Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Αρχεία γνώσης στην Ασσυρία: η “μεγαλύτερη βιβλιοθήκη” και οι ερμηνευτικές της συνέπειες / Archives of Knowledge in Assyria: The 'Greatest Library' and Its Interpretive Implications

 Στο τρέχον τεύχος του National Geographic History (Ιανουάριος/Φεβρουάριος 2026), η Michela Piccin παρουσιάζει την ιστορία της ανακάλυψης της βιβλιοθήκης του Ασσουρμπανιπάλ στη Νινευή από τον Austen Henry Layard το 1850. Ο Ασσουρμπανιπάλ, γνωστός για την πολεμική του σκληρότητα, αναδεικνύεται ιστορικά επίσης ως βασιλιάς-«βιβλιοθηκάριος». Η βασιλική βιβλιοθήκη, που περιελάμβανε πάνω από 30.000 πήλινες πλάκες, φωτίζει όχι μόνο τη μεσοποταμιακή γραμματεία αλλά και τις σύνθετες πολιτισμικές ανταλλαγές μεταξύ Ασσυρίας, Βαβυλώνας και γειτονικών λαών, συμπεριλαμβανομένων των Εβραίων. Στο άρθρο επισημαίνεται η ειρωνεία της τύχης: η πυρκαγιά που κατέστρεψε τη Νινευή το 612 π.Χ. "έψησε" τις πήλινες πλάκες, ενισχύοντας την αντοχή τους χωρίς να καταστρέψει τις επιγραφές. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ασσυριακή λέξη girginakku για τη βιβλιοθήκη, η ανακάλυψη του Έπους του Γιλγαμές με τη διήγηση του κατακλυσμού που συγκλόνισε το βικτωριανό κοινό λόγω της ομοιότητας με τη βιβλική αφήγηση, και το γεγονός ότι παρά την ψηφιοποίηση του συνόλου των πινακίδων, μόνο περίπου 200 από αυτές έχουν αποκατασταθεί πλήρως. Πρόσφατη γερμανο-βρετανική έρευνα αποκαλύπτει ότι οι πλάκες φέρουν κολοφώνες που υποδεικνύουν κάποια μορφή καταλογογράφησης και οργάνωσης της συλλογής, στοιχείο που προσδίδει στη βιβλιοθήκη χαρακτηριστικά αναγνωρίσιμα ως βιβλιοθηκονομικά ακόμα και σήμερα.

Πηγή: Michela Piccin, "The greatest library in the world was built by this ruthless king", National Geographic History (January/February 2026)

--------------------------------------------------------------

In the current issue of National Geographic History (January/February 2026), Michela Piccin presents the story of Austen Henry Layard's 1850 discovery of Ashurbanipal's library at Nineveh. Ashurbanipal, known for his ruthless military prowess, is also historically revealed as a king-"librarian." The royal library, comprising over 30,000 clay tablets, illuminates not only Mesopotamian literature but also the complex cultural exchanges between Assyria, Babylon, and neighboring peoples, including the Hebrews. The article highlights an irony of fate: the fire that destroyed Nineveh in 612 BCE "baked" the clay tablets, strengthening them without destroying the inscriptions. Of particular interest are the Assyrian word girginakku for library, the discovery of the Epic of Gilgamesh with its flood narrative that shocked Victorian audiences due to its similarity to the biblical account, and the fact that despite digitization of all tablets, only about 200 have been fully reconstructed. Recent German-British research reveals that the tablets bear colophons indicating some form of cataloging and organization of the collection, a feature that gives the library characteristics recognizable as bibliographic even today.

Source: Michela Piccin, "The greatest library in the world was built by this ruthless king", National Geographic History (January/February 2026)

Πόλεις ή οικισμοί; Η βιβλική ορολογία υπό το φως της αρχαιολογίας / Cities or Settlements? Rethinking Biblical Terminology Through Archaeology

 Στη σελίδα Bible History Daily μπορείτε να διαβάσετε την ανάρτηση του John Drummond, “Cities in the Bible”, στην οποία παρουσιάζει το ενδιαφέρον άρθρο του John W. Herbst, “Big City, Small Town—Why Size Matters” (BAR Winter 2025). Το άρθρο θέτει  ένα θεμελιώδες ερμηνευτικό ζήτημα: η εβραϊκή λέξη עִיר χρησιμοποιείται για κάθε είδους μόνιμο οικισμό, από το μικρότερο χωριό έως τη μεγάλη μητρόπολη. Όταν οι μεταφράσεις αποδίδουν συστηματικά τον όρο ως «πόλη», δημιουργούνται εύκολα παραπλανητικές εντυπώσεις για την κλίμακα και τη σημασία των βιβλικών οικισμών· ενδεικτικά, αρχαιολογικές/δημογραφικές εκτιμήσεις υπολογίζουν τον πληθυσμό της Ιερουσαλήμ (στο απόγειό της) στους 12.000–25.000 κατοίκους, ενώ της Δαν περί τους 5.000. Το άρθρο συνδέει την παρατήρηση αυτή και με το πρόβλημα των αριθμών (π.χ. οι 28.600 “πολεμιστές” από τη Δαν στο Α΄ Χρον. 12:35), και σημειώνει ότι το אֶלֶף ίσως καλύπτει ευρύτερο σημασιολογικό φάσμα (π.χ. στρατιωτικές μονάδες ή τους επικεφαλής τους· πρβλ. אַלּוּף). Έτσι, η αρχαιολογία μπορεί να λειτουργήσει διορθωτικά στη μετάφραση και στην ερμηνεία, βοηθώντας να αποφεύγονται αναχρονισμοί στην ανάγνωση των κειμένων.

Τελικά, η συζήτηση υπενθυμίζει ότι η αρχαιολογία δεν "επιβεβαιώνει" απλώς το κείμενο, αλλά συμβάλλει στη λεπτότερη κατανόηση της γλώσσας και των μεγεθών που προϋποθέτει, περιορίζοντας αναχρονισμούς στη μετάφραση και στην ερμηνεία.

Πηγή: John Drummond, "Cities in the Bible

-------------------------------------------------------------------

On the Bible History Daily website, you can read John Drummond's post, "Cities in the Bible," in which he presents John W. Herbst's interesting article "Big City, Small Town—Why Size Matters" (BAR Winter 2025). The article raises a fundamental hermeneutical issue: the Hebrew word עִיר is used for every kind of permanent settlement, from the smallest village to the large metropolis. When translators systematically render the term as "city," they create false impressions about the size and significance of settlements. Archaeological evidence reveals that Jerusalem at its peak had 12,000-25,000 inhabitants, Dan approximately 5,000, while fewer than 20 Israelite settlements exceeded 1,000. The article also connects this observation with the problem of numbers (how could 28,600 warriors from Dan join David's army?), suggesting that the word אֶלֶף perhaps covered a broader semantic range that could denote military units or military commanders (cf. אַלּוּף). This is a characteristic example of how archaeology can help us avoid anachronisms in reading texts and functions correctively in translation and interpretation.

Ultimately, this discussion reminds us that archaeology does not merely “confirm” the text; rather, it contributes to a more nuanced understanding of the language and the scales presupposed by it, thereby limiting anachronisms in translation and interpretation.

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

In die Skriflig 60/3 (2026):FS Francois P. Viljoen

 In die Skriflig 60:3 (2026)

Το τρέχον τεύχος είναι ο τιμητικός τόμος για τον καθηγητή Francois P. Viljoen

Από την ιέρεια των Σεβαστών στον Λόγο του κατά Ιωάννη: ένα μνημείο της Φασηλίδας και οι μεταμορφώσεις του / From the priestess of the Sebastoi to John's Logos: a monument from Phaselis and its transformations

 Ένα πρόσφατα δημοσιευμένο επιγραφικό εύρημα από τη Φασηλίδα της Λυκίας προσφέρει ένα εξαιρετικά διδακτικό παράδειγμα για το πώς το ίδιο μνημείο επαναχρησιμοποιείται σε διαφορετικές θρησκευτικές και ιδεολογικές συνάφειες και σε διαφορετικές ιστορικές στιγμές.

Στην αρχική του χρήση (2ος αι. μ.Χ.) το μνημείο ήταν μία βάση από ασβεστόλιθο που έφερε τιμητική επιγραφή για την Αυρήλια Απφία, μέλος της τοπικής αριστοκρατίας, η οποία τιμήθηκε ως ἱέρεια τῶν θεῶν Σεβαστῶν και ως ευεργέτις της πόλης. Η Απφία χαρακτηρίζεται ως «ἀξιολογοτάτη γυναῖκα σώφρων καὶ φιλότεκνος καὶ φίλανδρος … καὶ πρώτη τῆς πόλεως», τίτλοι που δηλώνουν προφανώς την επιφανή θέση της ως μέλους της τοπικής αριστοκρατίας. Η τιμώμενη είναι γνωστή κι από δύο άλλα επιγραφικά μνημεία της πόλης, όπου συνδέεται με τη θέσπιση του Παλλαδείου αγώνος κι ένα χρηματικό έπαθλο για τους νικητές των αγώνων πάλης. Στη νέα επιγραφή προστίθεται ένα ακόμη στοιχείο στο βιογραφικό της, εκείνο της ιέρειας της αυτοκρατορικής λατρείας. Πρόκειται για ένα αξίωμα ιδιαίτερα σημαντικό για τις επιφανείς γυναίκες των πόλεων της Μ. Ασίας, που της προσέδιδε κύρος και αναγνωρισιμότητα στις τοπικές κοινωνίες και τις συνέδεε άμεσα με την αυτοκρατορική λατρεία και το ρωμαϊκό κέντρο εξουσίας. Θα πρέπει εδώ να θυμηθούμε και την αναφορά των Πράξεων τόσο σε ευσχήμονες γυναίκες στο ακροατήριο του Παύλου στην Αντιόχεια της Πισιδίας (Πραξ 13:50) όσο και σε πρώτες γυναίκες της πόλης στη συναγωγή της Θεσσαλονίκης (Πραξ 17:4). Και στις δύο περιπτώσεις, η αναφορά τους ως αποδέκτες του ευαγγελίου αποτελεί θετικό στοιχείο της διάδοσης και αποδοχής του ευαγγελίου. Κι εκείνες όπως κι η Απφία της Φασηλίδας ήταν πρόσωπα με κύρος και επιρροή μέσα στις πόλεις τους κι επομένως η αποδοχή από μέρους τους του ευαγγελίου συνέβαλλε στην εδραίωση και την στήριξη της νέας πίστης στη δύσκολη αυτή αρχική φάση μέσα στις τοπικές κοινωνίες των πόλεων της Ανατολής.

Σε μεταγενέστερη φάση, ωστόσο, το μνημείο υφίσταται μια σκόπιμη μεταμόρφωση. Η αρχική λαξευμένη επιγραφή καλύπτεται με στρώμα ασβεστοκονιάματος (intonaco) και επιχρωματισμένη επιφάνεια, σε tabula ansata γράφονται (dipinto) δύο στίχοι από τον Πρόλογο του κατά Ιωάννην (Ιω 1:1 και 1:3) [Για ένα μαγικό φυλακτό με τους ίδιους στίχους από το Ιω, βλ. P.Oxy. VIII 1151]. Η χρονολόγηση αυτής της φάσης τοποθετείται όχι νωρίτερα από τον 5ο αι. μ.Χ., στο πλαίσιο της χριστιανικής ύστερης αρχαιότητας. Το μνημείο έχει μάλλον αποτροπαϊκό ή λατρευτικό χαρακτήρα. Σε κάθε περίπτωση, η εκ νέου χρήση παλαιότερων μνημείων από τους Χριστιανούς σε νέα όμως πλαίσια ήταν συνηθισμένη στη Μ. Ασία (βλ. παραδείγματα από Έφεσο, Αφροδισιάδα ή Σαγάλασσο). Κατά την εκτίμηση των ειδικών το μνημείο στη δεύτερή του χρήση πρέπει να χρησιμοποιήθηκε ως αρχιτεκτονικό μέλος σε κάποιο χριστιανικό ναό χωρίς όμως αυτό να μπορεί να ταυτοποιηθεί (σε μία τρίτη φάση, κατά την ύστερη αρχαιότητα, μάλλον αξιοποιήθηκε ως οικοδομικό υλικό στην οχύρωση της ακρόπολης).

Η αξία του συγκεκριμένου ευρήματος βρίσκεται στο ότι μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε πώς ο κόσμος της ΚΔ επανεγγράφεται υλικά στον δημόσιο χώρο. Το ίδιο μνημείο που κάποτε πρόβαλλε τη σχέση πόλης–αυτοκράτορα–θεών, μετατρέπεται σε μέσο μιας θεολογικής δήλωσης που βρίσκεται στον πυρήνα της ιωάννειας χριστολογίας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η επιλογή του ίδιου του κειμένου: οι πρώτοι αυτοί στίχοι του κατά Ιωάννην είναι μία πυκνή κοσμολογική και θεολογική διακήρυξη. Εκεί όπου η προηγούμενη επιγραφή μιλούσε για την ευσέβεια προς τους Σεβαστούς, το dipinto διακηρύσσει τον Λόγο κι ότι πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο. Η αντικατάσταση δεν είναι απλώς αισθητική· είναι συμβολική και ιδεολογική. Επιπλέον, όπως ήδη αναφέρθηκε, η χρήση του σε αντικείμενα με αποτροπαϊκό και μαγικό χαρακτήρα είναι γνωστή (βλ. Craig A. Evans, “Mark’s Incipit in Early Amulets and the Question of Its Original Reading,” στο Themes and Texts, Exodus and Beyond: Essays in Honour of Larry J. Perkins. London .2024, 202 κι εξ.).

Το μνημείο της Φασηλίδας, λοιπόν, όπως κι άλλα παρόμοια μνημεία από τη Μ. Ασία,  λειτουργεί ως μικρογραφία μιας ευρύτερης ιστορικής διαδικασίας: της μετάβασης από τον θρησκευτικό λόγο της ρωμαϊκής πόλης στον χριστιανικό λόγο της ύστερης αρχαιότητας. Και ακριβώς γι’ αυτό, παρότι το χριστιανικό στρώμα είναι μεταγενέστερο, το εύρημα φωτίζει ουσιαστικά τον κόσμο μέσα στον οποίο γεννήθηκε η Καινή Διαθήκη — και τον τρόπο με τον οποίο αυτός ο κόσμος μετασχηματίστηκε.

Murat Arslan -  Nihal Tüner Önen, “Three New Inscriptions from Phaselis: An Imperial Dedication, an Honorific Inscriptionfor Aurelia Apphia, and Christian Dipinto,Libri 11 (2025): 267-277

----------------------------------------------------------------------------

A recently published epigraphic find from Phaselis in Lycia offers an exceptionally instructive example of how the same monument is reused in different religious and ideological contexts and at different historical moments.

In its original use (2nd century CE), the monument was a limestone base bearing an honorific inscription for Aurelia Apphia, a member of the local aristocracy, who was honored as priestess of the divine Augusti (ἱέρεια τῶν θεῶν Σεβαστῶν) and as benefactress of the city. Apphia is characterized as "a most distinguished woman, prudent, fond of her children and devoted to her husband... and foremost lady of the city," titles that clearly indicate her prominent position as a member of the local aristocracy. The honorand is also known from two other epigraphic monuments from the city, where she is associated with the establishment of the Palladeios Agon and a monetary prize for the winners of the wrestling competitions. The new inscription adds another element to her biography: that of the priestess of the imperial cult. This was a particularly important office for prominent women in the cities of Asia Minor, conferring prestige and recognition within local communities and connecting them directly with the imperial cult and the Roman center of power. We should recall here the reference in Acts both to prominent women in Paul's audience in Pisidian Antioch (Acts 13:50) and to leading women of the city in the synagogue of Thessalonica (Acts 17:4). In both cases, their mention as recipients of the gospel constitutes a positive element in the spread and acceptance of the gospel. They, like Apphia of Phaselis, were persons of prestige and influence within their cities, and therefore their acceptance of the gospel contributed to the establishment and support of the new faith during this difficult initial phase within the local communities of the cities of the East.

In a later phase, however, the monument underwent a deliberate transformation. The original carved inscription was covered with a layer of lime plaster (intonaco) and painted surface; within a tabula ansata were written (dipinto) two verses from the Prologue of John's Gospel (John 1:1 and 1:3) [For a magical amulet with the same verses from John, see P.Oxy. VIII 1151]. The dating of this phase is placed no earlier than the 5th century CE, within the context of Christian Late Antiquity. The monument probably had an apotropaic or cultic character. In any case, the reuse of earlier monuments by Christians in new contexts was common in Asia Minor (see examples from Ephesus, Aphrodisias, or Sagalassos). According to specialists' assessment, in its second use the monument must have been employed as an architectural element in some Christian church, though this cannot be identified (in a third phase, during Late Antiquity, it was probably utilized as building material in the fortification of the acropolis).

The value of this particular find lies in allowing us to observe how the world of the New Testament is materially re-inscribed in public space. The same monument that once projected the relationship of city–emperor–gods is transformed into a vehicle for a theological statement at the core of Johannine Christology.

The choice of the text itself is also of particular significance: these opening verses of John's Gospel are a dense cosmological and theological declaration. Where the previous inscription spoke of piety toward the Augusti, the dipinto proclaims the Word and that all things came into being through him (πάντα δι' αὐτοῦ ἐγένετο). The replacement is not merely aesthetic; it is symbolic and ideological. Moreover, as already mentioned, its use on objects with apotropaic and magical character is well known (see Craig A. Evans, "Mark's Incipit in Early Amulets and the Question of Its Original Reading," in Themes and Texts, Exodus and Beyond: Essays in Honour of Larry J. Perkins. London 2024, 202ff.).

The monument from Phaselis, then, like other similar monuments from Asia Minor, functions as a microcosm of a broader historical process: the transition from the religious discourse of the Roman city to the Christian discourse of Late Antiquity. And precisely for this reason, although the Christian layer is later, the find substantially illuminates the world in which the New Testament was born—and the way in which that world was transformed.

Murat Arslan - Nihal Tüner Önen, "Three New Inscriptions from Phaselis: An Imperial Dedication, anHonorific Inscription for Aurelia Apphia, and Christian Dipinto," Libri 11 (2025): 267-277



Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Journal of Theological Interpretation 19/2 (2025)

  • Caleb Punt, "The Value of Iconographic Exegesis for Theological Interpretation of Scripture," 161-190 (abstract)
  • Kasper de Graaf, "Zion as the Refuge for the Afflicted (Isaiah 14:32): Divergent Theological Interpretations of the Relationship between Sinai and Zion," 191-206 (abstract)
  • Kara J. Lyons-Pardue, "Kara J. Lyons-Pardue, "More Than Selective Hearing: The Theological Potential of Elijah Allusions in Mark’s Gospel," 207-225 (abstract)
  • Craig Hovey, "Apocalyptic Passion: Mark 13 Read Theologically," 226-245 (abstract)
  • James D. Meyer, "The 'Kind of Death He Was Going to Die': The Suffering Servant in John’s Gospel," 246-264 (abstract)
  • Caleb T. Friedeman, "The Jesus-Shaped Life: The Telos of the Gospels and the Testimony of Acts," 165-285 (abstract)
  • Charles Cleworth, "The Dangers and Limits of Historical Context as a Hermeneutical Key: A Pragmatic Hermeneutical Case Study in Modern Interpretations of 1 Corinthians 8:6," 286-306 (abstract)
  • Richard S. Briggs, " The Name “Jesus” in the Old Testament (Especially the Psalter): Christianization and the Shadow of “Salvation” in the Vulgate Text," 307-319 (abstract)

Ένα άρθρο βιβλικού ενδιαφέροντος στο τρέχον τεύχος του ExpT/ A new article of biblical interest in the current issue of ExpT

 Expository Times 137/3 (2025)

Jacob Wigley, "Friendship in the Vine in John 15:1-17," 103-115 (abstract)

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Κέλσος και Ωριγένης: Φιλοσοφία και πίστη / Celsus and Origen: Philosophy and faith

 Στη σειρά των άρθρων του Ancient Jew Review αφιερωμένων στη νέα μετάφραση του έργου του Ωριγένους, Κατά Κέλσου δημοσιεύεται το άρθρο του David Satran με τίτλο "Plato, Politics, and Faith."  Το άρθρο εστιάζει στον πλατωνικό χαρακτήρα τόσο της επίθεσης του φιλοσόφου Κέλσου κατά του Χριστιανισμού όσο και της φιλοσοφικής απάντησης του Ωριγένη, υπογραμμίζοντας πως οι μεταφραστές παρουσιάζουν το έργο του αλεξανδρινού θεολόγου ως κείμενο πολιτικής φιλοσοφίας με στόχο "τη μετατροπή των συνηθισμένων ανθρώπων σε πολίτες της ουράνιας Ιερουσαλήμ, της αλλιώς ανεφάρμοστης καλύτερης πολιτείας του Πλάτωνα", σε διάλογο με το τέλος του βιβλίου 9 της Πολιτείας. Ο Satran συνδέει αυτή την ερμηνεία με τον "Ευχαριστήριο Λόγο" που αποδίδεται στον Γρηγόριο τον Θαυματουργό και επισημαίνει πως η νέα μετάφραση, σε αντίθεση με την κλασική μετάφραση του Henry Chadwick (1953), εντάσσεται στην σύγχρονη κατανόηση του Ωριγένη ως θεολόγου, εξηγητή και φιλοσόφου που συμμετέχει στον ευρύτερο πνευματικό διάλογο της ύστερης αρχαιότητας.

David Satran, "Plato, Politics, and Faith"

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Κεφάλαια, Ανάγνωση και Κανονικότητα: Η Περίπτωση της Αποκάλυψης / Chapters, Reading and Canonicity: The case of the Book of Revelation

Στο τεύχος του Vigiliae Christianae  79/5 (2025)  δημοσιεύεται το εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο του  Cristian Cardozo Mindiola με τον τίτλο "Segmenting Revelation in Late Antiquity: Andrew of Caesarea's Chapter System as a Textual-Canonical Revolution." Το άρθρο θέτει μια συναρπαστική ερώτηση: Τι συμβαίνει, όταν ένα βιβλικό κείμενο δεν μοιάζει με κείμενο του βιβλικού κανόνα; Μέσα από μία εκτενή ανάλυση ο συγγραφέας αποπειράται να το απαντήσει, αλλά και να αποδείξει και κάτι ακόμη πιο τολμηρό:  πώς η υλική μορφή των χειρογράφων συνδέεται άμεσα με τη διαδικασία ένταξης στον κανόνα.

Το πρόβλημα: ένα βιβλίο του κανόνα χωρίς κεφάλαια

Στις αρχές του 7ου αιώνα παρατηρείται η εξής παράδοξη κατάσταση: ενώ όλα τα άλλα βιβλία της Καινής Διαθήκης είχαν υιοθετήσει συστήματα κεφαλαίων που διευκόλυναν τη μη-γραμμική ανάγνωσή τους, η Αποκάλυψη παρέμενε το μοναδικό βιβλίο χωρίς τέτοιο apparatus οργάνωσης του κειμένου. Ήδη για τα ευαγγέλια είχε επικρατήσει το σύστημα του Ευσεβίου και τις Πράξεις, τις Επιστολές του Παύλου και τις Καθολικές Επιστολές το ίδιο είχε συμβεί με το Ευθαλιανό σύστημα των κεφαλαίων. Τα κείμενα χωρίζονταν σε κεφάλαια, οι τίτλοι τους, που συνόψιζαν την κάθε περικοπή, αναγράφονταν είτε επάνω στη σελίδα είτε στην αρχή του βιβλίου σε πίνακα περιεχομένων για γρήγορη αναζήτηση και πρόσβαση. 

Ο Mindiola επισημαίνει εδώ τη σχέση της διαδικασίας της ανάγνωσης με την εισαγωγή του συστήματος κεφαλαίων. Καθώς όμως μόνο τα βιβλία του κανόνα διαβάζονται στις λειτουργικές συνάξεις, ο M. προχωρά ένα βήμα ακόμη και συνδέει αυτή την υλική μορφή του κειμένου (το χωρισμό σε κεφάλαια, τους πίνακες περιεχομένων κτλ) με το κύρος αυτών των βιβλίων ως μέρος του βιβλικού κανόνα. Η Αποκάλυψη, χωρίς κεφάλαια, έμοιαζε, λοιπόν, περισσότερο με μη-κανονικά κείμενα (όπως τον Ποιμένα του Ερμά ή το Ευαγγέλιο του Θωμά) παρά με τα υπόλοιπα βιβλία της ΚΔ. Αυτή η διαφοροποίηση επιβεβαίωνε και με έναν απτό και υλικό τρόπο την ήδη αμφίβολη θέση της Αποκάλυψης στον κανόνα της Εκκλησίας στην Ανατολή.

Η τριπλή σημασία του συστήματος των κεφαλαίων

Τα κεφάλαια εξυπηρετούν τρεις πολύ σημαντικούς σκοπούς:

α) Διευκολύνουν τη μη γραμμική ανάγνωση και γρήγορη περιήγηση στο κείμενο

Όσον αφορά τα χριστιανικά κείμενα τα κεφάλαια διευκολύνουν τη γρήγορη πρόσβαση σε περικοπές στην περίπτωση της τακτικής / περιοδικής ανάγνωσης κειμένων στη λειτουργική πράξη ή της χρήσης στη διδασκαλία. 

β) Χαρακτηριστικό των κειμένων που θεωρούνταν "Γραφή"

Κατά τον 7ο αιώνα, ένας αναγνώστης περίμενε ένα βιβλικό κείμενο του κανόνα να έχει: τη μορφή κώδικα, να περιέχει nomina sacra και να διαθέτει σύστημα κεφαλαίων και πίνακα περιεχομένων.

γ) Αποτελούν δείκτες συχνής χρήσης και κανονικότητας

Σύμφωνα με τον Μ. η συχνή λειτουργική χρήση των κειμένων οδηγεί στη μη γραμμική ανάγνωση των κειμένων και στην ανάγκη εισαγωγής του συστήματος των κεφαλαίων. Καθώς τα κείμενα του κανόνα είναι εκείνα που έχουν συχνή λειτουργική χρήση, η εισαγωγή των κεφαλαίων συνδέεται άμεσα με την κανονικότητα των βιβλίων. Επομένως τα βιβλικά κείμενα που διέθεταν το σύστημα των κεφαλαίων επιβεβαίωναν την θέση αυτών των κειμένων στον κανόνα. 

Η διπλή στρατηγική του Ανδρέα Καισαρείας

Ο Ανδρέας Καισαρείας κάνει μια διπλή παρέμβαση σημαντική στη διαδικασία κανονικοποίησης της Αποκάλυψης: 

Α. Ερμηνευτική Παρέμβαση: Το ερμηνευτικό υπόμνημα

Με το υπόμνημά του πρόσφερε μία ορθόδοξη ανάγνωση του βιβλίου της Αποκάλυψης (ήδη ο Οικουμένιος είχε κάνει μία ανάλογη ερμηνευτική προσπάθεια χωρίς όμως σημαντική επίδραση). Για να προφυλάξει το βιβλίο της Αποκάλυψης από χιλιαστικές και προβληματικές ερμηνείες υιοθετεί την αναγωγική ερμηνεία (το κείμενο ως μέσο πνευματικής προόδου και παιδείας) και καταδεικνύει τη σημασία αυτού του βιβλίου για τη χριστιανική διδασκαλία. 

Β. Υλική Παρέμβαση: Το Σύστημα Κεφαλαίων

Ο Ανδρέας διαίρεσε επίσης την Αποκάλυψη 24 λόγους (κατ' αναλογία προς τους 24 πρεσβυτέρους του βιβλίου της Αποκάλυψης) και σε 72 κεφάλαια (24× 3 επίπεδα ερμηνείας του βιβλικού κειμένου: γράμμα, τροπολογία, αναγωγή).  Κάθε κεφάλαιο διέθετε κατ' αναλογία προς τα συστήματα κεφαλαίων των άλλων κειμένων του κανόνα, αριθό, τίτλο και τη θέση του στον πίνακα περιεχομένων του βιβλίου. 

Έτσι η Αποκάλυψη πλέον έμοιαζε με τα Ευαγγέλια και τις Επιστολές. Το σύστημα των κεφαλαίων επιπλέον διευκόλυνε τη χρήση της στη διδασκαλία και (πιθανόν) τη λειτουργία. Υλικά, έγινε "συμβατή" με τα υπόλοιπα κανονικά κείμενα.

Το σύστημα του Ανδρέα γνώρισε τελικά αποδοχή. Είναι χαρακτηριστικό από τα 103 από τα 133 χειρόγραφα της Αποκάλυψης τα οποία διατηρούν την παράδοση του Ανδρέα υιοθετείται επίσης και το σύστημα διαίρεσης σε κεφάλαια που πρότεινε. Ετσι η Αποκάλυψη αποκτά κειμενικά τα ίδια χαρακτηριστικά με τα άλλα βιβλία της ΚΔ.

Το άρθρο του Μ. είναι καινοτόμο και κατορθώνει να συνδυάσει τρία συνήθως ξεχωριστά πεδία: 

(α) τη μελέτη των χειρογράφων. Εξετάζει το paratextual apparatus των κειμένων όχι ως δευτερεύον αλλά ως φορέα θεολογία και δείκτη της κανονικότητας των κειμένων. 

(β) την ιστορία του κανόνα.  Υπογραμμίζει ότι η κανονικότητα δεν είναι μόνο θεολογική κατηγορία ή απόφαση συνόδων, αλλά υλική πραγματικότητα που αποτυπώνεται στα χειρόγραφα.

(γ) την Κοινωνιολογία των Κειμένων.  Ο Μ. υιοθετεί την αρχή ότι η υλική μορφή των κειμένων αντιστοιχεί στη χρήση τους. 

Η κεντρική (φιλόδοξη) θέση του άρθρου είναι ότι τα συστήματα κεφαλαίων δεν είναι απλώς τεχνικές διαίρεσης· είναι εργαλεία επιβεβαίωσης και επιβολής της κανονικότητας των κειμένων. Η παρουσία ή απουσία του υποδηλώνει την άμεση σχέση των ορίων του κανόνα με την υλική μορφή του κειμένου στη χειρόγραφη παράδοση. 

Κάποια ερωτήματα

Το άρθρο αναδεικνύει πόσο σημαντική είναι η σύνδεση της υλικότητας των χειρογράφων με την διαδικασία ένταξης των βιβλικών κειμένων στον κανόνα. Όταν μιλάμε για τον κανόνα της Καινής Διαθήκης, συνήθως σκεφτόμαστε συνόδους, καταλόγους βιβλίων και θεολογικά κριτήρια, όπως η αποστολικότητα ή το συμβατό με την πίστη της Εκκλησίας περιεχόμενο του κάθε βιβλίου. Πολύ σπανιότερα αναρωτιόμαστε, αν η υλική μορφή των βιβλικών κειμένων –ο τρόπος δηλαδή με τον οποίο αντιγράφονται, οργανώνονται και χρησιμοποιούνται– μπορεί να παίζει ρόλο στη διαμόρφωση της κανονικότητάς τους. 

Ως προς αυτό η συμβολή του άρθρου είναι ιδιαίτερα γόνιμη καθώς αναδεικνύει την υλική διάσταση των βιβλικών κειμένων και τη σχέσης της προς τη λειτουργική και παιδαγωγική τους χρήση. Παράλληλα, όμως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η σύνδεση ανάμεσα στην χρήση συστημάτων κεφαλαίων και της αναγνώρισης της κανονικότητας ενός βιβλίου δεν τεκμηριώνεται απολύτως ως σχέση αιτιότητας.

Επιπλέον, υπάρχει και ένα σημαντικό χρονολογικό ζήτημα. Ο Ανδρέας γράφει περίπου το 600-610 μ.Χ., αλλά η Αποκάλυψη είχε ήδη επίσημα ενταχθεί στον κανόνα με την 39η Εορταστική Επιστολή του Αθανασίου (367 μ.Χ.) και τις συνόδους του τέλους του 4ου αιώνα. Αυτό σημαίνει ότι ο Ανδρέας δεν μπορούσε να "εισάγει" κανονικότητα σε ένα βιβλίο που ήταν ήδη επίσημα κανονικό για περισσότερο από δύο αιώνες. Το πραγματικό ζήτημα ήταν το χάσμα ανάμεσα στην επίσημη κανονικότητα και την πρακτική αποδοχή στην Ανατολή. Χαρακτηριστικό αυτού του χάσματος είναι ότι η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος (691-692), περίπου 80 χρόνια μετά τον Ανδρέα, επικύρωσε πολλαπλούς κανονικούς καταλόγους, μερικούς που περιλάμβαναν την Αποκάλυψη και μερικούς που δεν την περιλάμβαναν. Αυτό δείχνει ότι η προσπάθεια του Ανδρέα συνέβαλε σε μία μακρά και σταδιακή διαδικασία και όχι σε μία άμεση "επίλυση" του ζητήματος.

Η λειτουργική χρήση, μολονότι σημαντική, δεν υπήρξε ποτέ από μόνη της επαρκές κριτήριο κανονικότητας, όπως δείχνουν περιπτώσεις κειμένων που διαβάστηκαν σε λειτουργικό πλαίσιο (βλ. το Ευαγγέλιο του Πέτρου, τον Ποιμένα του Ερμά ή και απόκρυφες Πράξεις αποστόλων), αλλά τελικώς απορρίφθηκαν για λόγους περιεχομένου. Φαίνεται πως η λειτουργική χρήση δεν εγγυάται από μόνη της την κανονικότητα, και κατά συνέπεια τα κεφάλαια που προκύπτουν από λειτουργική χρήση δεν εγγυώνται κανονικότητα. Δηλαδή, η μετάβαση από τη θέση ότι τα βιβλία του κανόνα έχουν κεφάλαια στη θέση ότι η εισαγωγή των κεφαλαίων καθιστά τα κείμενα μέρος του κανονικά δεν είναι επαρκώς τεκμηριωμένη στο κείμενο. Ίσως, λοιπόν, το σύστημα των κεφαλαίων θα πρέπει να κατανοηθεί όχι ως παράγοντας που εισάγει ή επιβάλλει την κανονικότητα, αλλά ως πρακτική που τη σταθεροποιεί και την αξιοποιεί στο πλαίσιο της λειτουργικής και εν γένει εκκλησιαστικής πράξης. 

Αυτό που προκύπτει για την περίπτωση της Αποκάλυψης είναι ότι η προσπάθεια του Ανδρέα Καισαρείας ήταν σημαντική στη διαδικασία αποδοχής της ως κανονικού βιβλίου αλλά όχι και η τελευταία πράξη αυτής της διαδικασίας. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι από τα 103 χειρόγραφα της Αποκάλυψης με το σύστημα κεφαλαίων του Ανδρέα το 66% (~68 χειρόγραφα) περιέχουν την Αποκάλυψη χωρίς άλλα βιβλία ΚΔ και μόνο το 34% (~35 χειρόγραφα) περιέχουν την Αποκάλυψη με άλλα βιβλία ΚΔ. Θα περίμενε κανείς ακολουθώντας το επιχείρημα του Μ. τα περισσότερα χειρόγραφα να περιέχουν την Αποκάλυψη μαζί με άλλα βιβλία της ΚΔ. Είναι, επομένως, πιθανόν η αιτιότητα να είχε την αντίστροφη πορεία: δε διευκολύνει το σύστημα των κεφαλαίων την ένταξη ενός βιβλίου στον κανόνα, αλλά μάλλον το γεγονός ότι είναι στον κανόνα (και διαβάζεται) οδηγεί στην εισαγωγή των κεφαλαίων. Στην περίπτωση της Αποκάλυψης, αυτή παρά τις αντιρρήσεις (που τελικά οδηγούν στο να μην ενταχθεί στο λειτουργικό κύκλο αναγνωσμάτων στην Ανατολή) είναι ήδη μέρος του κανόνα, αν και η οριστικοποίηση της θέσης της σε αυτόν θα έρθει αργότερα. Αυτό σημαίνει ότι ο Ανδρέας δε μπορεί να εισήγαγε την κανονικότητα της Αποκάλυψης. Είναι βέβαιο όμως ότι το έργο του συνέβαλε στην τελική εδραίωσή της στον κανόνα στην ευρεία πρακτική αποδοχή και χρήση της. 

Η βασική παρατήρηση του Μ. ότι τα βιβλία του κανόνα έχουν κεφάλαια, κάτι που δεν ισχύει για τα περισσότερα εξωκανονικά είναι σημαντική. Επίσης ισχυρή είναι η θέση για την σχέση κανονικότητας και υλικής υπόστασης του κειμένου, όχι τόσο ως αιτιολογική όσο ως περιγραφική της διαδικασίας. Η εισαγωγή των κεφαλαίων, δηλαδή, επιβεβαιώνει και δεν εισάγει την κανονικότητα ενός βιβλικού κειμένου. Υπό αυτήν την έννοια η συμβολή του Ανδρέα Καισαρείας ήταν ουσιαστική. 

Σε κάθε περίπτωση το άρθρο του Μ. δίνει πολλή τροφή για σκέψη. Πώς συνδέεται η υλική μορφή των χειρογράφων με τη θεολογική σημασία των κειμένων; Και πώς διακρίνουμε την επίσημη κανονικότητα από την πρακτική αποδοχή; 

------------------------------------------------------------------

A recent article by Cristian Cardozo Mindiola in Vigiliae Christianae (79/2025), "Segmenting Revelation in Late Antiquity: Andrew of Caesarea's Chapter System as a Textual-Canonical Revolution," makes a bold argument: the material form of biblical manuscripts directly correlates with their canonical status. Focusing on Andrew of Caesarea's seventh-century chapter system for the book of Revelation, Mindiola argues that the absence of chapters made Revelation look "non-canonical" compared to other New Testament books.

The Argument

By the early 7th century, all other NT books had adopted chapter systems: the Eusebian Canon Tables for the Gospels, and the Euthalian apparatus for Acts and the Epistles. These systems facilitated non-linear reading—essential for liturgical and pedagogical use. Revelation, however, lacked such technology.

Mindiola's thesis: frequent liturgical use → need for chapters → canonical texts have chapters → texts with chapters look canonical. Since only canonical texts were read regularly in worship, chapter systems became material markers of canonicity. Revelation without chapters therefore resembled non-canonical texts like the Shepherd of Hermas.

Andrew of Caesarea (~600-610 CE) addressed this through a dual strategy:

a) Hermeneutical intervention: An orthodox commentary emphasizing anagogical interpretation

b) Material intervention: A chapter system (24 logoi, 72 kephalaia) with titles and table of contents

As a result Revelation now "looked like" other canonical texts. The system was widely adopted (103 of 133 manuscripts with Andreian tradition preserve it), helping bridge the gap between official canonicity and practical acceptance in the East.

Critical Assessment

While Mindiola's interdisciplinary approach is valuable—connecting manuscript studies, canon history, and the sociology of texts—the relationship between chapter systems and canonicity invites further consideration.

The challenge of causation: The article demonstrates correlation (canonical texts tend to have chapters) but establishing causation (chapters create or confer canonicity) requires additional evidence. While the pattern is significant, the direction of influence remains open to question.

Cases that complicate the picture: The Gospel of Peter had liturgical use but was ultimately rejected. The Shepherd of Hermas appears with a chapter heading in at least one manuscript (P.Oxy 4707) yet was not finally canonical. Some apocryphal Acts circulated in monastic settings with organizational features but remained non-canonical. These examples suggest that textual organization and liturgical use, while important, were not sufficient for canonical recognition.

What the manuscript data reveals: Of 103 manuscripts with Andrew's chapters, 66% contain Revelation without other NT books, while 34% include it with other NT texts. This pattern suggests that chapters were adopted primarily for practical utility rather than as a means of canonical integration. When Revelation was copied with other NT books, scribes preferred Andrew's system for consistency—but the decision to include Revelation in such collections likely preceded the choice of chapter system.

The chronological context: Andrew writes ~600-610 CE, but Revelation was already officially canonical via Athanasius's Festal Letter 39 (367 CE) and the late 4th-century councils. The real issue was the gap between official canonicity and practical acceptance in the East. Notably, the Quinisext Council (691-692 CE)—~80 years after Andrew—ratified multiple canonical lists, some including and some excluding Revelation. This suggests Andrew's contribution was part of a long, gradual process rather than a decisive turning point.

Conclusion

Mindiola's central observation remains valuable: canonicity has a material dimension. Chapter systems reflect and reinforce bibliographic expectations for scriptural texts. Andrew's work did not create Revelation's canonical status, but it helped facilitate the transition from contested official canonicity to broader practical acceptance by removing a material obstacle and enabling easier use in teaching contexts.

The article makes an important contribution by drawing attention to the intersection of material form, liturgical practice, and canonical reception—even if the precise causal relationships require continued investigation.

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Πέρα από τους “μεγάλους άνδρες”: ανδροκεντρισμός και βιογραφικό αφήγημα στην αρχαιότητα / Beyond the "Great Men": Androcentrism and Biographical Narrative in Antiquity

Στη σειρά Millennium-Studien του εκδοτικού οίκου De Gruyter κυκλοφόρησε πρόσφατα ένας συλλογικός τόμος που αξίζει της προσοχής όσων ενδιαφέρονται για τη βιογραφική αφήγηση στην αρχαία ελληνορωμαϊκή και πρωτοχριστιανική λογοτεχνία: 

Anna Ginestí Rosell & Felix John (επιμ.), Große Männer? Biographisches Erzählen in der griechischen und römischen, der frühjüdischen und der frühchristlichen Literatur (Millennium-Studien 117; Berlin/Boston: De Gruyter, 2026). DOI: 10.1515/9783112212295

Το βιβλίο είναι ελεύθερα διαθέσιμο σε Open Access.

Ο τόμος συγκεντρώνει μελέτες κλασικών φιλολόγων, ιστορικών και βιβλικών ερευνητών κι έχει ως στόχο να φέρει σε διάλογο τις παράλληλες αλλά συχνά απομονωμένες μεταξύ τους συζητήσεις για τη βιογραφία στον ελληνορωμαϊκό, τον αρχαίο ιουδαϊκό και τον πρωτοχριστιανικό κόσμο. Όπως επισημαίνουν οι επιμελητές στον πρόλογο, η ανδρική κυριαρχία αποτελεί σταθερό χαρακτηριστικό της αρχαίας βιογραφίας ανεξάρτητα από το λογοτεχνικό είδος ή την πολιτισμική προέλευση. Κατά συνέπεια, το ερωτηματικό στον τίτλο του τόμου («Μεγάλοι Άνδρες;») δεν είναι τυχαίο: ένας από τους στόχους του είναι να εξετάσει πού και πώς αυτή η κυριαρχία διαταράσσεται ή αμφισβητείται.

Η θεωρητική προσέγγιση του τόμου αντανακλά σύγχρονες εξελίξεις στις λογοτεχνικές σπουδές. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η υπέρβαση της παλαιάς διάκρισης μεταξύ «μυθοπλασίας» και «ιστοριογραφίας» που επέτρεψε αφενός την αναβάθμιση της βιογραφίας ως φιλολογικό είδος (σε αντίθεση με την παλαιότερη υποτίμησή της), και αφετέρου την εφαρμογή αφηγηματολογικών εργαλείων που εξετάζουν τόσο το «πώς» όσο και το «τι» της αφήγησης, καθώς και τα πολιτισμικά πλαίσια που τη διαμορφώνουν.

Για όσους ασχολούνται με τις βιβλικές σπουδές ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξής μελέτες: 

Η μελέτη της Helen Bond για το κατά Μάρκον ως μία βιογραφία που ανατρέπει τις πολιτισμικές συμβάσεις/αξίες της εποχής του ("Mark’s Gospel: A Counter Cultural Bios"). Στη συνέχεια, στη μελέτη του Nils Neumann συγκρίνεται ο τρόπος που παρουσιάζεται ο Ιησούς στη συνοπτική παράδοση με τους βίους των κυνικών φιλοσόφων από τον Διογένη Λαέρτιο, εστιάζοντας στα κοινά εκείνα χαρακτηριστικά που συνθέτουν τον «ασεβή» χαρακτήρα αυτών των βιογραφιών ("Überzeugend respektlose Biographien: Jesus in der synoptischen Überlieferung und die Kyniker bei Diogenes Laertios"). Ο Felix John στη μελέτη του, εξετάζει τον τρόπο που περιγράφονται και αξιοποιούνται στην κεντρική αφήγηση των Πράξεων («Biographiewürdig? Nebenfiguren in der Apostelgeschichte»). Τέλος, η Silke Petersen  ανιχνεύει την εξέλιξη της βιογραφίας της Μαρίας, της μητέρας του Ιησού, από τα ευαγγέλια έως τις μεταγενέστερες παραδόσεις ("Vom Wachsen einer Biographie: Maria von Nazareth").

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η μελέτη της Anna Ginestí Rosell με τίτλο «Doch nicht nur Männer? 'Große Frauen' zwischen Herodot und Plutarch», που εξετάζει τις γυναικείες μορφές στην ελληνική ιστοριογραφία και βιογραφία. 

-----------------------------------------------------------

In the De Gruyter Millennium-Studien series, a new edited volume has recently been published that deserves the attention of those interested in biographical narrative in ancient Greco-Roman and early Christian literature:

Anna Ginestí Rosell & Felix John (eds.), Große Männer? Biographisches Erzählen in der griechischen und römischen, der frühjüdischen und der frühchristlichen Literatur (Millennium-Studien 117; Berlin/Boston: De Gruyter, 2026). DOI: 10.1515/9783112212295

The book is freely available in Open Access.

The volume brings together studies by classicists, historians, and biblical scholars, aiming to foster dialogue among the parallel but often isolated discussions of biography in the Greco-Roman, ancient Jewish, and early Christian worlds. As the editors note in their preface, male dominance is a constant feature of ancient biography regardless of literary genre or cultural origin. Consequently, the question mark in the volume's title ("Great Men?") is not accidental: one of its goals is to examine where and how this dominance is disrupted or contested.

The volume's theoretical approach reflects contemporary developments in literary studies. Particularly significant is the transcendence of the old distinction between "fiction" and "historiography," which has enabled both the elevation of biography as a literary genre (in contrast to its earlier devaluation) and the application of narratological tools that examine both the "how" and the "what" of narrative, as well as the cultural frameworks that shape it.

For those engaged in biblical studies, the following contributions are of particular interest:

Helen Bond's study of Mark's Gospel as a biography that subverts the cultural conventions/values of its time ("Mark's Gospel: A Counter Cultural Bios"). Next, Nils Neumann's study compares the way Jesus is presented in the Synoptic tradition with the lives of Cynic philosophers by Diogenes Laertius, focusing on the common characteristics that compose the "irreverent" character of these biographies ("Überzeugend respektlose Biographien: Jesus in der synoptischen Überlieferung und die Kyniker bei Diogenes Laertios"). Felix John's study examines how minor characters are described and utilized in the central narrative of Acts ("Biographiewürdig? Nebenfiguren in der Apostelgeschichte"). Finally, Silke Petersen traces the development of the biography of Mary, the mother of Jesus, from the Gospels to later traditions ("Vom Wachsen einer Biographie: Maria von Nazareth").

Also of particular interest is Anna Ginestí Rosell's study titled "Doch nicht nur Männer? 'Große Frauen' zwischen Herodot und Plutarch," which examines female figures in Greek historiography and biography.


Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Διαβάζοντας τον Κέλσο μέσα από τον Ωριγένη: Πολεμικός λόγος, φιλοσοφική κριτική και απολογητική στρατηγική / Reading Celsus through Origen: polemics, philosophy, and apologetics

 Διαβάστε στη σελίδα Ancient Jew Review το άρθρο της Teresa Morgan για την πρόσληψη του Κέλσου από τον Ωριγένη στο έργο του. Το κείμενο της Morgan αποτελεί μέρος του αφιερώματος στη νέα μετάφραση του έργου του Ωριγένη, Κατὰ Κέλσου

Teresa Morgan, "In Defense of Celsus