών στα ευαγγέλια: "παραδείγματα" (σύντομα συχνά αντιφατικά μεταξύ τους επεισόδια που καταλήγουν σε μια αξιομνημόνευτη φράση του Ιησού), "νουβέλλες" (αυτοτελείς ιστορίες, που συχνά περιλαμβάνουν ένα θαύμα του Ιησού), "θρύλοι" (legends) (παρουσιάζουν την ηθική και πνευματική ποιότητα του Ιησού), "διδακτικό υλικό" (το μεγαλύτερο μέρος των λόγων του Ιησού) και "μύθοι" (ιστορίες με έντονο μεταφυσικό χαρακτήρα). Μια περαιτέρω συμβολή του στις καινοδιαθηκικές σπουδές ήταν η σύνδεση των επιμέρους μορφών με συγκεκριμένες καταστάσεις στις επιμέρους εκκλησιαστικές κοινότητες των πρώτων δεκαετιών.

Rudolf Bultmann (Geschichte der synoptischen Tradition, 1921): Έθεσε υπό αμφισβήτηση την ιστορικότητα ενός μεγάλου μέρους της παράδοσης για τον Ιησού. Ωστόσο οι θέσεις του Bultmann δεν ισοδυναμούσαν με απομάκρυνση από τη χριστιανική πίστη (ο ίδιος συνδύαζε στοιχεία μίας υπαρξιακής φιλοσοφικής προσέγγισης και την πίστη των Λουθηρανών). Δε θεωρούσε πρόβλημα το ότι η έρευνα δε μπορεί να μιλήσει με βεβαιότητα για κανένα άλλο ιστορικό γεγονός παρά μονάχα για τη Σταύρωση. Αυτός ο μεγάλος σκεπτικισμός μπορούσε να οδηγήσει σε μία απόλυτη εμπιστοσύνη, η οποία κατά τη γνώμη του είναι η βάση της αυθεντικής πίστης.
Μολονότι οι θέσεις του Bultmann για την ιστορικότητα των ευαγγελίων θεωρήθηκαν ακραίες, στις δεκαετίες που ακολούθησαν τα πορίσματα της κριτικής της μορφής έγιναν γενικά αποδεκτά στη Γερμανία και αλλού.

Ανάμεσα σε αυτούς που τα αξιοποίησαν δημιουργικά είναι ο Charles Harold Dodd. Στο έργο του Parables of the Kingdom (1935) υποστήριξε ότι τα ευαγγέλια παρουσιάζουν με ένα τέτοιο τρόπο τις παραβολές του Ιησού, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των εκκλησιαστικών κοινοτήτων, στις οποίες απευθύνονται οι ευαγγελιστές. Οι παραβολές ωστόσο διασώζουν ένα αυθεντικό τμήμα της διδασκαλίας του Ιησού. Ο Dodd προσπάθησε να αναπαραστήσει την αρχική συνάφειά τους μέσα στο κήρυγμα του Ιησού και τόνισε τον εσχατολογικό χαρακτήρα τους. Το έργο του επηρέασε τον Joachim Jeremias (Die Gleichnisse Jesu, 1947), o οποίος ωστόσο εξέφρασε τις αντιρρήσεις του για την έμφαση του Dodds στην "πραγματοποιηθείσα εσχατολογία", η οποία κατά τη γνώμη του δε μπορούσε να εξηγήσει το στοιχείο του μελλοντικού που υπάρχει σε πολλούς λόγους του Ιησού για τη Βασιλεία του Θεού.
Ένα άλλο βιβλίο του Dodd, Τhe Apostolic Preaching and its Development (1936) άσκησε επίσης μεγάλη επιρροή στις μελέτες που ακολούθησαν. Σε αυτό προσπάθησε να προσεγγίσει με τη βοήθεια της Κριτικής των Μορφών το αρχέγονο κήρυγμα του Χριστιανισμού. Υποστήριξε ότι κεντρικά στοιχεία αυτού του κηρύγματος ήταν: η ανάσταση, η ανάληψη, η μελλοντική επάνοδος εν δόξει. Εντόπισε επίσης στην Κ.Δ. υλικό διδαχής των νεοφώτιστων, το οποίο θεώρησε ότι ήταν συμπληρωματικό προς το ευαγγελικό κήρυγμα.
Ως σπουδαιότερο ανάμεσα στα πολλά έργα του θεωρείται το The Interpretation of the Fourth Gospel (1953).


