Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Το τρέχον τεύχος του RRE / The current issue of RRE

 Religion in the Roman Empire 11:3 (2025)

Activating Rituals (I): Materiality, Performativity, and Communication with the Superhuman

  • Chiara Di Serio - Silvia Fogliazza - Sofia Bianchi Mancini, "Activating Rituals (I) : Materiality, Performativity, and Communication with the Superhuman," 277-290 (OA)
  • Veronika Kolomaznik, "‘Revealing the Phallus’ : The Imagery of Dionysiac Mysteries on the Campana Reliefs," 291-317 (OA)
  • Chiara Di Serio, "Ritual Practices Performed by the Prophetess Manto in the Greco-Roman Sources," 318-342 (OA)
  • Luisa Mollweide, "Materiality and Communication: Rituals on Stage in Roman Comedies," 343-366 (OA)
  • Charlotte Spence, "Communication with the Superhuman through Curse Tablets," 367-385 (OA)
  • Gabriela De Tord Basterra, "Communicating with the Gods: Structures and Order of the Dedications in Local Languages from Italy," 386-403 (OA)

AJR Forum: Μία νέα μετάφραση του έργου του Ωριγένη, Κατά Κέλσου /AJR Forum: A new translation of Origen's Contra Celsum

 Με την αφορμή μίας νέας μετάφρασης του έργου του Ωριγένους, Κατὰ Κέλσου (Robin Darling Young -Joseph Wilson Trigg, The Contra Celsum of Origen:  English Translation and Facing Greek text.  Washington and Cambridge: Harvard University Press/Dumbarton Oaks, 2026) στον ιστότοπο του Ancient Jew Review έχει ανοίξει ένα forum συζήτησης με αξιόλογα άρθρα που φωτίζουν πτυχές της ιστορίας και της πρόσληψης του συγκεκριμένου έργου του Αλεξανδρινού θεολόγου:

Joseph Wilson Trigg, "Origen and the Polis: A New Translation of Contra Celsum"

Robin Darling Young, "Contra Celsum from Caesarea to Constantinople: The Travels of a Byzantine Book"

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Στο τρέχον τεύχος του NRT / In the current issue of NRT

 Nouvelle Revue Théologique 148/1 (2026)

Jean-Noël Aletti, "L’accomplissement des Écritures. Un nécessaire changement de perspective," 3-1

Αφετηρία της μελέτης αποτελεί μια κριτική ανάγνωση του Manuel de théologie d’Israël (Labor et Fides 2025). O συγγραφέας επανεξετάζει τη χριστιανική θεολογική ιδέα της «εκπλήρωσης», η οποία συχνά χαρακτηρίζεται από μία λογική υποκατάστασης του Ιουδαϊσμού (supersessionism). Μέσα από την ανάλυση της βιβλικής τυπολογίας στην Καινή Διαθήκη, υποστηρίζει ότι ο θεμελιώδης της σκοπός δεν είναι η κατάργηση ή η αντικατάσταση των παλαιότερων βιβλικών μορφών, αλλά η ένταξη του Ιησού στη γραμμή της προφητικής παράδοσης του Ισραήλ. Ο Ιησούς, συνεπώς, κατανοείται στο πλαίσιο μίας ερμηνευτικής συνέχειας και όχι ρήξης.Αυτή η μετατόπιση της ερμηνευτικής προοπτικής καθιστά δυνατή μια πληρέστερη θεολογική κατανόηση της διαρκούς εκλογής και παρουσίας του Ισραήλ εντός του σχεδίου της Θείας Οικονομίας. Παράλληλα, η ανανεωμένη αυτή ερμηνευτική προσέγγιση συμβάλλει ουσιαστικά στην ενίσχυση του θεολογικού διαλόγου μεταξύ Ιουδαϊσμού και Χριστιανισμού.


