Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2015

Τα θαύματα στη συνοπτική παράδοση (V): Αναστάσεις

Οι αναστάσεις συνδέονται με τα θαύματα θεραπείας, καθώς α) συνήθως έχει προηγηθεί η ασθένεια του προσώπου που ο Ιησούς ανασταίνει (βλ. για παράδειγμα την περίπτωση της κόρης του Ιαείρου στη συνοπτική παράδοση και εκείνη του Λαζάρου στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο) και β) ο θάνατος θεωρείται η έσχατη και μη αναστρέψιμη μορφή ασθένειας. 
Στα ευαγγέλια διασώζονται τρεις αφηγήσεις θαυμάτων ανάστασης που επιτέλεσε ο Ιησούς (δύο στα συνοπτικά και μία στο κατά Ιωάννην): 
(1) η ανάσταση της κόρης του Ιαείρου (Μκ 5,22-24.35-43 / Μτ 9,18-26 /Λκ 8,40-56)
(2) η ανάσταση του γιου της χήρας της Ναΐν (Λκ 7,11-17) και 
(3) η ανάσταση του Λαζάρου (Ιω 11,1-44)
Σε αυτά θα πρέπει να προστεθούν δύο ακόμη αφηγήσεις θαυμάτων ανάστασης που απαντούν στις Πράξεις των Αποστόλων:
(1) η ανάσταση της Ταβιθά / Δορκάδος από τον Πέτρο (9, 36-41)
(2) η ανάσταση του Ευτύχου στην Τρωάδα από τον Παύλο (28, 3-6)

Φυσικά το κατεξοχήν θαύμα ανάστασης είναι η ίδια η ανάσταση του Ιησού, η οποία αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της πίστης της αρχαίας Εκκλησίας και του πρωτοχριστιανικού κηρύγματος.

Ιστορία της έρευνας των θαυμάτων ανάστασης
Οι ευαγγελικές αφηγήσεις των θαυμάτων ανάστασης που επιτέλεσε ο Ιησούς αντιμετωπίσθηκαν διαφορετικά στις διάφορες φάσεις της έρευνας (γι’ αυτές βλ. σσ. 4-6).
Η λογοκρατική προσέγγιση των θαυμάτων (19ος αι.) υποστήριξε ότι δεν πρόκειται για πραγματικές αναστάσεις, αλλά για νεκροφάνειες, φαινόμενο γνωστό στον αρχαίο κόσμο και παρέπεμπαν σε ανάλογες αφηγήσεις από τον αρχαίο κόσμο. Μια τέτοια ανάγνωση όμως φαίνεται να παραβλέπει το βαθύτερο θεολογικό νόημα των θαυμάτων και τη θέση τους μέσα στο θεολογικό πρόγραμμα των ευαγγελίων.
Οι εκφραστές της μυθολογικής ερμηνείας θεώρησαν όλες τις αφηγήσεις αναστάσεων ως μη ιστορικά κατασκευάσματα της χριστιανικής κοινότητας, τα οποία διαμορφώθηκαν μετά την Ανάσταση και με βάση ανάλογες αφηγήσεις της Π.Δ. και του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Η βασική ένσταση σε αυτή την θέση είναι α) το γεγονός ότι το θεολογικό κέντρο βάρους στα θαύματα της Κ.Δ. είναι αλλού, από ό,τι στα άλλα παραδείγματα και β) η αναφορά ονομάτων συγκεκριμένων προσώπων (π.χ. Ιάειρος) ή τοπωνυμίων (π.χ. Ναΐν) οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για αρχαίες παραδόσεις που ανάγονται σε πραγματικά γεγονότα.
Η Θρησκειολογική Σχολή αναζήτησε ανάλογα παραδείγματα στο εθνικό περιβάλλον της Καινής Διαθήκης. Δύο είναι οι σημαντικότερες αφηγήσεις από μη χριστιανικά κείμενα, οι οποίες αναφέρονται ως παράλληλες: η ανάσταση νεκρού από τον Ασκληπιάδη της Προύσας (Απουλήιος, 19,92-96) και η ανάσταση που επιτελεί ο Απολλώνιος ο Τυαννεύς (Φιλοστράτου, Απολλώνιος 4,45). Όσον αφορά στο πρώτο περιστατικό, οι διαφορές με τις ευαγγελικές εμφανίσεις είναι σημαντικές ώστε μία εξάρτησή τους από αυτήν ή  από παρόμοιες αφηγήσεις να μην μπορεί να υποστηριχθεί ούτε το περιστατικό να μπορεί να θεωρηθεί θαύμα ανάστασης με τη σημασία που έχει στα ευαγγέλια (ο νεκρός στην περίπτωση του Ασκληπιάδη έχει ακόμη ίχνη ζωής μέσα του, επανέρχεται στη ζωή με τη βοήθεια φαρμάκων, το ενδιαφέρον του Ασκληπιάδη φαίνεται να είναι καθαρά επιστημονικό, η ανάσταση του νεκρού δυσαρεστεί τους συγγενείς, η αφήγηση αφήνει να εννοηθεί ότι πρόκειται για νεκροφάνεια). Η αφήγηση του Φιλοστράτου όμως είναι πολύ μεταγενέστερη των ευαγγελικών, οπότε είναι πιθανό να είναι η εθνική απάντηση στις χριστιανικές αφηγήσεις για αναστάσεις που επιτέλεσε ο Ιησούς.
Οι εκπρόσωποι της ψυχολογικής ερμηνείας σύνδεσαν τις αναστάσεις με τη νεκροφάνεια ή με διάφορα ψυχολογικά φαινόμενα. Πρόκειται για ερμηνεία που  σήμερα έχει εγκαταλειφθεί. 