Το νέο SBL Forum

Έχουν αναρτηθεί στη σελίδα της Society of Biblical Literature τα άρθρα του Forum για το μήνα Απρίλιο. Πατώντας στον τίτλο, θα βρεθείτε στο σχετικό κείμενο:

P. Harland: μαγνητοφωνημένη διάλεξη για τη Σοφία του Ιησού Χριστού και το Μέσο Πλατωνισμό

Ο Philip Harland ανάρτησε σήμερα στο ιστολόγιό του μία ακόμη μαγνητοφωνημένη διάλεξη στη σειρά διαλέξεών του για τον αρχέγονο Χριστιανισμό με θέμα τη σχέση διαφόρων γνωστικών κειμένων (Εύγνωστος και Σοφία Ιησού Χριστού) και Μέσου Πλατωνισμού. Για να βρεθείτε στη σχετική σελίδα, να ακούσετε και να "κατεβάσετε" το σχετικό αρχείο, πατήστε εδώ.

Το ευαγγέλιο του Παύλου και οι λεγόμενοι κανόνες οικιακής συμπεριφοράς

Στο ιστολόγιο BiblicalStudies.org.uk έχει αναρτηθεί ένα άρθρο για τη σχέση του ευαγγελίου του Παύλου (Γαλ 3,28) και των λεγόμενων 'Haustafeln' (κανόνων δηλαδή συμπεριφοράς των μελών ενός οίκου, οι οποίοι ήταν διαδεδομένοι στον αρχαίο κόσμο από τα ελληνιστικά χρόνια κυρίως και εξής και απαντούν σε εθνικά κείμενα αλλά και σε κείμενα της Κ.Δ.). Πατώντας στον τίτλο του άρθρου θα βρεθείτε στο κείμενό του (σε pdf):

Stephen Motyer, "The Relationship Between Paul's Gospel of 'All One in Christ Jesus' (Gal. 3:28) and the 'Household Codes'," Vox Evangelica 19 (1989): 33-48.

Τρίτη 14 Απριλίου 2009

L.W. Hurtado: οι καινοδιαθηκικές σπουδές κατά τον 20ο αι.

Στο ενδιαφέρον άρθρο του L.W. Hurtado, "New Testament Studies in the 20th century" στο πρόσφατο τεύχος του Religion [39 (2009) 43-57] αναφερθήκαμε σε παλαιότερη ανάρτηση. Στη σημερινή ανάρτηση και σε ορισμένες που θα ακολουθήσουν θα δώσουμε μία περίληψη του σχετικού άρθρου, διότι παρέχει ενδιαφέροντα στοιχεία για την ανάπτυξη των καινοδιαθηκικών σπουδών σε παγκόσμιο επίπεδο κατά τον 20ο αι. (Για όσους ενδιαφέρονται για μία παρουσίαση των καινοδιαθηκικών σπουδών στην Ελλάδα των νεότερων χρόνων, παραπέμπουμε στο κείμενο της επίκουρης καθ. του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας ΑΠΘ κ. Κ. Παπαδημητρίου, στην οποία αναφερθήκαμε σε παλαιότερη ανάρτηση. Για να το διαβάσετε, πατήστε εδώ).

Χαρακτηριστικά των καινοδιαθηκικών σπουδών κατά τον 20ο αι.
α) ο ιδιαίτερος ρόλος, τον οποίο διαδραματίζουν πλέον στις καινοδιαθηκικές σπουδές οι επιστήμονες της Β. Αμερικής
β) εντονότερη παρουσία των Ρωμαιοκαθολικών καινοδιαθηκολόγων, απόρροια της παπικής εγκυκλίου Divino Afflante Spiritu (1943)
γ) εμφάνιση στο χώρο των γυναικών με την εκπόνηση διατριβών και τη συμμετοχή τους στον επιστημονικό διάλογο


Οι πρώτες δεκαετίες του 20ου αι.

Εκπρόσωποι της Θρησκειοϊστορικής Σχολής

Στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αι. κυριαρχούν οι γερμανοί βιβλικοί επιστήμονες, επειδή τα γερμανικά πανεπιστήμια είναι περισσότερο κέντρα επιστημονικής κι όχι απλά εκπαιδευτικά ιδρύματα (όπως ήταν εκείνη την εποχή τα παν/μια στη Βρετανία και Αμερική).
Έντονη είναι η επίδραση της λεγόμενης Religionsgeschichtliche Schule (Θρησκειοϊστορική Σχολή). Η συγκεκριμένη Σχολή στρέφει το ενδιαφέρον της στη θρησκεία του αρχέγονου Χριστιανισμού και τονίζει ότι ο Χριστιανισμός ως ιστορικό φαινόμενο θα πρέπει να κατανοηθεί μέσα στην ιστορική του συνάφεια. Η Σχολή γνωρίζει την ακμή της κατά τις δεκαετίες 1900-1920. Βιβλικοί επιστήμονες που συνδέονται με αυτήν είναι κυρίως καθηγητές της Θεολογικής Σχολής του Göttingen: Hermann Gunkel, Wilhelm Heitmüller, Richard Reitzenstein, William Wrede, Wilhlem Bousset
H μεγάλη συμβολή αυτής της τάσης έγκειται στην κατανόηση της Κ.Δ. με τη βοήθεια της ιστορίας και στην κατανόηση των πιθανών σχέσεων των αρχαίων χριστιανικών λατρευτικών πρακτικών και πεποιθήσεων με το ευρύτερο θρησκευτικό περιβάλλον της εποχής τους. Η ερευνητική αυτή τάση δέχθηκε ωστόσο κριτική, διότι έδωσε ιδιαίτερη έμφαση κυρίως στο ειδωλολατρικό περιβάλλον του Χριστιανισμού υποβαθμίζοντας κάποιες φορές το ιουδαϊκό υπόβαθρό του.

Άλλες σημαντικές μορφές αυτής της περιόδου
Johannes Weiss και Albert Schweizer: τόνισαν τη σημασία της ιουδαϊκής αποκαλυπτικής στην Κ.Δ.
Albert Schweitzer: Το βιβλίο του Leben-Jesu-Forschung (στην αγγλική μετάφραση The Quest of Historical Jesus) παραμένει μέχρι σήμερα κλασικό. Ο Schweitzer τόνισε την αδυναμία σύνθεσης μίας πλήρους βιογραφίας του ιστορικού Ιησού (με τη σύγχρονη σημασία του όρου) και επισήμανε ότι κάθε τέτοια απόπειρα συμπεριλαμβάνει αναγκαστικά στοιχεία της προσωπικότητας και των προτιμήσεων του εκάστοτε συγγραφέα.
Adolf Deissmann: Τόνισε την αξία των επιγραφών και παπύρων ως πηγών για τη μελέτη της γλώσσας της Κ.Δ. (βλ. το κλασικό του έργο Licht vom Osten). Ασχολήθηκε με το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο του αρχέγονου Χριστιανισμού και προσέγγισε τον Παύλο και τη σκέψη του από κοινωνικής και θρησκευτικής πλευράς και λιγότερο από θεολογικής.
Συνέβαλε στις λεξικογραφικές σπουδές της γλώσσας της Κ.Δ. τονίζοντας τη σχέση της γλώσσα αυτών των κειμένων περισσότερο με την ελληνιστική Κοινή της ρωμαϊκής περιόδου και λιγότερο με την ελληνική της κλασικής αρχαιότητας.
Με αυτήν την τάση συνδέεται και η έκδοση από τον Walter Bauer του κλασικού σήμερα λεξικού της Κ.Δ., Griechisch-Deutsches Wörterbuch zu den Schriften des Neuen Testaments und der übrigen urchristlichen Literatur
Ernst Loymeyer: υποστήριξε με πειστικό τρόπο ότι το Φιλ 2,6-11 προέρχεται από αρχαίο χριστιανικό ύμνο προγενέστερο του Παύλου. Η θέση του αυτή οδήγησε στη μελέτη μίας σειράς χριστολογικών κειμένων της Κ.Δ. και στον εντοπισμό κι άλλων υμνολογικών κειμένων μέσα στην Κ.Δ. Υποστήριξε επίσης τη διάκριση μεταξύ μίας χριστιανικής ομάδας με κέντρο τη Γαλιλαία και μίας με κέντρο την Ιερουσαλήμ.
Gustav Dalman: σύνδεσε το όνομά του κυρίως με την αρχαιολογία και τη γεωγραφία της Παλαιστίνης. Εξέδωσε επίσης πολλές μελέτες (π.χ. Die Worte Jesu ή Jesus - Jeschua) για τα αραμαϊκά ως γλώσσα του Ιησού και των μαθητών του.

(στην επόμενη ανάρτηση: μελέτες για τα ευαγγέλια, κριτικής κειμένου και άλλα ερευνητικά προγράμματα στο γερμανόφωνο κυρίως χώρο των αρχών του 20ου αι.)