Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

Στο νέο τεύχος του JECS / In the current issue of JECS

Στο τρέχον τεύχος του Journal of Early Christian Studies 18: 2 (2010) δημοσιεύεται μεταξύ άλλων κι ένα άρθρο σχετικό με το απόκρυφο Ευαγγέλιο του Θωμά:

Steven R. Johnson, "Hippolytus's Refutatio and the Gospel of Thomas", 305-326

To Διεθνές Παπυρολογικό Συνέδριο -Γενεύη 2010 / The International Papyrological Conference - Geneva 2010

Στο ιστολόγιο What's New in Papyrology διαβάζουμε το προκαταρκτικό πρόγραμμα του διεθνούς παπυρολογικού συνεδρίου που θα λάβει χώρα στη Γενεύη στο διάστημα 16 - 21 Αυγούστου 2010. Και μία γρήγορη ανάγνωση αποκαλύπτει τον πλούτο των θεματικών που θα καλύπτει. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουμε τη συνεδρία που είναι σχετική με τον αρχαίο Χριστιανισμό στην Αίγυπτο (Τρίτη, 17 Αυγούστου, πρωί):

  • Anne-Marie Luijendijk, "A funerary shroud with Gospel of Thomas logion 5 in context"
  • Joel A. Weaver, "A re-examination of I Corinthians 14 : 23-24 in light of Roman census declarations"
  • Stanley E. Porter, "Recent efforts to reconstruct early christianity on the basis of its papyrological evidence"

Κι επίσης την εισήγηση του Joachim Hengstl την Πέμπτη 19 Αυγούστου (απόγευμα):

  • Joachim Hengstl, "Zum Sprachgebrauch des Neuen Testaments aus rechtspapyrologischer Sicht"

Για να διαβάσετε ολόκληρο το πρόγραμμα, πατήστε εδώ.


Κυριακή 4 Ιουλίου 2010

H πόλη κατοικίας του Σισαρα / The residence town of Sisera


Στην ιστοσελίδα του Πανεπιστημίου της Haifa διαβάζουμε για τη διελεύκανση ενός παλιού αρχαιολογικού μυστηρίου. Πρόκειται για μία χάλκινη στρογγυλή πλάκα με παράσταση μίας γυναικείας κεφαλής, η οποία χρονολογείται στο 13ο /12ο αι. π.Χ. και βρέθηκε στην αρχαιολογική τοποθεσία El-ahwat στο κεντρικό Ισραήλ. Μετά από συγκρίσεις με αιγυπτιακές παραστάσεις ο Oren Cohen του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Zinman Institute στο Πανεπιστήμιο της Haifa κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για περόνη τροχού πολεμικού άρματος. Στην τοποθεσία βρέθηκε αρχαία πόλη της οποίας η οχύρωση δεν παραπέμπει σε ανάλογες πόλεις της Xαναάν.
Όσον αφορά στην περόνη, παρόμοιες με ανάλογες παραστάσεις κυρίως εχθρών της Αιγύπτου είναι γνωστές από αιγυπτιακές παραστάσεις βασιλικών αρμάτων. Ο ερευνητής επίσης διατυπώνει την υπόθεση ότι η πόλη που βρέθηκε στο El-ahwat πρέπει να ήταν ο τόπος κατοικίας του Σισερα (Κρ 3-4). Για να διαβάσετε ολόκληρο το δημοσίευμα, πατήστε εδώ.

Η παράχρηση της αρχαιολογίας για απολογητικούς σκοπούς / The misuse of archaeology for apologetic reasons

Αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα The Bible and Interpretation ένα νέο άρθρο Robert R. Cargill σχετικά με τον τρόπο που διάφορες χριστιανικές ομάδες χρησιμοποιούν με αντιεπιστημονικό τρόπο τα αρχαιολογικά ευρήματα για λόγους απολογητικής και διάδοσης του μηνύματός τους.
Για να διαβάσετε το σχετικό άρθρο, πατήστε εδώ.

Παρασκευή 2 Ιουλίου 2010

Ένα άρθρο βιβλικού ενδιαφέροντος στο νέο ITQ / An article of biblical interest in the current issue of ITQ

Στο τρέχον τεύχος του Ιrish Theological Quarterly 75:3 (2010) δημοσιεύεται μεταξύ άλλων και το εξής άρθρο βιβλικού ενδιαφέροντος:

Ruth Sheridan, "John’s Gospel and Modern Genre Theory: The Farewell Discourse (John 13—17) as a Test Case", 287-299
Πρόσφατα αναπτύχθηκε ένας επιμέρους τομέας έρευνας του κατά Ιωάννην, ο οποίος εξετάζει το "παιχνίδι" των διαφόρων αρχαίων φιλολογικών ειδών μέσα στο τέταρτο ευαγγέλιο. Παλαιότερα οι εκπρόσωποι της μορφοϊστορικής κριτικής ακολουθούσαν μία αυστηρή ταξινόμηση των φιλολογικών ειδών που απαντούν στο συγκεκριμένο κείμενο, έτσι ώστε κάθε φορά που ο Ιωάννης παρέκλινε από μία γνωστή φιλολογική μορφή να θεωρούν ότι έπρεπε να αναζητηθεί ένα άλλο πιο κατάλληλο είδος. Οι πρόσφατες μελέτες που εξετάζουν το "παιχνίδι" του Ιωάννη με τα διάφορα φιλολογικά είδη, εξαγγέλλουν ένα είδος μετατόπισης του τρόπου κατανόησης του φιλολογικού είδους μέσα στο κατά Ιωάννην. Η συγγραφέας επιθυμεί να συμβάλει σε αυτήν τη συζήτηση αποτιμώντας τις θεωρητικές πιθανότητες αυτού του "παιχνιδιού" εκ μέρους του ευαγγελιστή -και της τελικής εκ μέρους του ανατροπής- των υπαρχόντων φιλολογικών ειδών, εστιάζοντας την προσοχή της στο ρόλο του Παρακλήτου (Ιω 14,16—18. 25—26. 15,26. 16,7—11. 13—15). Γι' αυτόν το λόγο η συγγραφέας αξιποιεί τη σύγχρονη θεωρία για το φιλολογικό είδος γενικά και ειδικότερα εκείνη του Bakhtin με σκοπό την κατανόηση του πώς και του γιατί το ευαγγέλιο επιτρέπει στον αναγνώστη του να το διαβάσει σε διαφορετικά επίπεδα.

Ένα νέο βιβλίο για την ιστορία του Στεφάνου / A new book on the story of Stephanus

Κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Mohr Siebeck ένα νέο βιβλίο σχετικά με την ιστορία του Στεφάνου στο Πρξ 6, 1 - 8, 3 και τη διαμόρφωση της χριστιανικής ταυτότητας:

Heike Braun, Geschichte des Gottesvolkes und christliche Identität. Eine kanonisch-intertextuelle Auslegung der Stephanusepisode Apg 6,1-8,3, (WUNT II 279), Mohr Siebeck, Tübingen 2010
ISBN 978-3-16-150227-9
515 σελίδες
€ 94.00

Περιγραφή εκδοτικού οίκου

Για τη διαμόρφωση της χριστιανικής ταυτότητας βάση αποτελεί η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη. Αυτό καθίσταται σαφές από την πρόσληψη των επιμέρους κειμένων, όπως για παράδειγμα συμβαίνει και στην περικοπή του Στεφάνου στο Πρξ 6, 1 - 8, 3. Από αυτήν προκύπτει από τη μία η τιμή του Στεφάνου ως του πρώτου χριστιανού μάρτυρα, από την άλλη λειτουργεί ως παράδειγμα της υπεροχής του Χριστιανισμού έναντι του Ιουδαϊσμού. Πώς όμως αναπτύσσονται αυτά τα σημεία στο κείμενο της ιστορίας του Στεφάνου;

Για να δοθεί μια απάντηση σε αυτό το ερώτημα εξετάζεται εδώ ο τρόπος που η περικοπή του Στεφάνου συμβάλλει στη δημιουργία ταυτότητας και μάλιστα μέσα στο πλαίσιο της βιβλικής συνάφειας. Κατά συνέπεια τίθεται το ερώτημα: "Πώς λειτουργεί το κείμενο Πρξ 6, 1 - 8, 3 ως αφήγηση μέσα στη χριστιανική Αγία Γραφή που απαρτίζεται από Καινή και Παλαιά Διαθήκη; Το ερώτημα αυτό στη συνέχεια συνδέεται με την παρουσία και τη λειτουργία της μορφής του Στεφάνου καθώς και με τον τρόπο που παρουσιάζεται η ιστορία του Ισραήλ μέσα στη συγκεκριμένη περικοπή.

Μέσα από τη διαδικασία ανάλυσης των παραπάνω ζητημάτων διατυπώνονται σκέψεις για τη σχέση μεταξύ της ιστορίας του Ισραήλ, όπως αυτή παρουσιάζεται στα βιβλικά κείμενα και της χριστιανικής ταυτότητας.


Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010

Το νέο τεύχος του JSIJ / The current issue of JSIJ

Από το ιστολόγιο PalαeoJudaica πληροφορούμαστε την κυκλοφορία του νέου τεύχος του Jewish Studies, an Internet Journal , τα άρθρα του οποίου μπορεί ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης να βρει σε μορφή doc ή pdf πατώντας εδώ. Ειδικότερα τα άρθρα που δημοσιεύθηκαν μέχρι τώρα και τα οποία είναι είτε στα εβραϊκά είτε στα αγγλικά είναι:

  • Michael Avioz, "On the Origins of the Term Nevi'im Rishonim" (εβραϊκά)
  • Itzhak Hamitovsky, "Rabbi Meir and the Samaritans: The Differences Between the Accounts in the Yerushalmi and the Bavli"(εβραϊκά)
  • Menachem Katz, "Collections of Halakha or Analytic Clarifications in the Babylonian Talmud?"(εβραϊκά)
  • Moshe Lavee, "Welfare and Education vs. Leadership and Redemption: The Stories about Rabbi and Rabbi Hiyya as an Example of the Image of the Tannaitic Past in the Babylonian Talmud" (εβραϊκά)
  • Yossi Erel, "Ramban’s Approach Toward the Plain Meaning of the Biblical Text vs. his Commitment to Halakha" (εβραϊκά)
  • Chanan Gafni, "Hyperbolic Language in the Mishnah"(εβραϊκά)
  • Aron Pinker, "On the Meaning of šgl" (αγγλικά)
  • Ephraim Stulberg, "The Last Oral Torah? The Division of the Torah into ‘Aliyot" (αγγλικά)

Ένα νέο επιστημονικό περιοδικό / A new academic Journal

Από το ιστολόγιο Evangelical Textual Criticism πληροφορούμαστε την κυκλοφορία ενός νέου επιστημονικού περιοδικού, το οποίο έχει ως ιδιαίτερό του χαρακτηριστικό ότι φιλοξενεί επιστημονικά άρθρα κυρίως φοιτητών (μεταπτυχιακών και νεότερων). Σύμφωνα με την ανακοίνωση των εκδοτών του ωστόσο το περιοδικό είναι ανοικτό σε κείμενα και ειδικών καινοδιαθηκολόγων. Το περιοδικό θα εκδίδεται σε δύο μορφές: ηλεκτρονική και χάρτινη. Ήδη έχουν αναρτηθεί τα πρώτα άρθρα του πρώτου τεύχους, τα οποία φαίνονται ιδιαίτερα ενδιαφέροντα (επιλέγοντας τον τίτλο θα βρεθείτε στο σχετικό κείμενο):

Peter Málik, "The Didache as a Textual Witness: The Status Quaestionis"
Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να ανοίξει τη μεθοδολογική συζήτηση όσον αφορά τη χρήση της Διδαχής ως κειμενικού μάρτυρα στις εκδόσεις της Κ.Δ. Ο συγγραφέας δε θεωρεί ότι το κείμενό της αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη προσοχή. Το μόνο σωζόμενο αντίγραφο της Διδαχής είναι από τον 11ο αι. Από μερικές επιπρόσθετες πηγές, εκδοχές και αποσπάσματα της Διδαχής καθίσταται σαφές ότι υπάρχει ένα σημαντικός βαθμός κειμενικής απόκλισης μέσα στην ίδια την παράδοση της Διδαχής. Γενικά βέβαια η Διδαχή θεωρείται ότι είναι κείμενο του 2ου αι. Ο συγγραφέας ωστόσο του άρθρου επισημαίνει τα στοιχεία εκείνα, τα οποία θα πρέπει να καταστήσουν προσεκτικούς τους ερευνητές, όταν χρησιμοποιούν το κείμενο της Διδαχής ως μάρτυρα του κειμένου της Κ.Δ.

Tyler J. Smith, "Composition and Redaction in Luke 23: 32-34"
Στο άρθρο εξετάζεται η αφήγηση του χλευασμού του Ιησού και δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στο αφηγηματικό τμήμα στο Λκ 23, 39-43, όπου ο Ιησούς συζητά με τους δύο ληστές που είναι σταυρωμένοι μαζί του. Το κύριο τμήμα του άρθρου είναι αφιερωμένο στα ζητήματα της αναθεώρησης των πηγών του κατά Λουκάν και τη σύνθεση νέου υλικού. Υποστηρίζεται ότι το υλικό του Λουκά μπορεί καλύτερα να εξηγηθεί ως μία ανάπτυξη της διήγησης του Μάρκου για τον χλευασμό της σταύρωσης με την προσθήκη του διαλόγου μεταξύ των τριών σταυρωμένων ανδρών. Ο συγγραφέας αποπειράται να απαντήσε σε διάφορα ερωτήματα: γιατί ο Λουκάς συνέθεσε αυτό το κείμενο; Ποιες ιστορίες ή παραδόσεις βρίσκονται πίσω από αυτό; Πώς εξυπηρετεί τους θεολογικούς του σκοπούς; Αυτά τα ερωτήματα διατυπώθηκαν και παλαιότερα από ερευνητές που ενδιαφέρονταν να ορίσουν το σωτηριολογικό πρόγραμμα του Λουκά. Οι απαντήσεις που δίνονται σε αυτή τη μελέτη καταδεικνύουν ότι το Λκ 23, 39-43 είναι λιγότερο χρήσιμο ως κλειδί της σωτηριολογίας του Λουκά από ό,τι γενικά θεωρείται.

Jeffrey P. García, "Yeshu: Three Israeli-Jewish Scholars on the Historical Jesus"
Ενώ η "έρευνα για τον Ιστορικό Ιησού" μετακινήθηκε κατά τα τελευταία τριάντα χρόνια προς ένα εντονότερο ενδιαφέρον για την ιουδαϊκή καταγωγή του Ιησού, οι Ιουδαίοι ερευνητές που ασχολήθηκαν με το ζήτημα παραμένουν στο περιθώριο. Οι Joseph Klausner, Shalom Ben-Chorin και David Flusser είναι τρεις Ιουδαίοι ερευνητές από το Ισραήλ, των οποίων το ενδιαφέρον για τον ιστορικό Ιησού, ενώ προηγείται δεκαετίες εκείνου της υπόλοιπης ακαδημαϊκής κοινότητας για τον Ιουδαίο Ιησού, δεν έχει ακόμη αξιοποιηθεί επαρκώς από την έρευνα. Τα έργα: Jesus of Nazareth: His Life, Times, and Teaching (Klausner), Brother Jesus: The Nazarene through Jewish Eyes (Ben-Chorin) και Jesus (Flusser) σηματοδοτούν διαφορετικές προσεγγίσεις των ζητημάτων που αφορούν στον ιστορικό Ιησού και στηθέση του μέσα στις ποικίλες μορφές του Ιουδαϊσμού της εποχής του Δεύτερου Ναού. Μία σύγκριση των μεθοδολογιών τους ρίχνει φως στο γεγονός ότι η ιουδαϊκή ακαδημαϊκή έρευνα, η οποία προηγείται στην πραγματικότητα κατά δεκαετίες της υπόλοιπης σύγχρονης έρευνας, είναι πολύτιμη πηγή για τους ερευνητές της Κ.Δ.

Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010

Χαρίσματα και ενθουσιαστικά φαινόμενα στην αρχαία Κόρινθο (1 Κορ 12-14) (2) / Spiritual gifts and ecstatic activity in Corinth (1 Cor 12-14) (2)

β) Η πρακτική εφαρμογή των θεολογικών προϋποθέσεων του απ. Παύλου - η περίπτωση της γλωσσολαλίας

Στο δεύτερο μέρος θα παρουσιάσουμε τον τρόπο που ο απόστολος Παύλος εφαρμόζει τις θεολογικές αρχές που έθεσε στα 12-13 για την επίλυση ενός συγκεκριμένου προβλήματος, εκείνου δηλ. της πρόκρισης του χαρίσματος της γλωσσολαλίας έναντι των υπολοίπων χαρισμάτων στην εκκλησιαστική κοινότητα της Κορίνθου.
Από όσα λέει ο Παύλος σχετικά με το χάρισμα, το οποίο ονομάζει "γλῶσσαι" ή "γλώσσαις λαλεῖν", προκύπτουν τα εξής ενδιαφέροντα στοιχεία: α) το φαινόμενο των γλωσσών φαίνεται ότι ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένο στην κοινότητα της Κορίνθου, όπως βεβαιώνει η συνεχής αναφορά σε αυτό μέσα στα κεφ. 13 και 14 και λάμβανε χώρα κατά τις λατρευτικές συνάξεις της κοινότητας, β) σε αυτές τις συνάξεις παρόντες ήταν επίσης μη χριστιανοί, γ) συχνά όσοι κατείχαν αυτό το χάρισμα "ἐλάλουν γλώσσαις" χωρίς όμως να υπάρχει ταυτόχρονα και κάποιος που θα μπορούσε να τους διερμηνεύσει, με αποτέλεσμα οι λόγοι τους να είναι ακατανόητοι για τους παρευρισκόμενους και δ) φαίνεται ότι στην κοινότητα της Κορίνθου υπήρχε μια μορφή ιεράρχησης και ανταγωνισμού μεταξύ των χαρισμάτων της προφητείας και των γλωσσών.
Το φαινόμενο των γλωσσών (ή της γλωσσολαλίας) αποτελεί ένα μεγάλο ερμηνευτικό πρόβλημα, το οποίο δεν έχει ακόμη βρει ικανοποιητική λύση. Ο τρόπος που ο απόστολος χρησιμοποιεί τους όρους "γλῶσσαι" και "γλώσσαις λαλεῖν" αφήνει να εννοηθεί ότι πρόκειται για φαινόμενο γνωστό στους αναγνώστες του έτσι ώστε να μην είναι αναγκαίο να δοθούν ιδιαίτερες εξηγήσεις κι ότι μάλλον οι δύο αυτοί όροι λειτουργούν ως termini technici. Από τις ελάχιστες ωστόσο πληροφορίες, που έμμεσα παρέχει ο Παύλος, προκύπτει ότι οι γλώσσες είναι: α) ακατανόητος λόγος (14, 2. 7-11), β) λόγος προσευχής που απευθύνεται στο Θεό με περιεχόμενο την ευχαριστία και γι' αυτό έχει μάλλον ιδιωτικό χαρακτήρα (14, 2. 15), ότι γ) είναι απαραίτητη η παρουσία ενός διερμηνέα (14, 27), ο οποίος μάλιστα σύμφωνα με το στ. 13 μπορεί να είναι κι ο ίδιος ο "γλώσσαις λαλῶν" αν και η διερμηνεία (ἑρμηνεία γλωσσῶν) είναι ξεχωριστό χάρισμα (12, 10).
Ορισμένοι ερμηνευτές το συνδέουν με ανάλογα εκστατικά και ενθουσιαστικά φαινόμενα του ελληνορωμαϊκού κόσμου και κυρίως με λατρείες, όπως εκείνες του Διονύσου ή της Κυβέλης (και κάποιοι και με την Πυθία), οι οποίες ήταν διαδεδομένες στον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Εκτός από τις πληροφορίες που αντλούν από κείμενα της εποχής της Κ.Δ. οι υποστηρικτές αυτής της θέσης παραπέμπουν στη λέξη "μαίνεσθαι" (στ. 23), λέξη που απαντά στις εκστατικές λατρείες, με την οποία ο απόστολος περιγράφει την εντύπωση που προφανώς προκαλούσε σε ξένους προς την εκκλησιαστική κοινότητα το φαινόμενο της γλωσσολαλίας αλλά και στο περιεχόμενο του ακατάληπτου "ἐν γλώσσαις" λόγου που ήταν η αποκάλυψη μυστηρίων. Το ερώτημα ωστόσο, που μπορεί να τεθεί, είναι κατά πόσο ο "λαλῶν γλώσσαις" έχανε τον έλεγχο των λόγων και των πράξεών του. Από όσα διαβάζουμε στο 14ο κεφ. φαίνεται ότι ο "ἐν γλώσσαις" λόγος δε στερούνταν τελικά νοήματος, αλλά μπορούσε να μεταφραστεί στη γλώσσα των παρευρισκομένων κι επομένως με αυτόν τον τρόπο να ελεγχθεί. Επιπλέον στο κείμενο υπάρχουν κάποιοι υπαινιγμοί ότι ο λαλῶν γλώσσαις είχε τον έλεγχο της κατάστασης, αφού μπορούσε σε κάποιες περιπτώσεις ο ίδιος να διερμηνεύει τα λεγόμενά του.
Κάποιιοι άλλοι πάλι ταυτίζουν το φαινόμενο με τις "γλῶσσες τῶν ἀγγέλων, για τις οποίες γίνετα λόγος στο 13,1 και οι οποίες είναι γνωστές επίσης από την ιουδαϊκή γραμματεία (βλ. Διαθ. Ιώβ 48-52, 1ος αι. π.Χ.: οι κόρες του Ιώβ ομιλούν "τῇ ἀγγελικῇ διαλέκτῳ", 48,3). Το γεγονός όμως ότι ο απόστολος φαίνεται να συνδέει τη γλωσσολαλία με την "παιδική" πνευματική ηλικία (13, 8 εξ.) αφήνει να εννοηθεί ότι θα καταργηθεί κατά την Παρουσία, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι μολονότι τα δύο φαινόμενα μπορεί να παρουσιάζουν ομοιότητες, δεν πρέπει όμως να ταυτίζονται απόλυτα.
Σύμφωνα τέλος με μέρος της πατερικής παράδοσης οι "γλῶσσαι" συνδέονται με το φαινόμενο των "ἑτέρων γλωσσῶν" κατά την ημέρα της Πεντηκοστής (Πρξ 2, 4). Η θέση αυτή ήταν ευρέως αποδεκτή στη Δύση μέχρι τη Μεταρρύθμιση και υποστηρίζεται σήμερα από αρκετούς ερμηνευτές. Τα επιχειρήματα που προβάλλει αυτή η πλευρά είναι: α) η χρήση του όρου "γλῶσσα" που κατανοείται με τη σημασία της ξένης γλώσσας, β) η χρήση του όρου "διερμηνεύειν" που μπορεί να αποδοθεί ως "μεταφράζω", γ) η σύνδεση που κάνει ο απ. Παύλος στο 14, 11 μεταξύ "φωνῆς" και της κατάστασης του "βαρβάρου" και δ) η παράθεση του Ησ 28, 11, στο στ. 21, στην οποία γίνεται λόγος για "ἑτερογλώσσους". Αρκετοί όμως σύγχρονοι ερμηνευτές παρατηρούν: α) στην περίπτωση των Πρξ η έμφαση βρίσκεται στο ότι οι παρευρισκόμενοι άκουγαν στη γλώσσα τους το κήρυγμα των αποστόλων κι όχι στην ομιλία, β) ο όρος "διερμηνεύειν" δεν είναι πάντοτε απαραίτητο να σημαίνει "μεταφράζω", γ) από όσα λέει ο απόστολος σχετικά με αυτό το χάρισμα μάλλον η έμφαση έγκειται στο ακατανόητο και ασχημάτιστο της ομιλίας, το οποίο θυμίζει τη χασμωδία και το θόρυβο των ασυγχρόνιστων μουσικών οργάνων (στ. 7-8) και δ) η αναφορά στο χωρίο του Ησαΐα δεν είναι υποχρεωτικό από τη συνάφεια των λεγομένων του Παύλου να δηλώνει την ομιλία ξένων γλωσσών.
Είναι φανερό ότι το ακριβές περιεχόμενο των "ἐν γλώσσαις λόγων" παραμένει αδιευκρίνιστο, όπως ασαφής παραμένει κι ο ακριβής τρόπος εκδήλωσής του μέσα στις λατρευτικές συνάξεις. Αυτό που μπορεί να σημειωθεί με βεβαιότητα είναι ότι, όπως προκύπτει από το στ. 14, ο Παύλος διαβλέπει τον κίνδυνο να συνδεθεί το χάρισμα της γλωσσολαλίας με παρόμοια τουλάχιστον ως προς την εκφορά τους φαινόμενα του περιβάλλοντος της κοινότητας (σε αυτά φαίνεται να παραπέμπει ο όρος "μαίνεσθαι" αλλά και η αναφορά του Παύλου στο ειδωλολατρικό παρελθόν των Κορινθίων), κάτι το οποίο ο απόστολος θέλει οπωσδήποτε να αποτρέψει γι' αυτό το λόγο σπεύδει να ελέγξει την κατάσταση α) περιορίζοντας στο στ. 27 τον αριθμό όσων θα μιλούν "γλώσσῃ" κατά τις συνάξεις σε δύο ή το πολύ τρεις και β) προβάλλοντας ως μείζον της γλωσσολαλίας το χάρισμα της προφητείας. Οι λόγοι που ο απόστολος προκρίνει την προφητεία έναντι των γλωσσών παρατίθενται στο κεφ. 14 σε αντιπαραβολή προς το χάρισμα των γλωσσών: α) είναι μια αποκάλυψη που την παρέχει ο Θεός, β) είναι κατανοητός λόγος κι όχι εκστατικός και ακατανόητος, γ) μπορεί και πρέπει να ελέγχεται το περιεχόμενό της από την κοινότητα (με αυτό ίσως συνδέονται και οι διακρίσεις πνευμάτων), δ) είναι δωρεά του Θεού που πρέπει να την επιζητούν οι πιστοί, ε) σκοπό έχει την οικοδομή, την παράκληση και την παραμυθία της κοινότητας και ε) συμβάλλει στο ιεραποστολικό έργο της εκκλησίας.
Παρακολουθώντας την επιχειρηματολογία του αποστόλου καθίσταται σαφές ότι τρεις είναι οι βασικές προϋποθέσεις, τις οποίες θεωρεί ότι πρέπει να πληρούν τα χαρίσματα που εκδηλώνονται στις συνάξεις της κοινότητας: η πρώτη και μείζων προϋπόθεση είναι η αγάπη, η οποία σύμφωνα με τα όσα λέγοντα στους πρώτους στ. του 13ου κεφ. είναι αυτή που δίνει περιεχόμενο και αξία σε κάθε χάρισμα των μελών της εκκλησίας, η δεύτερη προϋπόθεση είναι το κατά πόσο όλα τα χαρίσματα των μελών συμβάλλουν στην οικοδομή του σώματος κι εξασφαλίζουν επομένως την ενότητά του και το τρίτο είναι το κατά πόσο αυτά στηρίζουν το έργο του ευαγγελισμού και της μαρτυρίας προς τους έξωθεν της εκκλησίας. Η γλωσσολαλία παρά τον εντυπωσιακό της χαρακτήρα κι ίσως μια κάποια γοητεία, που μπορεί να ασκούσε στους μη χριστιανούς επισκέπτες των χριστιανικών συνάξεων, δεν πληροί τη βασική προϋπόθεση της οικοδομής, καθώς παραμένει τελικά προσωπική υπόθεση μεταξύ του "λαλοῦντος γλώσσαις" και του Θεού.
Για τον απόστολο Παύλος ο λόγος της εκκλησίας δε μπορεί σε καμιά περίπτωση να περιορισθεί σε ένα μονόλογο, έστω εντυπωσιακό, πλην όμως καταδικασμένο σε εσωστρέφεια, αλλά οφείλει να είναι ένας λόγος οικοδομής, παραμυθίας και παρακλήσεως των μελών της και λόγος μαρτυρίας προς τους έξωθεν. Κι αυτό αποτελεί πρόκληση και κριτήριο αξιοποίησης των χαρισμάτων, που πάντοτε ενεργούνται εν αγίῳ Πνεύματι όχι μόνο για τους χριστιανούς της Κορίνθου αλλά και για τα μέλη του σώματος της Εκκλησίας του σήμερα.

Στο JHS η συζήτηση του βιβλίου του J.A. Berman, Created Equal / In JHS the conversation on J.A. Berman's Created Equal

Στην ιστοσελίδα του Journal of Hebrew Scriptures 10 (2010) έχει αναρτηθεί η συζήτηση του βιβλίου του Joshua A. Berman, Created Equal: How the Bible Broke with Ancient Political Thought, Oxford 2008

Saul M. Olyan (ed.), "In Conversation with Joshua A. Berman, Created Equal: How the Bible Broke with Ancient Political Thought (Oxford University Press, 2008)"