Blandine Lagrut, "Jésus a espéré," 16-30

Το άρθρο διερευνά το θεολογικό ερώτημα εάν και πώς βίωνε ο ίδιος ο Ιησούς την εμπειρία της ελπίδας. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διακονίας του, η ελπίδα του Ιησού εμφανίζεται ως μια δυναμική πραγματικότητα που εξελίσσεται: από τη χαρμόσυνη προσδοκία της εγγύτητας της Βασιλείας του Θεού έως μια ριζική εμπιστοσύνη στον Θεό απέναντι στο ενδεχόμενο του θανάτου. Με αφετηρία καίρια χωρία από το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, η συγγραφέας δείχνει ότι ο Ιησούς, ενώ είναι Υιός του Θεού, βιώνει μια ελπίδα ταυτόχρονα ανθρώπινη και θεία, σφραγισμένη από την πίστη, την εγκατάλειψη και την εσωτερική μεταμόρφωση. Η θεολογική αυτή προσέγγιση καλεί σε επανεξέταση της χριστιανικής ελπίδας όχι ως στατικής βεβαιότητας, αλλά ως δυναμικής πράξης εμπιστοσύνης στον Θεό, ακόμη και εν μέσω αβεβαιότητας.

Το τρέχον τεύχος του JSOT / The current issue of JSOT

 Journal for the Study of the Old Testament 50:2 (2025)

  • T. M. Lemos, "‘We became refuse and rubbish’: Violence, filth, and rehumanization after exile,"111-131 (OA)
  • Jacob Deans, "Amos amongst the nōqdīm: Navigating agrarian class conflict in the book of Amos," 132-148 (OA)
  • Diego Pérez-Gondar, "Messianism and universalism in Psalm 22: An intertextual journey according to Mikhail Bakhtin’s dialogism," 149-168 (abstract)
  • Jordan W. Jones, "Qohelet’s satire of the chores: Ecclesiastes 10.8–11, the Teaching of Khety, and the limits of wisdom," 169-189 (abstract)
  • Qian Qin - Fangming Yan, "The feminine rewriting in Wu Shutian’s translation of Song of Songs," 190-207 (abstract)
  • Hila Dayfani, "The literary profile of the Priestly strand: A new perspective," 208-228 (abstract)  


    


    

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

«Διομήδης χρηστιανός»: μια πρώιμη επιγραφική μαρτυρία χριστιανικής ταυτότητας από τη Μεσσήνη / "Διομήδης χρηστιανός": Early Epigraphic Evidence for Christian Identity from Messene

 Στο πρόσφατο άρθρο του Νίκου Τσιβίκη, “The Earliest χρηστιανοί of Messene and Their Third- and Fourth-century Funerary Monuments,” Tekmeria 19 (2025), δημοσιεύεται και αναλύεται μια σύντομη αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα επιγραφή από την αρχαία Μεσσήνη που ρίχνει φως στον τρόπο που οι αρχαίοι Χριστιανοί αυτοπροσδιορίζονταν. 

Η επιγραφή είναι χαραγμένη σε αρχιτεκτονικό λίθο ρωμαϊκού ταφικού μνημείου  (Μνημείο Μ), το οποίο βρισκόταν extra muros, νότια του σταδίου–γυμνασίου της πόλης, σε περιοχή με μακρά χρήση ως νεκροταφείο. 

Η Επιγραφή του Διομήδη

Το κείμενο είναι εξαιρετικά απλό:

ΔΙΟΜΗ|ΔΗC | ΧΡΗCΤΙΑΝΟC

    Αυτή η λιτότητα της επιγραφής σε συνδυασμό με παλαιογραφικά κριτήρια οδηγεί τον Τ. να την χρονολογήσει στα τ. του 3ου αι. – αρχ. 4ου αι. μ.Χ., δηλαδή στην προκωνσταντίνεια περίοδο.Tο ταφικό μνημείο στο οποίο χαράχτηκε είναι του 1ου-2ου αι. μ.Χ. και ανήκε σε κάποια επιφανή πιθανόν οικογένεια της Μεσσήνης, της οποίας μέλος φαίνεται πως ήταν κι ο νεκρός. Ήταν ένα μικρό ορθογώνιο κτίριο με θέσεις για την τοποθέτηση των νεκρών. Η πρακτική της προσθήκης νέων επιγραφών σε παλαιότερα ταφικά μνημεία είναι καλά τεκμηριωμένη στη Μεσσήνη και αλλού στον ελληνικό χώρο. Το νέο στοιχείο εδώ δεν είναι το ίδιο μνημείο, αλλά ο τρόπος αυτοπροσδιορισμού του νεκρού.

Χρηστιανός vs. Χριστιανός: Μια Κρίσιμη Διαφορά

    Το όνομα «χριστιανός» ως δηλωτικό ενός μέλους της χριστιανικής ταυτότητας είναι ήδη γνωστό από την Καινή Διαθήκη: Πραξ 211:26 και 1Πε 4:16 (σε συνάφεια που παραπέμπει σε διωγμούς και θλίψεις). Κατά το 2ο αι. ο τίτλος χρησιμοποιείται ως προσδιορισμός των μελών της χριστιανικής Εκκλησίας από τις ρωμαϊκές αρχές κι αποκτά σταδιακά θετικό πρόσημο ως αυτοπροσδιορισμός των μελών της εκκλησιαστικής κοινότητας.

    Το πραγματικά συναρπαστικό στην περίπτωση της Μεσσήνης και σε άλλα επιγραφικά μνημεία είναι η ορθογραφία με ήτα (η) αντί για ιώτα (ι): χρη-στιανός αντί χρι-στιανός. Αυτή η παραλλαγή δεν είναι τυχαία ούτε ορθογραφικό σφάλμα, αλλά παραπέμπει σε μία μια βαθύτερη διαδικασία (αυτο)προσδιορισμού θρησκευτικών κι άλλων ομάδων στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

    Πρόσφατη έρευνα του Walter Shandruk σε παπύρους από την Αίγυπτο έχει δείξει ότι οι δύο ορθογραφίες αντιπροσωπεύουν διαφορετικές οπτικές:

  • Χριστός (με ι) = η "εσωτερική" γλώσσα των χριστιανικών κοινοτήτων. Οι χριστιανοί χρησιμοποιούσαν τον προσδιορισμό Χριστός για τον Ιησού, ακολουθώντας τους κανόνες της κοινής ελληνικής.
  • Χρηστιανός (με η) = η "εξωτερική" γλώσσα της ρωμαϊκής διοίκησης. Όταν οι ρωμαϊκές αρχές κατηγοριοποιούσαν τους χριστιανούς, βασίστηκαν στο λατινικό όνομα Chrestus και δημιούργησαν τον όρο chrestiani, από όπου προέκυψε το ελληνικό χρηστιανός.

    Η ορθογραφία με «η» επικρατεί σε παπύρους έως τον 4ο αιώνα,  πριν δηλ. ο χριστιανισμός γίνει επίσημη θρησκεία και τυποποιηθεί η ορολογία. Όπως υποστηρίζει ο Sylvain Destephen: "η μεμονωμένη χρήση του όρου 'χριστιανός', ειδικά όταν υιοθετεί αρχαϊκή ορθογραφία (χρηστιανός αντί χριστιανός), φαίνεται να υποδεικνύει προκωνσταντίνεια χρονολόγηση".

    Το αξιοσημείωτο στην επιγραφή της Μεσσήνης είναι ότι αυτή η «εξωτερική» ονομασία υιοθετείται από τον ίδιο τον πιστό ως αυτοπροσδιορισμός. Πρόκειται για μια πρώιμη φάση κατά την οποία η χριστιανική ταυτότητα δεν έχει ακόμη πλήρως θεσμοποιηθεί, αλλά δηλώνεται με όρους που γίνονται κατανοητοί και από το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον.

Μόνο Τέσσερις Επιγραφές σε όλη την Ελλάδα

    Η σπανιότητα των επιγραφών με τον προσδιορισμό «χρηστιανός» (δηλ. με «η») υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα του ευρήματος. Μόνο τέσσερις επιγραφές στον ελλαδικό χώρο μαρτυρούν αυτήν την γραφή του ονόματος,

  • 2 από τη Θεσσαλονίκη:
    • ICG 3659: Ταφική επιγραφή
    • ICG 3141: Το επιτάφιο του Ευτυχίου με διπλή ορθογραφία: "χρηστιανοῦ χρηστειανοῦ" - πιθανώς διδάσκαλος και νεοβαπτισμένος ταυτόχρονα
  • Από τη Μεσσήνη:
    • Η νέα επιγραφή του Διομήδη (3ος αι.)
    • ICG 3432: Το επιτάφιο του Γλυκά (4ος-5ος αι.) με την πιο επεξεργασμένη φόρμουλα "χρηστιανέ, φιλοπάτωρ, φιλάδελφε, φιλόφιλε"

    Αντίθετα, στη Φρυγία αυτός ο τύπος ήταν εξαιρετικά διαδεδομένος. Έχουν έως τώρα εντοπισθεί 33 επιγραφές με τον προσδιορισμό «χρηστιανός», οι γνωστές επιγραφές με τη διατύπωσ "Χριστιανοί υπέρ Χριστιανῶν" του 3ου και του4ου αιώνα. Η σπανιότητα στην Ελλάδα ίσως υποδηλώνει διαφορετικές τοπικές παραδόσεις ή όψιμη ανάπτυξη των ελληνικών χριστιανικών κοινοτήτων (κυρίως από τον ύστερο 4ο αι. κι εξής).

Ποιος ήταν ο Διομήδης;

    Ο Διομήδης είναι το τρίτο γνωστό μέλος της προκωνσταντίνειας χριστιανικής κοινότητας της Μεσσήνης, μετά τον αναγνώστη Παράμονο και τον επίσκοπο Θεόδουλο. Αλλά αντίθετα με εκείνους τους κληρικούς, φαίνεται πως ήταν λαϊκός.

Η ανώτερη κοινωνική του θέση συνεπάγεται από:

  • Το μυθολογικό όνομα (ο ομηρικός ήρωας Διομήδης)
  • Την ταφή σε επιβλητικό οικογενειακό μνημείο (1ος-2ος αι. μ.Χ.)
  • Την επιλογή δημόσιας δήλωσης πίστης

    Αυτό το τελευταίο είναι κρίσιμο. Στην εποχή πριν ο χριστιανισμός αναγνωρισθεί επίσημα από το ρωμαϊκό κράτος, ο Διομήδης επέλεξε να δηλώσει την ταυτότητά του σε ένα μνημείο στο δημόσιο χώρο. Αυτή η πράξη αντικατοπτρίζει την πρακτική των μαρτύρων: όταν ο Κάρπος της Περγάμου (2ος αι.) ανακρινόταν για το όνομά του, απάντησε: "Τὸ πρῶτον καὶ ἐξαίρετον ὄνομα Χριστιανός" - "Το πρώτο και εξαίρετο όνομά μου είναι Χριστιανός". Η επιλογή του να δηλώσει στην ταφική του επιγραφή μόνο το όνομα και την ιδιότητα χρηστιανός κι όχι με την καταγωγή ή την οικογένειά του υποδηλώνει ότι, ήδη πριν από την Κωνσταντίνεια στροφή, η χριστιανική πίστη μπορούσε να λειτουργήσει ως πρωτεύων δείκτης ταυτότητας. Με αυτή την έννοια, η επιγραφή αποτελεί μικρό αλλά εξαιρετικά πυκνό τεκμήριο της διαδικασίας με την οποία ο Χριστιανισμός μετατρέπεται από περιθωριακή ομάδα σε σαφώς ορατή κοινότητα μέσα στον κοινωνικό ιστό της αρχαίας πόλης.

Η σπουδαιότητα του επιγραφικού ευρήματος

Η επιγραφή είναι σημαντική για την ιστορία του αρχαίου χριστιανισμού γιατί:

  • Προσφέρει σπάνια μαρτυρία για τον χριστιανισμό του 3ου αιώνα στην Πελοπόννησο, πριν ο χριστιανισμός γίνει επίσημη θρησκεία
  • Αποκαλύπτει τη διαδικασία κατασκευής ταυτότητας - πώς δημιουργούνταν οι θρησκευτικές ταυτότητες και πώς διέφεραν η "εσωτερική" και "εξωτερική" γλώσσα
  • Δείχνει την κοινωνική σύνθεση - ελίτ λαϊκοί χριστιανοί που διατηρούσαν παραδοσιακές ταφικές πρακτικές, ενώ δήλωναν δημόσια τη νέα τους πίστη
  • Επιτρέπει συγκρίσεις ανάλογων φαινομένων σε διαφορετικούς τόπους της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (Ελλάδα vs Φρυγία, Μεσσήνη vs Θεσσαλονίκη) και διερευνά τους τρόπους έκφρασης της χριστιανικής ταυτότητας σε αυτές τις τοπικές κοινότητες.
  • Παρακολουθεί τη διαχρονική εξέλιξη της δήλωσης της χριστιανικής ταυτότητας μέσα σε μία συγκεκριμένη κοινότητα, αυτήν της Μεσσήνης - από την αυστηρή "Διομήδης χρηστιανός" στην πιο επεξεργασμένη φόρμουλα του Γλυκά.
[Σημ. Για τη βάση των ελληνικών χριστιανικών επιγραφών βλ. https://icg.uni-kiel.de/]

----------------------------------------------------


In Nikos Tsivikis's recent article, "The Earliest χρηστιανοί of Messene and Their Third- and Fourth-century Funerary Monuments," Tekmeria 19 (2025), a brief but particularly intriguing inscription from ancient Messene is published and analyzed, shedding light on how early Christians self-identified.

The inscription is carved on an architectural block from a Roman funerary monument (Monument M), located extra muros, south of the city's stadium-gymnasium, in an area with a long history of cemetery use.

The Inscription of Diomedes
The text is remarkably simple:

ΔΙΟΜΗ|ΔΗC | ΧΡΗCΤΙΑΝΟC
"Diomedes Christian"

This stark simplicity, combined with paleographic criteria, leads Tsivikis to date it to the late 3rd–early 4th century CE, i.e., the pre-Constantinian period. The monument itself dates to the 1st-2nd century CE and likely belonged to a prominent Messenian family, of which the deceased appears to have been a member. The practice of adding new inscriptions to older funerary monuments is well-documented in Messene and elsewhere in Greece. What is novel here is not the monument itself, but the mode of self-identification of the deceased.

Chrestianos vs. Christianos: A Critical Difference
The name "Christian" as a designation for a member of the Christian community is already known from the New Testament: Acts 11:26 and 1 Pet 4:16 (in contexts referring to persecutions and tribulations). By the 2nd century, the title was used by Roman authorities to designate members of the Christian Church and gradually acquired a positive connotation as self-identification by members of the ecclesial community.

What is truly fascinating in the case of Messene and other epigraphic monuments is the spelling with eta (η) instead of iota (ι): chre-stianos instead of chri-stianos. This variation is neither accidental nor an orthographic error, but points to a deeper process of (self-)identification of religious and other groups in the Roman Empire.

Recent research by Walter Shandruk on papyri from Egypt has shown that the two spellings represent different perspectives:
  • Χριστός (with ι) = the "in-group" language of Christian communities. Christians used the designation Christos for Jesus, following the rules of common Greek.
  • Χρηστιανός (with η) = the "out-group" language of Roman administration. When Roman authorities categorized Christians, they based it on the Latin name Chrestus and created the term chrestiani, from which the Greek chrestianos derived.
The spelling with eta prevails in papyri up to the 4th century, before Christianity became the official religion and terminology was standardized. As Sylvain Destephen argues: "the isolated use of the term 'Christian,' especially when it adopts an archaic spelling (chrestianos instead of christianos), seems to indicate a pre-Constantinian date."

What is remarkable in the Messene inscription is that this "external" designation is adopted by the believer himself as self-identification. This represents an early phase during which Christian identity has not yet been fully institutionalized, but is declared in terms understood by the broader social environment.

Only Four Inscriptions in All of Greece
The scarcity of inscriptions with the designation "chrestianos" (i.e., with eta) underscores the importance of this find. Only four inscriptions in mainland Greece attest to this spelling:
  • From Thessaloniki:
    • ICG 3659: Funerary inscription
    • ICG 3141: The epitaph of Eutychios with double spelling: "χρηστιανοῦ χρηστειανοῦ" - possibly both teacher and neophyte
  • From Messene:
    • The new inscription of Diomedes (3rd cent.)
    • ICG 3432: The epitaph of Glykas (4th-5th cent.) with the more elaborate formula "chrestiane, philopator, philadelphe, philophile"
By contrast, in Phrygia this designation was extremely widespread. Thirty-three inscriptions with "chrestianos" have been identified so far, the famous "Christians for Christians" inscriptions of the 3rd-4th centuries. The scarcity in Greece may indicate different local traditions or late development of Greek Christian communities (mainly from the late 4th century onward).

Who Was Diomedes?
Diomedes is the third known member of Messene's pre-Constantinian Christian community, after the lector Paramonos and bishop Theodoulos. But unlike those clerics, he appears to have been a layperson.
His elite social status is suggested by:
  • His mythological name (the Homeric hero Diomedes)
  • Burial in an impressive family monument (1st-2nd cent. CE)
  • The choice to publicly declare his faith
This last point is crucial. In the period before Christianity was officially recognized by the Roman state, Diomedes chose to declare his identity on a monument in public space. This act mirrors the practice of martyrs: when Carpus of Pergamum (2nd cent.) was interrogated about his name, he answered: "My first and most distinctive name is Christian." His choice to declare on his funerary inscription only his name and the designation chrestianos suggests that, even before the Constantinian turn, Christian faith could function as a primary identity marker. In this sense, the inscription constitutes a small but extremely dense testament to the process by which Christianity transforms from a marginal group into a clearly visible community within the social fabric of the ancient city.

The Significance of This Epigraphic Find
The inscription is important for the history of early Christianity because it:
  • Offers rare evidence for 3rd-century Christianity in the Peloponnese, before Christianity became the official religion
  • Reveals the process of identity construction - how religious identities were formed and how "in-group" and "out-group" language differed
  • Shows social composition - elite lay Christians who maintained traditional burial practices while publicly declaring their new faith
  • Enables comparisons of analogous phenomena in different regions of the Roman Empire (Greece vs. Phrygia, Messene vs. Thessaloniki) and explores modes of expressing Christian identity in these local communities
  • Tracks diachronic evolution of Christian identity declaration within one specific community, Messene - from the austere "Diomedes chrestianos" to the more elaborate formula of Glykas
[For the ICG see https://icg.uni-kiel.de/] 

Το τρέχον τεύχος του JOCABS / The current issue of JOCABS

 Journal of the Orthodox Center for the Advancement of Biblical Studies  14/1 (2025)

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Το τρέχον τεύχος του Biblical Theology Bulleting / The current issue of Biblical Theology Bulletin

 Biblical Theology Bulletin 55:4 (2025)

Το τρέχον τεύχος του περιοδικού έχει ως θέμα τη θέση και τη σημασία της βιβλικής θεολογίας μέσα στο κοσμικό κράτος. 

  • Teresa J. Hornsby, "Building Intersectional Coalitions with Jesus and the WNBA: A Response to Judith Butler’s Who’s Afraid of Gender?" 232-239 (abstract)
  • Erik J. Wielenberg, "Jesus’s Ethics of Wealth: Where Your Treasure Is, There Your Heart Will Be Also," 240-251 (abstract)
  • Mark W. Hamilton, "Metaphors of Renewal and Return in the Hebrew Bible and Today," 252-262 (abstract)
  • Drew J. Strait, "Resisting Trump’s Fascist Politics of Human Animalization: The Canaanite Woman, Jesus, and Gentile “Dogs” as a Paradigm," 263-276 (abstract)
  • David J. Zucker, "Tamar, Abigail, Esther: A Thrice Told Tale," 277-287 (abstract)

Το τρέχον τεύχος του JAJ / The current issue of JAJ

 Journal of Ancient Judaism 16:3 (2025)

  • Josef Forsling, "The Bitter Effect of the Water in the Law of Jealousy (Num 5:11–31): Holiness and Impurity in Conflict," 301–323 (abstract)
  • Jodi Magness, "When Was the First Samaritan Temple on Mount Gerizim Built?" 340–349 (abstract)
  • Jonathan Reichel, "Moses as a Tyrant? Moses’s Anti-tyrannical Reaction to Zambrias’s Accusation (Ant. 4.145–149)," 350-370 (abstract)
  • Jozef Tiňo - Marcela Andoková, "Ezekiel’s Exagoge: Jewish Pro-Ptolemaic Propaganda?" 371–401 (abstract)
  • Daniel Charles Smith, "A Palm Grove in Smyrna and the Negotiation of Judean Difference," 402–420 (abstract)
  • Chance E. Bonar, "Jewish Interconnectivity and Diasporic Unrest under Trajan: Stereotypes and Uneasy Histories," 421–444 (abstract)

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

ΟΑ: Κλέβοντας από τους θεούς: η ιεροσυλία στο ρωμαϊκό αυτοκρατορικό αφήγημα / ΟΑ: Stealing from the Gods: Temple Robbery in the Roman Imperial Narrative

Το open access βιβλίο της Isabel K. Köster, Stealing from the Gods: Temple Robbery in the Roman Imagination (University of Michigan Press, 2026), προσεγγίζει την ἱεροσυλία όχι απλώς ως ποινικό αδίκημα, αλλά ως λόγια και πολιτισμική κατηγορία με καθοριστική λειτουργία στο ρωμαϊκό αυτοκρατορικό αφήγημα.

Η συγγραφέας δείχνει ότι η ἱεροσυλία (sacrilegium, με τη βασική σημασία της αφαίρεσης ιερού πράγματος) λειτουργεί στη ρωμαϊκή γραμματεία ως ισχυρός μηχανισμός ηθικής κατηγοριοποίησης. Ο ιερόσυλος περιγράφεται ως μορφή ακραίας ηθικής απόκλισης: άπληστος, χωρίς μέτρο και αποκομμένος από τις αξίες της pietas. Μέσω αυτής της κατασκευής, η ευθύνη για την προσβολή του ιερού μετατοπίζεται από συλλογικές πρακτικές—όπως η αρπαγή ιερών αντικειμένων στο πλαίσιο της πολεμικής επέκτασης—σε μεμονωμένα πρόσωπα, επιτρέποντας στη Ρώμη να διατηρεί την αυτοεικόνα της ως κατ' εξοχήν ευσεβούς αυτοκρατορίας και εξουσίας.

Κεντρική θέση στο επιχείρημα του βιβλίου κατέχει η κατανόηση της ιερότητας όχι ως σταθερής ιδιότητας, αλλά ως έννοιας διαρκώς υπό διαπραγμάτευση, της οποίας το περιεχόμενο καθορίζεται από το εκάστοτε αφηγηματικό και ιδεολογικό πλαίσιο. Τα ίδια αντικείμενα μπορούν, ανάλογα με τα συμφραζόμενα, να παρουσιαστούν είτε ως απαραβίαστα αφιερώματα είτε ως θεμιτή λεία, αποκαλύπτοντας τη στενή διαπλοκή θρησκείας, ιδιοκτησίας και αυτοκρατορικής ισχύος στον ρωμαϊκό κόσμο.

Το βιβλίο προσφέρει μια ιδιαίτερα γόνιμη συμβολή στη μελέτη της αρχαίας θρησκείας και της πολιτικής του ιερού, δείχνοντας πώς αφηγήσεις περί ἱεροσυλίας λειτουργούν ως εργαλεία οριοθέτησης της ηθικής τάξης και νομιμοποίησης της αυτοκρατορικής εξουσίας.

Κρίσιμο στοιχείο της μελέτης είναι ότι η ἱεροσυλία δεν αντιμετωπίζεται ως αυτονόητη ή αντικειμενικά οριζόμενη πράξη, αλλά ως ρητορική κατασκευή, η οποία αποκτά νόημα μέσα σε συγκεκριμένα αφηγηματικά και ιδεολογικά πλαίσια. Οι ρωμαϊκές πηγές δεν περιγράφουν μόνο την προσβολή του ιερού· την παράγουν νοηματικά, ορίζοντας ποιος μπορεί να χαρακτηριστεί ἱερόσυλος, υπό ποιες συνθήκες και με ποιες ηθικές συνέπειες.

Με τον τρόπο αυτό, ο λόγος περί ἱεροσυλίας λειτουργεί κανονιστικά: συγκροτεί πρότυπα ορθής θρησκευτικής συμπεριφοράς, αποκλείει αποκλίνουσες πρακτικές και συμβάλλει στη νομιμοποίηση της αυτοκρατορικής εξουσίας ως προστάτιδας του ιερού.

Η θεματική αυτή ανοίγει και ένα γόνιμο συγκριτικό πεδίο με βιβλικά, αρχαία ιουδαϊκά και πρώιμα χριστιανικά κείμενα, όπου η γλώσσα της ἱεροσυλίας εμφανίζεται άλλοτε ως κατηγορία εναντίον «άλλων» και άλλοτε ως κριτική της ίδιας της εξουσίας. Ενδεικτικά, ο Παύλος χρησιμοποιεί ρητά το ρήμα «ἱερὰ συλᾶν» ως ηθική αιχμή (Ρωμ 2:22), ενώ στις Πράξεις ο όχλος της Εφέσου διαβεβαιώνει ότι οι σύντροφοι του Παύλου «οὔτε ἱερόσυλοι εἰσίν» (Πρξ 19:37), δείχνοντας πόσο φορτισμένη ήταν η κατηγορία στον δημόσιο λόγο. Παράλληλα, η εβραϊκή ιστοριογραφία προσφέρει κλασικές αφηγήσεις «αρπαγής του ιερού» από φορείς εξουσίας: η απόπειρα του Ἡλιοδώρου να αφαιρέσει χρήματα από τον ναό (2 Μακκ 3) λειτουργεί ως υπόδειγμα της βίας της κοσμικής ισχύος απέναντι στο ιερό, ενώ στον Ιώσηπο απαντούν επεισόδια όπου ρωμαϊκοί διοικητές κατηγορούνται ότι πήραν χρήματα από το ἱερόν. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: Πόντιος Πιλάτος (Αρχαιολ. 18.55–62) και Γέσσιος Φλώρος (Ιουδ. Πόλ. 2.293–296). Έτσι, σε αυτά τα σώματα κειμένων η «ἱεροσυλία» δεν είναι μόνο ατομικό έγκλημα· μπορεί να λειτουργεί και ως ερμηνευτική κατηγορία πολιτικής κριτικής.

[Το βιβλίο διατίθεται ελεύθερα (open access) με άδεια CC BY-NC 4.0.]

-------------------------------------------------------

[ENGLISH TRANSLATION] 

Isabel K. Köster's open access book, Stealing from the Gods: Temple Robbery in the Roman Imagination (University of Michigan Press, 2026), approaches temple robbery not simply as a criminal offense, but as a discursive and cultural category with a defining function in the Roman imperial narrative.

The author demonstrates that, in Roman literature, temple robbery (sacrilegium, meaning the removal of sacred property) functions as a powerful mechanism of moral categorisation. The temple robber is depicted as an extremely deviant figure: greedy, immoderate and disconnected from the values of pietas. Through this construction, responsibility for the violation of the sacred is shifted from collective practices, such as the seizure of sacred objects in the context of military expansion, to isolated individuals. This allows Rome to maintain its self-image as a supremely pious empire and power.

Central to the book's argument is the idea that sacredness is not a fixed property, but a constantly negotiated concept whose meaning is determined by the prevailing narrative and ideological framework. Depending on the context, the same objects can be presented either as sacred dedications or as legitimate spoils, revealing the close entanglement of religion, property and imperial power in the Roman world.

This work makes a significant contribution to the study of ancient religion and the politics of the sacred by showing how narratives about temple robbery function as tools for establishing moral order and legitimising imperial power.

A critical element of the study is that temple robbery is not treated as an inherently evil act, but as a rhetorical construction that acquires meaning within specific narrative and ideological frameworks. Roman sources do not merely describe the violation of the sacred; they semantically produce it, defining who can be characterised as a temple robber, under what conditions, and with what moral consequences.

In this way, discourse about temple robbery functions normatively: it establishes standards of proper religious behaviour, excludes deviant practices, and contributes to the legitimisation of imperial power as protector of the sacred.

This theme also opens up fertile ground for comparison with biblical, Jewish and early Christian contexts, in which the language of temple robbery is sometimes used to accuse 'others' and sometimes to critique power itself. For example, Paul explicitly uses the verb 'ἱερὰ συλᾶν' (to rob temples) as a moral weapon (Rom. 2:22), while in Acts, the crowd in Ephesus asserts that Paul's companions 'are not temple robbers' (Acts 19:37), demonstrating the gravity of this accusation in public discourse. Similarly, Jewish historiography provides classic examples of the 'seizure of the sacred' by those in power. Heliodorus' attempt to steal money from the Temple in 2 Maccabees 3 is a prime example of the violence of secular power against the sacred. Conversely, Josephus recounts instances in which Roman governors are accused of stealing from the Temple. Characteristic examples include: Pontius Pilate (Ant. 18.55–62) and Gessius Florus (B.J. 2.293–296). Thus, in these bodies of texts, 'temple robbery' is not only an individual crime, but can also function as an interpretive category of political critique.

Το τρέχον τεύχος του HeBAI / The current issue of HeBAI

Hebrew Bible and Ancient Israel 14/4 (2025)

Does Wisdom Have a Sense of Humour? Exploring Humour in Proverbs, Job, Ecclesiastes, and Cognate Literatures

  • Alexander T. Kirk, Katherine E. Southwood, "Does Wisdom Have a Sense of Humour? Exploring Humour in Proverbs, Job, Ecclesiastes, and Cognate Literatures,"  423-442 (abstract)
  • Melissa A. Jackson, "What Could be Funny about Job?" 443-465 (abstract)
  • Stuart Weeks, "Wisdom, Qohelet, and the Art of Snark," 466-482 (abstract)
  • Joanna G. Kline, "The Wisdom of Beasts: Humour and Animal Imagery in Proverbs 30," 483-508 (abstract)
  • Maya Volodarski-Richter, "Humour, Irony, and Related Phenomena in Proverbs," 509-536 (abstract)
  • Nikolaos Lazaridis, "Humour in Ancient Egyptian Instructions," 537-563 (abstract)
  • Takayoshi M. Oshima, "'Goatcha': A New Interpretation of the Ancient Sumerian Fable of The She- Goat and the Lion," 564-579 (abstract)