Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2009

Κριτήρια για την ταυτοποίηση ιουδαϊκών επιγραφών

Διορθώνοντας το κείμενο που διάβασα φέτος το καλοκαίρι στην EABS (Λισσαβώνα) για τα βιβλικά χωρία σε ιουδαϊκές και χριστιανικές επιγραφές ως στοιχείο ταυτότητας (Citations of Biblical texts in Greek Jewish and Christian Inscriptions of the Graeco-Roman and Late Antiquity: a Case of Religious Demarcation) ασχολήθηκα με διάφορα επιμέρους ζητήματα σχετικά με το θέμα. Κάποια από αυτά, που θεωρώ ότι ίσως είναι ενδιαφέροντα για τους αναγνώστες του ιστολογίου, θα τα αναρτήσω στις επόμενες μέρες.

Το πρώτο βήμα που πρέπει να γίνει, όταν πρέπει να μελετηθεί ένα τέτοιο ζήτημα, όπως είναι οι επιγραφές που παραθέτουν με κάποιον τρόπο ή αναφέρονται γενικά σε βιβλικά χωρία και βιβλία, είναι να ορισθεί το πλαίσιο εργασίας. Πρώτο βήμα είναι βέβαια να συγκεντρωθεί το σχετικό επιγραφικό υλικό για να μελετηθεί στη συνέχεια και να διατυπωθούν κάποιες σκέψεις σχετικά με τον τρόπο που λειτουργούν αυτά τα χωρία στα επιγραφικά κείμενα.
Ποια είναι όμως τα βασικά κριτήρια με τα οποία θα επιλεχθούν οι επιγραφές της συγκεκριμένης βάσης δεδομένων;
Στη συγκεκριμένη εργασίας ορίστηκαν τέσσερις παράμετροι: α) χρονολογικά και γεωγραφικά όρια της έρευνας, β) είδος των μνημείων που θα συμπεριληφθούν, γ) κριτήρια ταυτοποίησης μίας επιγραφής ως ιουδαϊκής ή χριστιανικής και δ) τρόποι παράθεσης / αναφοράς σε βιβλικά κείμενα βιβλία, Από αυτές εδώ σήμερα θα ασχοληθούμε με την τρίτη (γ).

Το θέμα ταυτοποίησης μίας επιγραφής ως ιουδαϊκής ή ως χριστιανικής είναι ανοικτό στην έρευνα, καθώς δεν έχουμε ακόμη καταλήξει σε μία τυπολογία, η οποία να εξασφαλίζει απόλυτα ασφαλή συμπεράσματα. Ο λόγος είναι ότι συχνά τόσο οι Ιουδαίοι όσο και οι χριστιανοί, ιδιαίτερα πριν το τ. 3ου αιώνα, μιμούνται απόλυτα τις επιγραφικές «συνήθειες» του περιβάλλοντός τους, ώστε να καθιστούν πολύ δύσκολη την αναγνώρισή τους τις περισσότερες φορές. Ο L. H. Kant το 1987 πρότεινε έναν κατάλογο τέτοιων κριτηρίων αναγνώρισης των ιουδαϊκών επιγραφών ομολογώντας όμως κι ο ίδιος στη συνέχεια: “this way of determining Jewishness, however, by no means points to a perfectly clear boundary between Jews and non-Jews in the ancient Mediterranean” (σ. 683). Οι προτάσεις του δέχθηκαν κριτική τόσο από την Kraemer (1991) όσο και τον P.W. van der Horst (1991), οι οποίοι με παραδείγματα κατέδειξαν πόσο δύσκολο είναι να φτάσει κανείς με βεβαιότητα σε συμπεράσματα, όταν ένα μόνο ένα από τα προτεινόμενα χαρακτηριστικά μπορεί να αναγνωρισθεί σε ένα μνημείο. Από την άλλη ορισμένοι ερευνητές επεσήμαναν ότι κάποια από αυτά τα χαρακτηριστικά μπορούν το καθένα από μόνα τους το καθένα να αποτελέσουν στοιχείο ιουδαϊκής ταυτότητας (για παράδειγμα η παράσταση της επτάφωτης λυχνίας, [Bij de Vaate & van Henten 1996] αν και δεν έλειψε η κριτική και γι’ αυτό [Kraemer 1991]). Λαμβάνοντας υπόψη την παραπάνω συζήτηση διατύπωσα στην πορεία της έρευνας και συλλογής των σχετικών επιγραφών τα παρακάτω κριτήρια-χαρακτηριστικά θεωρώντας όμως ότι για να καταλήξουμε σε περισσότερο πιθανά συμπεράσματα θα πρέπει να μπορούν να διαπιστωθούν τουλάχιστον δύο από αυτά σε κάθε μνημείο:

1) η χρήση της εβραϊκής γλώσσας στο μνημείο,
2) η παρουσία ιουδαϊκών συμβόλων,
3) χαρακτηριστικές ιουδαϊκές εκφράσεις,
4) χαρακτηριστικά ιουδαϊκά ονόματα,
5) αναφορά σε ιουδαϊκά έθιμα / ιουδαϊκές εορτές,
6) αναφορά σε ιουδαϊκές συναγωγές ή μνεία ιουδαϊκών τίτλων,
7) χρονολογικές ενδείξεις (ιδιαίτερα, όταν θέλουμε να διακρίνουμε μεταξύ ιουδαϊκών και χριστιανικών επιγραφών,
8) σύνδεση του συγκεκριμένου μνημείου με άλλα μνημεία ή ενδείξεις ιουδαϊκής παρουσίας στην περιοχή που βρέθηκε το μνημείο,
8) αναφορά σε κείμενα της Βίβλου ή παράθεσή τους,
9) μνεία των Σαμαρειτών.

Είναι λογικό βέβαια πως όσο περισσότερα από αυτά τα χαρακτηριστικά ισχύουν για ένα μνημείο, τόσο βεβαιότερη είναι η ταυτοποίησή του. Η συμπερίληψη ή ο αποκλεισμός ενός μνημείου σε ένα τέτοιο σώμα επιγραφών μπορεί να είναι μια πολύ δύσκολη και σύνθετη διαδικασία καθώς ο ερευνητής έχει να αντιμετωπίσει δύο κινδύνους: α) την απόλυτα αυστηρή εφαρμογή της παραπάνω αρχής –ότι δηλαδή πρέπει να ισχύουν περισσότερα από ένα κριτήρια –, η οποία μπορεί τελικά να αποκλείσει μνημεία που είναι ιουδαϊκά οδηγώντας τελικά σε μία μινιμαλιστική προσέγγιση του επιγραφικού υλικού και β) μία μεθοδολογική χαλαρότητα που μπορεί να οδηγήσει σε υιοθέτηση υλικού που δεν καμιά θέση σε μία συλλογή ιουδαϊκών μνημείων, αλλά ανήκει σε άλλες κατηγορίες. Αυτός είναι ο λόγος που κάθε τέτοιο corpus επιγραφών αφήνει χώρο για συζητήσεις και διατύπωση αμφιβολιών, καθώς πολλές φορές η ταυτότητα των επιγραφικών μνημείων δεν είναι βεβαία αλλά πιθανή.

Βιβλιογραφία

Bij de Vaate, Alice J. and J.W. van Henten, 1996, ‘Jewish or Non-Jewish? Some Remarks on the Identification of Jewish Inscriptions from Asia Minor’, BO 53: 16-28

Kant, L.H., 1987, ‘Jewish Inscriptions in Greek and Latin’, ANRW II, 20.2, 671-813

Kraemer, R. S., 1991, ‘Jewish Tuna and Christian Fish: Identifying Religious Affiliation in Epigraphic Sources’, HTR 84: 141-162

van der Horst, P.W., 1991, Ancient Jewish Epitaphs; An Introductory Survey of a Millenium of Jewish Funerary Epigraphy (300 BCE – 700 CE), Kampen

Δεν υπάρχουν σχόλια: