Τετάρτη 6 Μαΐου 2009

Το νέο τεύχος του Biblical Interpretation

Στο νέο τεύχος του Biblical Interpretation 17:3 (2009) δημοσιεύονται τα εξής άρθρα:

Stuart Macwilliam, "Ideologies of Male Beauty and the Hebrew Bible", 265-287
Θα περίμενε κανείς εκφράσεις της ανδρικής ομορφιάς μέσα στην εβραϊκή Βίβλο να συμβολίζουν τη δύναμη, την επιρροή και τη θεία εύνοια, σε αντίθεση προς εκείνες της γυναικείας ομορφιάς, η οποία λειτουργεί ως αντικείμενο του ανδρικού πόθου και συχνά δηλώνει ότι η γυναίκα είναι ευάλωτη. Σε αυτήν την παράδοξη θεωρητική μελέτη της χρήση της λέξης, όταν αυτή αναφέρεται σε άνδρες, υποστηρίζεται ότι αντίθετα από την αντίληψη των (ανδρών) αναγνωστών και υπομνηματιστών στη συνέχεια, αυτή η διάκριση ανατρέπεται μέσα στο ίδιο το κείμενο. Από τα τρία κύρια παραδείγματα, όπου η λέξη εφαρμόζεται σε επώνυμους άνδρες στην εβραϊκή Βίβλο, η ομορφιά του Ιωσήφ δηλώνει εκτός από τη θεία εύνοια και το ότι είναι ευάλωτος, εκείνη του Δαυίδ υποσκάπτει τηςν εξίσωση ανδρική ομορφιά = μυϊκή δύναμη και εκείνη του Αβεσσαλώμ χρησιμοποιείται για να τονισθεί ο ρόλος του ως τραγική φιγούρα, η οποία πληρώνει το τίμημα των αποτυχιών του Δαυίδ.

Richard S. Briggs, "Reading the Sotah Text (Numbers 5:11-31): Holiness and a Hermeneutic Fit for Suspicion", 288-319
To κείμενο της Sotah στο Αρ 5,11-31 είναι μία εντυπωσιακή και ηθικά προβληματική περικοπή που ασχολείται με μία ζήλεια του συζύγου είτε πραγματική είτε φανταστική. Υποστηρίζεται ότι μολονότι συχνά της δίνεται ο αντίθετος τίτλος, στην πραγματικότητα είναι ένα κείμενο για τη ζήλεια παρά για τη μοιχεία per se, κι ότι οι ιστορικοκριτικές απόπειρες να τοποθετήσουν την περιγραφόμενη τελετουργία μέσα στη συνάφεια της αρχαίας Εγγύς Ανατολής δεν οδηγούν σε κανένα συμπέρασμα όσον αφορά τα ουσιαστικά ζητήματα ερμηνείας του κειμένου. Διάφορες στρατηγικές αντιμετώπισης των ηθικών διαστάσεων του κειμένου ερευνώνται στο παρόν άρθρο, μεταξύ των οποίων και προσεγγίσεις του από την οπτική γωνία του κοινωνικού φύλου ή του συμβόλου. Όλες όμως εκτιμώνται ότι είναι περιορισμένης αξίας. Τα ηθικά ζητήματα που παρουσιάζονται στο κείμενο εξετάζονται στη συνέχεια σε σχέση προς τη σημερινή κανονική θέση του μέσα στο βιβλίο των Αριθμών. Υποστηρίζεται ότι εξαιτίας του μοναδικού συνδυασμού παραγόντων, μία αναμενόμενη ανάγνωση του κειμένου της sotah μέσα στην κανονική του συνάφεια είναι εκείνη που στέκεται καχύποπτη απέναντι στην υποψία που περιγράφεται μέσα σε αυτό. Μερικές ερμηνευτικές διαστάσεις αυτής της ανάλυσης εκτιμώνται λαμβάνοντας υπόψη το γενικότερο ερώτημα σχετικά με τις θεολογικά προβληματικές περικοπές στην Αγία Γραφή.

George Savran, "Seeing is Believing: On the Relative Priority of Visual and Verbal Perception of the Divine", 320-361
Συγκρίνοντας τους τρόπους αντίληψης του θείου μέσα στη Βίβλο, ανακαλύπτει κανείς μία σαφή προτίμηση για την εξ ακοής πληροφόρηση του λόγου του Θεού. Η ιδέα της θέας του Θεού σε μία ποικιλία διαφορετικών εμφανίσεων είναι επίσης παρούσα μέσα στη Βίβλο αλλά γενικά θεωρείται λιγότερο σημαντική από την αντίληψη του Θεού μέσω της ακρόασης. Στις αφηγήσεις για τις θεοφάνειες αυτό γενικά εκφράζεται με τη σειρά των γεγονότων -μία οπτική εμφάνιση ακολουθείται από κάποιο λόγο του Θεού. Ωστόσο σε μία σειρά περιπτώσεων όπου η θέα και η ακοή είναι και οι δύο παρούσες, η θέα παρουσιάζεται ως ο προτιμώμενος τρόπος. Ο συγγραφέας εξετάζει αυτήν τη δυναμική μέσα σε τρία κείμενα. Στο Εξ 24,1-11 η θέα αντιπαραβάλλεται με την ανάγνωση στο λαό του Βιβλίου της Διαθήκης με σκοπό να αναδειχθεί η ανώτερη φύση της εμπειρίας των Μωυσή, Ααρών, Ναδάβ, Αβιού και των 70 πρεσβυτέρων. Στο Αρ 22 ο Βαλαάμ πρώτα ακούει το Θεό δύο φορές μέσα στη νύχτα, αλλά όταν βλέπει τον άγγελο Κυρίου στην πρωινή εμφάνιση τότε κατανοεί το μήνυμα που του δίνεται. Με κάπως διαφορετικό τρόπο, οι ιδέες του Ιώβ για τη θέαση του Θεού αντιπαραβάλλονται προς τη στάση των φίλων του απέναντι στην άμεση αποκάλυψη. Αυτή η διάκριση καταδεικνύει τη σημασία της δήλωσής του στο 42,5 σχετικά με την ανωτερότητα της θέας του Θεού έναντι της ακρόασής του. Η δήλωση του Ιώβ εδώ δεν έχει σκοπό να περιγράψει ένα όραμα του Θεού, αλλά μάλλον να εκφράσει την εκτίμησή του για μία αντίληψη της θεότητα, την οποία ο Ιώβ δεν είχε πριν τη θεοφάνεια με τον ανεμοστρόβιλο.

Επιστημονικό συνέδριο προς τιμήν της καθηγήτριας Oda Wischmeyer

To Τμήμα Θεολογίας του της Φιλοσοφικής Σχολής του Παν/μίου του Erlangen διοργανώνει 30-31 Ιουλίου 2009 συνέδριο με αφορμή τα 65 χρόνια της καθηγ. Oda Wischmeyer.

"Religiöse und literarische Kanonisierungs- und Dekanonisierungsprozesse als hermeneutisches Problem"

Hörsaal A, Philosophische Fakultät und Fachbereich Theologie Kochstraße 6

Πρόγραμμα συνεδρίου
Πέμπτη 30 Ιουλίου 2009
9.00 – 9.30 Χαιρετισμός
Prof. Dr. Becker/Dr. Scholz/Dr. Scornaienchi

9.30-10.30
Prof. Dr. Maren Niehoff
Der Kanonbegriff bei Philon von Alexandria.

11.00-12.00
Prof. Dr. Eileen Schuller
McMaster University, Hamilton Ont. (Kanada)
Canon and Canonicity in the Qumran Texts

12.00-13.00
Prof. Dr. Anneli Aejmelaeus
Universitäten Göttingen und Helsinki (Finnland)
Die Kanonisierung der Septuaginta

14.00-15.00
Prof. Dr. Dr. h.c.mult. Gerd Theißen
Universität Heidelberg
Die Kanonisierung des Neuen Testaments als literaturgeschichtliches Problem

15.00-16.00
Prof. Dr. Dr. h.c. Christof Markschies
Präsident der Humboldt-Universität Berlin
Der Kanon der christlichen Bibel

16.30-17.30
Prof. Dr. Angelika Neuwirth
Freie Universität Berlin
Der Koran als Kanon

17.30-19.00
Prof. Dr. Friedrich-Wilhelm Graf
Ludwig-Maximilian-Unviersität München
Dekanonisierungsprozesse im 19. Jahrhundert

Παρασκευή 31 Ιουλίου
9.00-10.00
Prof. Dr. Friedrich-Wilhelm Horn
Universität Mainz
Wollte Paulus kanonisch wirken?

10.00-11.00
Prof. Dr. Wolfgang Stegemann
Augustana Hochschule Neuendettelsau
Paulusexegese in Zeiten der Dekanonisierung

11.30-12.30
Prof. Dr. Dr. h.c. Barbara Aland
Universität Münster
Markion und der Pauluskanon

13.30-14.30
Prof. Dr. Eve-Marie Becker
Universität Aarhus (Dänemark)
Kanonisierungs- und Dekanonisierungsprozesse als hermeneutisches Problem


Ανεύρεση χειρογράφου της εποχής του Bar Kochba


Από το ιστολόγιο του Robert R. Cargill πληροφορούμαστε για το σημερινό δημοσίευμα της ηλεκτρονικής έκδοσης της εφημερίδας Haaretz, το οποίο αναφέρεται στην ανεύρεση ενός χειρογράφου πιθανόν της εποχής του Bar Kochba.
To χειρόγραφο, το οποίο βρέθηκε στα χέρια δύο Παλαιστινίων, οι οποίοι προσπαθούσαν να το πουλήσουν, είναι γραμμένο στα εβραϊκά και περιέχει έγγραφο μεταβίβασης περιουσίας. Συντάχθηκε για λογαριασμό μίας γυναίκας, της Miryam Ben Yaakov. Στην αρχή του κειμένου αναφέρεται η χρονολογία "κατά το 4ο έτος από την καταστροφή του Ισραήλ" και μπορεί να αναφέρεται είτε στο 74 μ.Χ. είτε στο 138 μ.Χ.
Η Αρχαιολογική Υπηρεσία του Ισραήλ εκτιμά ότι το χειρόγραφο είναι γνήσιο, θα υπάρξει όμως και επίσημη γνωμάτευση.
Για να διαβάσετε το σχετικό δημοσίευμα της εφημερίδας, πατήστε εδώ.

Τρίτη 5 Μαΐου 2009

L.W. Hurtado: οι καινοδιαθηκικές σπουδές κατά τον 20ο αι. (7)

Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Σπουδές στα ευαγγέλια
Η εφαρμογή της Κριτικής της Σύνταξης (Redaktionskritik) στα ευαγγέλια οδήγησε μέσα από τον εντοπισμό των συχνά μικρών παραλλαγών στον τρόπο που ο Ματθαίος και ο Λουκάς διαφοροποίησαν τις παραδόσεις σχετικά με τον Ιησού σε σχέση με την αφήγηση του Μάρκου. Η εφαρμογή της Redaktionskritik στον Μάρκο (Willi Marxsen) δεν ήταν και τόσο επιτυχής, αφού απουσιάζει οποιαδήποτε γραπτή πηγή πριν τον Μάρκο.

Σπουδές στον Παύλο
Η Θρησκειοϊστορική Σχολή παρουσίαζε τον Παύλο να είναι επηρεασμένος από τις θρησκείες του περιβάλλοντός του, οι μελέτες όμως στον Παύλο αυτής της εποχής τονίζουν περισσότερο το ιουδαϊκό του υπόβαθρo. H μελέτη του William David Davies, Paul and Rabbinic Judaism (1948) θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική. Ο Davies υποστήριξε ότι ο Παύλος θα μπορούσε να κατανοηθεί καλύτερα με τη βοήθεια της ραββινικής γραμματείας και άλλων ιουδαϊκών κειμένων της ρωμαϊκής περιόδου. Το έργο του επηρέασε τον E.P. Sanders (1977) . O Johannes Munck με το έργο του Paulus und die Heilsgeschichte (1954) άσκησε κριτική στη θέση ότι η σκέψη του Παύλου ήταν μία εξελληνισμένη επαναδιατύπωση του χριστιανισμού, που διαφοροποιούνταν από τον ιεροσολυμιτικό χριστιανισμό. Οι ιδέες του επηρέασαν αργότερα τον Krister Stendahl.
O Hans-Joachim Schoeps προσπάθησε να επαναφέρει τις θέσεις της Θρησκειοϊστορικής Σχολής προσαρμοσμένες όμως με βάση τα πορίσματα του Davies. Yποστήριξε ότι η καταγωγή του Παύλου από τη Διασπορά είχε ως αποτέλεσμα σε διάφορα σημαντικά ζητήματα ο Παύλος παρενόησε την ιουδαϊκή παράδοση κι ότι διαφοροποιήθηκε από τις θέσεις των Ιουδαιοχριστιανών.

Σημάδια πολυμορφίας
Μετά την έκδοση της παπικής εγκυκλίου το 1945 αυξάνει η παρουσία των ρωμαιοκαθολικών στις βιβλικές σπουδές. Δύο σημαντικά παραδείγματα στην Αμερική είναι ο Raymond E. Brown και ο Joseph A. Fitzmyer. O πρώτος εξέδωσε ένα δίτομο υπόμνημα στο κατά Ιωάννην που παραμένει σημαντικό έργο αναφοράς μέχρι και σήμερα. Ο δεύτερος ασχολήθηκε με τα κείμενα του Κουμράν (1966), την αραμαϊκή γλώσσα (1967), τη θεολογία του Παύλου (1967), το κατά Λουκάν κ.ά.
Και οι δύο εκλέχθηκαν πρόεδροι της Catholic Biblical Association, της Society of Biblical Literature και της SNTS.
Tην ίδια εποχή οι συντηρητικότεροι ευαγγελικοί κύκλοι αρχίζουν να εκδηλώνουν ενδιαφέρον για τη συμμετοχή στις κριτικές σπουδές της Κ.Δ. Τέτοια παραδείγματα είναι το έργο του Ladd, Jesus and the Kingdom (1964) και του N. Longenecker, Paul: Apostle of Liberty (1964). Ένα άλλο παράδειγμα είναι ο E.E. Ellis, ο οποίος στα 1957 συνέταξε μία μελέτη για τη χρήση της Π.Δ. από τον Παύλο.
Οι ίδιες τάσεις εκδηλώνονται και στη Βρετανία με την ίδρυση της Tyndale Fellowship for Biblical and Theological Research και του Tyndale House. Χαρακτηριστικός εκπρόσωπος είναι ο Frederick Fyvie Bruce που ίδρυσε το Department of Biblical History and Literature στο University of Sheffield (1947) κι αργότερα ανέλαβε την έδρα Rylands στο Manchester. Εξέδωσε υπομνήματα στις Πράξεις, Ιωάννη και Παύλειες επιστολές. Συνέβαλε σημαντικά στη δημιουργία μίας ομάδας βιβλικών επιστημόνων που προέρχονταν από τις συντηρητικότερες τάξεις του προτεσταντισμού.
Σε αυτήν την περίοδο δεν υπάρχει σημαντική συμμετοχή των Ιουδαίων στις καινοδιαθηκικές σπουδές (η τάση αλλάζει προς το τέλος του αιώνα και οι πρώτες που εκδηλώνουν τέτοιο ενδιαφέρον είναι Ιουδαίες γυναίκες όπως οι Paula Fredriksen, Amy-Jill Levine και Αdele Reinhartz).

Χριστολογικά ζητήματα
Η εργασία του Ferdinand Hahn στα 1963 για τους τιμητικούς τίτλους του Ιησού στην Κ.Δ. είναι μία σημαντική μελέτη της εποχής. Άλλη σημαντική μελέτη είναι εκείνη του Heinz E. Tödt (1959) για τον τίτλο "ο Υιός του Ανθρώπου". Ο Werner Kramer δημοσίευσε στα 1963 τη μελέτη του για τους χριστολογικούς τίτλους στον Παύλο. Γύρω στη δεκαετία του '70 η χριστολογία συνδεόταν άμεσα και αποκλειστικά με τους χριστολογικούς τίτλους στην Κ.Δ. Στη συνέχεια όμως υπήρξαν αλλαγές.

Άλλες σημαντικές αλλαγές
Μετά τον πόλεμο εκδηλώνεται η επιθυμία για ανανέωση της επικοινωνίας των βιβλικών επιστημόνων, για ανάπτυξη του επιστημονικού διαλόγου και για νέες εκδόσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πρώτη συνάντηση της Studiorum Novi Testamenti Societas στο Λονδίνο στα 1947. Μέσα στα χρόνια η εταιρία κατέστη το πιο αξιόλογο διεθνές επιστημονικό όργανο στον τομέα της Κ.Δ. Στα 1954 εκδίδεται το πρώτο τεύχος του περιοδικού της εταιρίας του New Testament Studies και στη συνέχεια οι SNTS Monographs. Στα 1956 εμφανίζεται ένα ακόμη περιοδικό, το Νοvum Testamentum και αργότερα η σειρά Novum Testamentum Supplements.
Δυο είναι τα μεγάλα ερευνητικά προγράμματα αυτής της περιόδου στον τομέα της κριτικής του κειμένου: α) International Greek NT Project - σκοπός του ήταν η δημιουργία ενός κριτικού υπομνήματος για όλα τα βιβλία της Κ.Δ. Δυστυχώς πρακτικές δυσκολίες είχαν ως αποτέλεσμα τους πολύ αργούς ρυθμούς εργασιών αυτού του προγράμματος, β) Institute for NT Textual Research, το οποίο ιδρύθηκε από τον Kurt Aland στο Münster (1959) ήταν περισσότερο παραγωγικό. Το ινστιτούτο έχει στην κατοχή του φωτογραφημένο το 90% των χειρογράφων της Κ.Δ. (στο σύνολό τους αυτά είναι περίπου 5.600) και είναι το σημαντικότερο επιστημονικό κέντρο για τις σπουδές του κριτικού κειμένου της Κ.Δ. Έχουν εκδοθεί από το ινστιτούτο ένας περιγραφικός κατάλογος των χειρογράφων της Κ.Δ. (1956), ένα ταμείο της ελληνικής Κ.Δ. (1975-1983) κ.ά.

Ένα νέο βιβλίο για τους ρωμαϊκούς θεούς


Ένα νέο βιβλίο για τις ρωμαϊκές θεότητες και τον τρόπο που κατανοείται η έννοια του "θεού" στο ρωμαϊκό κόσμο, κυκλοφορεί από τον εκδοτικό οίκο Brill:

Michael Lipka, Roman God. A Conceptual Approach, (Religions in the Graeco-Roman world 167), Brill 2009
ISBN:
978 90 04 17503 7
€ 89.00

Περιγραφή εκδοτικού οίκου
Το βιβλίο ασχολείται με το ζήτημα πώς η ιδέα του "θεού" στην αρχαία Ρώμη μπορεί να αναλυθεί στη βάση έξι κεντρικών κατηγοριών, δηλ. του χώρου, του χρόνου, του προσωπικού, της λειτουργίας, της εικονογραφίας και της τελετουργίας. Ενώ σε παλαιότερες μελέτες υπήρχε η τάση να τονίζεται η εννοιολογική φύση των Ρωμαίων θεών σε εκείνες μόνο τις περιπτώσεις (που ήταν σχετικά σπάνιες), όπου διαφορετικές αντιλήψεις επικαλύπτουν η μία την άλλη (όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του θεοποιημένου αυτοκράτορα ή της λατρείας των ηρώων), το βιβλίο αναπτύσσει γενικά κριτήρια για μία ανάλυση των ειδωλολατρικών, ιουδαϊκών και χριστιανικών αντιλήψεων για τους θεούς της αρχαίας Ρώμης (και κατ' επέκτασιν και αλλού). Ενώ το επιχείρημα του βιβλίου στηρίζεται αποκλειστικά στις μαρτυρίες από την πρωτεύουσα μέχρι και την εποχή του Κωνσταντίνου, στο καταληκτικό τμήμα τα συμπεράσματα συγκρίνονται με άλλα θρησκευτικά συστήματα πεποιθήσεων, κάτι που καθιστά σαφές τη γενική εφαρμογή αυτής της προσέγγισης.

Δύο άρθρα βιβλικού ενδιαφέροντος στο Restoration Quarterly

Στο νέο Restoration Quarterly δημοσιεύονται μεταξύ άλλων τα εξής άρθρα βιβλικού ενδιαφέροντος:

  • Phillip Camp, "The Lord's Supper as Sabbath observance", 81-92
  • Daniel Boerman, "The significance of Spinoza for biblical interpretation", 93-106

Δύο άρθρα βιβλικού ενδιαφέροντος στο The Heythrop Journal

Στο νέο τεύχος του The Heythrop Journal 50:3 (2009) δημοσιεύονται μεταξύ άλλων τα εξής δύο άρθρα βιβλικού ενδιαφέροντος:

  • Mark G. Nixon, "Proclaiming and performing the gospel : language, truth and action in postmodern Christian faith", 380-391
  • Markus Locker, "Jesus' language-games : the significance of the notion of language-game for a reformulation of 'New Testament biblical theology'", 392-401


Δευτέρα 4 Μαΐου 2009

P. Harland: μαγνητοφωνημένη διάλεξη για τις ιδέες περί σωτηρίας στο ευαγγέλιο του Φιλίππου

Ο Ph. Harland ανάρτησε στο ιστολόγιό του ένα νέο αρχείο μαγνητοφωνημένης διάλεξής του με θέμα το ευαγγέλιο του Φιλίππου και τις ιδέες περί σωτηρίας που απαντούν σε αυτό. Για να βρεθείτε στη σχετική σελίδα του ιστολογίου του, πατήστε εδώ.

Κυριακή 3 Μαΐου 2009

Ένα ενδιαφέρον άρθρο στο νέο Ancient Narrative

Στο νέο τεύχος του περιοδικού Ancient Narrative 7 (2009) δημοσιεύεται μεταξύ άλλων και το εξής ενδιαφέρον άρθρο:

Warren S. Smith, "Apuleius and The New Testament: Lucius’ Conversion Experience", 51-75
Ο συγγραφέας εντοπίζει ομοιότητες μεταξύ του τρόπου που παρουσιάζεται η μεταστροφή του Παύλου στις Πράξεις και εκείνου της μεταστροφής του Λούκιου στις Μεταμορφώσεις. Ο συγγραφέας δε θεωρεί ωστόσο ότι ο Απουλήιος συνειδητά υιοθέτησε στοιχεία από τα χριστιανικά κείμενα, αφού αποστρεφόταν τον Χριστιανισμό (ίσως αυτή η απέχθειά του αντικατοπτρίζεται στο 9.14.2). Και τα δύο κείμενα ωστόσο μοιράζονται την επιθυμία για πνευματική αναγέννηση και αλλαγή και την απόφαση για λήψη δραστικών μέτρων με σκοπό την απομάκρυνση από τα κακά της εποχής. Ο συγγρ. συγκρίνει επίσης επιμέρους σημεία των δύο κειμένων αναδεικνύοντας τις ομοιότητες στην σκέψη του Απουλήιου και του Λουκά.

L.W. Hurtado: οι καινοδιαθηκικές σπουδές κατά τον 20ο αι. (6)

Mετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Ο Bultmann και οι μαθητές του
Χωρίς αμφιβολία η σημαντικότερη μορφή αυτής της περιόδου ήταν ο Rudolf Bultmann. Δέχθηκε επιρροές από τη Θρησκειοϊστορική Σχολή αλλά συνδέθηκε επίσης με τη λεγόμενη "διαλεκτική θεολογία" και τον Karl Barth. Αυτό το θεολογικό κίνημα αναπτύχθηκε στην περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Χαρακτηριστικό της ήταν η απομάκρυνση από τον προοδευτικό προτεσταντικό ηθικισμό και η επαναφορά στη θεολογική agenda των κλασικών βιβλικών θεμάτων και εκείνων της λουθηρανικής και μεταρρυθμισμένης θεολογίας. Ο Bultmann συνδύασε τη δυσκολία που ο ίδιος αντιμετώπιζε με το δόγμα με θέματα της υπαρξιακής φιλοσοφίας και μία ευσέβεια που οφειλόταν στη λουθηρανική του ανατροφή.
Στα 1941 κυκλοφόρησε το εξαιρετικό του Yπόμνημα στο κατά Ιωάννην. Η θέση που υποστήριξε σε αυτό για την ύπαρξη ενός προχριστιανικού γνωστικού μύθου για τον σωτήρα δεν έγινε ωστόσο δεκτή.
Πολλά σημαντικά έργα του είχαν ως θέμα τους τον Ιησού. Σε αυτά συνδυάζει τον ιστορικό σκεπτικισμό για την παράδοση του Ιησού με μία βαθιά αφοσίωση στο πρόσωπό του. Δύο έργα του προκάλεσαν έντονες συζητήσεις σχετικά με το θέμα του μύθου στην Κ.Δ.: Jesus (1926) και η μελέτη του "Neues Testament und Mythologie" (1941). Στο δίτομο έργο του για τη θεολογία της Κ.Δ. (1948, 1953) καθίσταται ιδιαίτερα σαφής αυτή η σύνθεση των ιστορικοκριτικών και θεολογικών θεμάτων.
Και μετά τη συνταξιοδότησή του συνέχισε να παράγει αξιόλογο συγγραφικό έργο.

Οι μαθητές του (η λεγόμενη "Σχολή του Bultmann") ακολούθησαν το δάσκαλό τους διατηρώντας όμως ταυτόχρονα την επιστημονική τους αυτονομία.

Günter Bornkamm: με τις εργασίες του στο κατά Ματθαίον παρείχε τα πρώτα δείγματα της λεγόμενης "Κριτικής της Σύνταξης" (Redaktionskritik). Η συγκεκριμένη προσέγγιση των βιβλικών κειμένων είχε ως προϋπόθεσή της ότι οι ευαγγελιστές ήταν εκδότες του υπάρχοντος υλικού της παράδοσης με συγκεκριμένα θεολογικά ενδιαφέροντα και δεν ήταν τόσο παθητικοί συλλέκτες της, όπως υποστήριζε μέχρι τότε η Formkritik (Κριτική της Μορφής). Το σπουδαιότερο έργο του Bornkamm θεωρείται το Jesus von Nazareth (1956). Σε αυτό απομακρύνθηκε από τις θέσεις του Bultmann και υποστήριξε ότι ήταν δυνατό να εντοπισθούν αρκετές ιστορικές πληροφορίες για τον Ιησού κι ότι αυτές είχαν θεολογική σημασία.

Ernst Käsemann: Ασχολήθηκε με τη λεγόμενη "New Quest of the Historical Jesus". Kαι ο Käsemann υποστήριξε ότι η ιστορική γνώση για τον Ιησού ήταν και δυνατή και θεολογικά σημαντική. Τόνισε τη σημασία της εσχατολογίας μέσα στην Κ.Δ. και χαρακτήρισε την αποκαλυπτική σκέψη ως τη "μητέρα της χριστιανικής θεολογίας". Δύο από τα σημαντικότερα έργα του είναι: Jesu letzter Wille nach Johannes 17 (1966), Υπόμνημα στην προς Ρωμαίους (1970).

Ernst Haenchen: ιδιαίτερα γνωστό είναι το υπόμνημά του στις Πράξεις (1956)

Ο Bultmann άσκησε επίδραση και στην Αμερική.
James M. Robinson
Robert W. Funk

Nέες ανακαλύψεις
Τρεις σημαντικές ανακαλύψεις κειμένων έλαβαν χώρα σε αυτήν την περίοδο:
α) Η βιβλιοθήκη του Nag Hammadi.
Στα 1945 στο Nag Hammadi βρέθηκε από Αιγύπτιους χωρικούς μία συλλογή από δερματόδετους κώδικες στα κοπτικά. Περιείχαν 52 κείμενα, κάποια από τα οποία προέρχονταν από γνωστικούς χριστιανικούς κύκλους. Σημαντικότερο ανάμεσά τους θεωρήθηκε το Ευαγγέλιο του Θωμά, ένα κείμενο που επιβεβαίωσε τις θεωρίες για την πηγή Q και παρείχε αποδείξεις για την πολυμορφία, η οποία χαρακτήριζε τον αρχέγονο Χριστιανισμό. Τα κείμενα του Nag Hammadi εκδόθηκαν μέχρι το 1977.
β) Τα κείμενα της Νεκράς Θαλάσσης (Qumran)
Στο διάστημα 1947-1953 Βεδουΐνοι ανακάλυψαν μία σειρά από κείμενα στη ΒΔ όχθη της Ν. Θαλάσσης. Τα περισσότερα προέρχονταν από την προχριστιανική εποχή και παρείχαν πληροφορίες για το μεγάλο πλούτο της ιουδαϊκής παράδοσης κατά την εποχή του Ιησού. Ο αποκαλυπτικός προσανατολισμός τους και ο έντονος ηθικός δυαλισμός τους παρείχε παράλληλα σε θέματα της Κ.Δ. Διατυπώθηκε επίσης η υπόθεση της σχέσης του Ιωάννη Βαπτιστή με την Κοινότητα του Κουμράν και επισημάνθηκαν οι ομοιότητες στον τρόπο οργάνωσης της κοινότητας του Κουμράν και των πρώτων εκκλησιαστικών κοινοτήτων. Στη δεκαετία του '90 ολοκληρώθηκε η δημοσίευση των κειμένων.
γ) Οι πάπυροι της Κ.Δ. στη Συλλογή Bodmer
Βρέθηκαν στην Αίγυπτο καιπέρασαν στην κατοχή της Bibliotheca Bodmeriana (Γενεύη). Ιδιαίτερης σημασίας για τις Κ.Δ. σπουδές είναι:
P66 (P. Bodmer II), 200 μ.Χ., περιέχει σχεδόν ολόκληρο το κατά Ιωάννην
P75 (P. Bodmer XIV-XV), 3ος αι. μ.Χ., περιέχει μεγάλα τμήματα του κατά Λουκάν και του κατά Ιωάννην
Αυτά τα κείμενα επέτρεψαν τη μελέτη του τρόπου μετάδοσης των κειμένων των ευαγγελίων κατά τον ύστερο 2ο αι. Μελέτες γι' αυτούς τους παπύρους δημοσίευσαν οι: Calvin L. Porter (1961, 1962), Carlo M. Martini (1966), Gordon Fee (1966, 1968). κ.ά. O τελευταίος υποστήριξε ότι το λεγόμενο "Αλεξανδρινό" κείμενο ήταν πολύ αρχαιότερο από όσο μέχρι τότε εκτιμάτο ότι ήταν και απέρριψε την θέση ότι προέρχεται από κάποια αναθεώρηση του κειμένου των ευαγγελίων κατά τον 4ο αι.