Θεολογικό περιεχόμενο των θαυμάτων ανάστασης στη συνοπτική παράδοση
Οι διηγήσεις αναστάσεων επιτελούν ένα διπλό θεολογικό σκοπό μέσα στην ευαγγελική αφήγηση: α) τονίζουν την εξουσία του Ιησού επί του θανάτου, ως ένα ακόμη σημείο της Βασιλείας την οποία αυτός εγκαινιάζει με την έλευσή του και β) προτυπώνουν την δική του Ανάσταση. 
Μέσα από διακειμενικές αναφορές σε ανάλογα θαύματα της Παλαιάς Διαθήκης ο Ιησούς παραλληλίζεται με τον Ηλία και τον Ελισσαίο, για τους οποίους αναφέρεται ότι επιτέλεσαν αναστάσεις (1 Βασ 17,17-23 και 2 Βασ 4,8-37). Όμως ο Ιησούς δεν συγκρίνεται ή ταυτίζεται απλά με αυτούς, αλλά αποδεικνύεται κατά πολύ ανώτερός τους καθώς επιτελεί τα θαύματά του με εξουσία και χωρίς να επικαλεστεί τη δύναμη κάποιας ανώτερης από αυτόν θεότητας. 
Αυτός ο παραλληλισμός του Ιησούς με τους μεγάλους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης (ιδιαίτερα στην περίπτωση του θαύματος της ανάστασης του γιου της χήρας της Ναΐν) τον αναδεικνύει ως ένα ισχυρό προφήτη, αλλά παραπέμπει ταυτόχρονα στη νέα εποχή (μεσσιανική) που αυτός εγκαινιάζει. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι οι Ιουδαίοι της εποχής του Ιησού ανέμεναν την έλευση του Ηλία, ο οποίος θα εγκαινιάσει τη μεσσιανική εποχή. Μέσα από τους συνειρμούς που δημιουργούνται στους αναγνώστες των ευαγγελικών αφηγήσεων με τη βοήθεια διακειμενικών αναφορών ο Ιησούς ταυτίζεται με το Μεσσία και η Βασιλεία του Θεού, που εξαγγέλλει, είναι στην πραγματικότητα ο νέος κόσμος των μεσσιανικών προσδοκιών. Ταυτόχρονα τα θαύματα ανάστασης υποδηλώνουν τη θεϊκή ιδιότητα του Ιησού, κάτι το οποίο αποκαλύπτεται στο τέλος του κάθε ευαγγελίου με την αφήγηση της δική του ανάστασης. 
Τέλος, σε ένα προσωπικό και υπαρξιακό επίπεδο όλες αυτές οι αναστάσεις αποτελούν παραδείγματα, πρόγευση και προ-οδοποίηση (Θεοφάνης Κεραμεύς) της ανάστασης των νεκρών στα έσχατα, στοιχείο επίσης βασικό της πρωτοχριστιανικής πίστης (βλ. Α΄ Θεσ 4, 13-18).


Δεν υπάρχουν σχόλια: