Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Πρώιμος Χριστιανισμός και αρχαίος Ιουδαϊσμός: οι δρόμοι που δεν χώρισαν εύκολα / Early Christianity and Ancient Judaism: The Paths That Didn’t Easily Part

Μία από τις πιο ζωηρές συζητήσεις στην καινοδιαθηκική έρευνα τις τελευταίες δεκαετίες αφορά το λεγόμενο «χωρισμό των δρόμων» Ιουδαϊσμού και Χριστιανισμού (parting of the ways). Το μοντέλο που πρότεινε ο James Dunn το 1991 — ότι οι δύο κοινότητες αρχικά ήταν «αδελφές» που προέρχονται από την ίδια ρίζα, τον Ισραήλ του 1ου αιώνα μ.Χ., αλλά ακολούθησαν αργότερα διακριτές πορείες — έγινε αποδεκτό ως ένα χρηστικό εργαλείο μελέτης, ιδίως στην αγγλόφωνη έρευνα. Με τα χρόνια, ωστόσο, η κριτική που ασκείται στο μοντέλο αυτό αυξάνεται. Η Judith Lieu, ο Tobias Nicklas και άλλοι καινοδιαθηκολόγοι έχουν επισημάνει ότι το δίπολο που προϋποθέτει αυτό το μοντέλο (Χριστιανισμός - Ιουδαϊσμός) αφήνει έξω την πολυμορφία, τις συναντήσεις και τις συγκρούσεις που καταγράφουν τα κείμενα. Επομένως, η επιλογή μίας συγκεκριμένης «στιγμής χωρισμού» είναι τουλάχιστον προβληματική.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της γόνιμης κριτικής θα πρέπει να διαβαστεί και άρθρο του Markus Tiwald, καθηγητή Καινής Διαθήκης στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα The Bible and Interpretation του Πανεπιστημίου της Αριζόνας. Το κείμενο, που αποτελεί εισαγωγή στο νέο του βιβλίο (Early Judaism and the Beginnings of Christianity: Common Roots and the Parting of the Ways, Kohlhammer, 2026 — διαθέσιμο σε open access), διατυπώνει με τρόπο συστηματικό και τεκμηριωμένο μία θέση που αρχίζει να κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος στην έρευνα: ότι, δηλαδή, αυτό που αποκαλούμε «πρώιμος/αρχέγονος Χριστιανισμός» δεν ήταν αρχικά παρά ένα ακόμη θρησκευτικό κίνημα μέσα στην σύνθετη ιστορική πραγματικότητα του Ιουδαϊσμού της εποχής του Δεύτερου Ναού.


Η θέση του Tiwald
Ο Tiwald εκκινεί από τρεις παρατηρήσεις που τυγχάνουν πλέον ευρείας αποδοχής στην έρευνα. Πρώτον, η λεγόμενη «Σύνοδος της Ιάμνειας» δεν είναι ιστορικό γεγονός, και η birkat ha-minim (η προσευχή κατά των minim, των «αιρετικών»/«αποστατών») δεν τεκμηριώνεται με βεβαιότητα ως μηχανισμός αποκλεισμού των Χριστιανών από τη συναγωγή, όπως νομίζαμε. Δεύτερον, οι μεσσιανικές προσδοκίες και διεκδικήσεις ήταν πολύ πιο διαδεδομένες στον αρχαίο Ιουδαϊσμό απ’ ό,τι συχνά υποτίθεται—από τον Bar Kokhba και την αναγνώρισή του ως Μεσσία από τον ραββίνο Akiva, έως τους διάφορους προφήτες και χαρισματικούς επικεφαλής αποκαλυπτικών κινημάτων που αναφέρει ο Ιώσηπος. Τρίτον, η θεότητα του Ιησού δεν διατυπώθηκε ως δεσμευτικό δογματικό σχήμα παρά τον 4ο αιώνα, σε οικουμενικές συνόδους. Πριν από αυτές, οι τίτλοι «Υιός του Θεού» και «Μεσσίας» (οι οποίες για τους χριστιανούς δήλωναν τη θεότητα του Ιησού) ήταν ανοιχτές έννοιες που μπορούσαν να κατανοηθούν ποικιλοτρόπως, με μεταφορική ή κυριολεκτική σημασία, κι επομένως, δεν έθεταν αυτομάτως όσους τις χρησιμοποιούσαν για τον Ιησού εκτός του Ιουδαϊσμού.
Στη συνέχεια, ο Tiwald διατρέχει τις πηγές, αρχίζοντας από τον ιστορικό Ιησού και φτάνοντας στους Πατέρες του 5ου αιώνα. Κάθε σταθμός επαληθεύει την ίδια θέση: ο χωρισμός ήταν μία μακροχρόνια διαδικασία, έλαβε διάφορες μορφές, και συνήθως συνίστατο σε μία σειρά μικρότερων χωρισμών, διαφορετικών στη μορφή, στην ταχύτητα και την ένταση κατά τόπους.  Οι «ιουδαΐζοντες» χριστιανοί που αναφέρονται στα κείμενα δεν εξέλειπαν πλήρως ακόμη και τον 5ο αιώνα — απαντούν στο έργο του Ωριγένη, του Κυρίλλου Αλεξανδρείας, του Ιωάννη Χρυσοστόμου και του Ιερώνυμου. Όλοι τους αντιμετωπίζουν ως μία πραγματικότητα κι όχι ως μία θεωρητική απειλή. 
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο άρθρο του Tiwald παρουσιάζει η συζήτηση του Παύλου και του κύκλου του Στεφάνου.  Ο Tiwald επισημαίνει την αξιοποίηση του Ναού και της λατρείας του ως μεταφορικές εικόνες για τη χριστιανική εκκλησία και τη λατρεία της (η θεώρηση, για παράδειγμα, της εκκλησίας ως «ναού» ή η αντικατάσταση των θυσιών με τα «έργα αίνου»). Υποστηρίζει ότι δεν ήταν χριστιανική καινοτομία, αλλά μία τάση που παρατηρείται ήδη στην κοινότητα του Κουμράν και στον Φίλωνα. Ομοίως, η αποχή από τις διατάξεις περιτομής και καθαρότητας δεν ήταν αποκλειστικά θέση του Παύλου·  ήδη ακραίοι αλληγοριστές στους οποίους ασκεί κριτική ο Φίλων ή οι συντάκτες της Επιστολής Αριστέα συνιστούν μάρτυρες τέτοιων τάσεων στο εσωτερικό του Ιουδαϊσμού. 

Η περίπτωση της Αντιόχειας επί Ορόντου: ένα case study
Το άρθρο του Tiwald παρέχει ένα γενικό θεωρητικό πλαίσιο, πολύ σημαντικό για την κατανόηση των σχέσεων Χριστιανισμού-Ιουδαϊσμού στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Θα ήταν χρήσιμο, ωστόσο, να δοκιμαστεί αυτό το μοντέλο σε συγκεκριμένα γεωγραφικά και πολιτιστικά οριζόμενα παραδείγματα. Μία τέτοια ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι η Αντιόχεια επί Ορόντου. Δεν είναι μάλιστα τυχαίο ότι συχνά παρουσιάζεται ως το κατεξοχήν παράδειγμα του χωρισμού από εκείνους που ενστερνίζονται τη θεωρία του χωρισμού των δύο δρόμων.  Η πόλη αποτελούσε τόπο συνάντησης και συμβίωσης μίας ιουδαϊκής κοινότητας — με ισοπολιτεία που διατηρήθηκε ακόμη και μετά την καταστροφή του Ναού — και μίας ανερχόμενης χριστιανικής κοινότητας ποικίλης προέλευσης: Ιουδαιοχριστιανοί της Παλαιστίνης, Σύριοι πρώην εθνικοί, Ιουδαίοι της Διασποράς που έγιναν χριστιανοί, πρώην εθνικοί από Κύπρο και Κυρήνη.
Αν διαβάσουμε τα κείμενα που συνδέονται με την Αντιόχεια ακολουθώντας τη μεθοδολογική πρόταση του Tiwald, προκύπτουν ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Στις Πραξ 15, οι οδηγίες που δίνονται στους εξ εθνών χριστιανούς της Αντιόχειας ομοιάζουν στις αντίστοιχες συζητήσεις περί kashrut και τους κανόνες για τους gerim — εκείνους τους μη Ισραηλίτες, δηλαδή, που προσκολλήθηκαν στον Ισραήλ κατά την είσοδό του στη Γη της Επαγγελίας. Είναι δύσκολο να μιλήσουμε για «χωρισμό», όταν οι οδηγίες που δίνονται στην κοινότητα είναι οι ίδιες με εκείνες της ιουδαϊκής παράδοσης για τους ξένους που εισέρχονται στον Ισραήλ. 
Το περιστατικό που περιγράφει ο Παύλος στο Γαλ. 2 — η ένταση μεταξύ Παύλου και Πέτρου στην Αντιόχεια — είναι ακόμη πιο αποκαλυπτικό. Η έμφαση εδώ δεν είναι στη διάσταση μεταξύ Ιουδαίων και χριστιανών αλλά στο ερώτημα στο εσωτερικό της χριστιανικής κοινότητας: ποιες ιουδαϊκές πρακτικές θα πρέπει να αποτελούν κοινό στοιχείο της χριστιανικής ταυτότητας. Ο τρόπος που ο Παύλος χρησιμοποιεί τους όρους «Ἰουδαϊσμός» και «ἰουδαΐζειν» δε δηλώνει ένα απόλυτο ταυτοτικό μέγεθος αλλά μάλλον μία σειρά πρακτικών που συμμορφώνονται με τις ιουδαϊκές παραδόσεις και μπορούν να έχουν διαβαθμίσεις. Αυτή η κατανόηση ταιριάζει απόλυτα στο πλαίσιο που θέτει ο Tiwald κι ιδιαίτερα στην παρατήρηση ότι τα έργα νόμου στα οποία αναφέρεται ο Παύλος αφορούν κυρίως τις διατάξεις του τελετουργικού και της καθαρότητας. 

Πέρα από τον Tiwald: οι πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες
Η τοπική διάσταση της μελέτης των σχέσεων Ιουδαίων και Χριστιανών αναδεικνύει επίσης και μία σειρά άλλων μη θεολογικών παραγόντων στους οποίους δεν αναφέρεται ιδιαίτερα ο Tiwald στο άρθρο του. Είναι, δηλαδή, πιθανόν, ο χωρισμός των δρόμων να επηρεάζεται ή να επισπεύδεται από την περιρρέουσα  πολιτική κατάσταση ή τις κατά τόπους πολιτισμικές ιδιαιτερότητες (στην περίπτωση της Αντιόχειας, για παράδειγμα, το περιστατικό με τον Ιουδαίο "εξωμότη" Αντίοχο ή το αντι-ιουδαϊκό κλίμα στην πόλη). Ο συνυπολογισμός και των πολιτικών/πολιτισμικών παραγόντων καθιστά σαφές ότι ο χωρισμός δεν ήταν αποκλειστικά θεολογική απόφαση αλλά και σχέση πολιτικής ισορροπίας και κοινωνικής επιβίωσης.
Κατ' ανάλογο τρόπο, η αναφορά του Ιγνάτιου Αντιοχείας στον «Χριστιανισμό» ως αυτόνομο μέγεθος χρήζει μίας περισσότερο σύνθετης ανάγνωσης από αυτή που συνήθως γίνεται. Αν και η γλώσσα του παραπέμπει σε σαφή διάκριση Ιουδαϊσμού-Χριστιανισμού, οι εικόνες που χρησιμοποιεί — θυσία, θυσιαστήριο, η σχέση ΠΔ-ευαγγελίου ως χριστολογική συνέχεια, όχι ρήξη — δείχνουν ότι η αναφορά του Ιγνάτιου δεν θα πρέπει να κατανοηθεί μέσα από το δίπολο εμείς - οι άλλοι, αλλά έχει ένα πιο σύνθετο περιεχόμενο. 

Συμπερασματικά
Το άρθρο του Tiwald και φυσικά και το νέο του βιβλίο αποτελούν αξιόλογες συμβολές στη συζήτηση για το "χωρισμό των δρόμων", ιδιαίτερα στο γερμανόφωνο χώρο, όπου αυτό το μοντέλο δεν είναι ακόμη απόλυτα αποδεκτό. Η αφήγηση αυτού του χωρισμού, όπως προτάθηκε από τον Dunn κι άλλους, συνέβαλε αναμφίβολα στην εδραίωση ενός νέου παραδείγματος και στην απομάκρυνση από το παλαιότερο μοντέλο της "θεολογίας της αντικατάστασης". Ωστόσο, αυτό που πρέπει να είναι πάντα σαφές είναι ότι αυτή η διαδικασία δεν ήταν τόσο μονοσήμαντη όσο συχνά παρουσιάζεται. Το άρθρο του Tiwald σωστά επισημαίνει ότι δεν υπάρχει μία απόλυτη ιστορική στιγμή κατά την οποία έλαβε χώρα οριστικά και αμετάκλητα αυτός ο χωρισμός. Επιπλέον, είναι πλέον σημαντικό να αναρωτηθούμε ποιοι δείκτες διαφοροποίησης (κοινή τράπεζα/καθαρότητα/περιτομή/εορτές/Γραφή/θεσμοί/ρητορικός λόγος) οδήγησαν στη διαφοροποίηση και πώς αυτό επιτεύχθηκε κατά τόπους. Η μελέτη των πηγών καταδεικνύει ότι αυτή η διαδικασία δεν ήταν τόσο καθαρή παντού: μια κοινότητα μπορεί να διαφοροποιείται θεσμικά, αλλά να μοιράζεται πρακτικές· ή να οξύνει τη ρητορική της ενώ στην πράξη συνεχίζει να ζει σε «γκρίζες ζώνες» συνύπαρξης. Η ρητορική μπορεί να είναι στρατηγική—και ακριβώς γι’ αυτό είναι ιστορικό τεκμήριο, αλλά όχι “φωτογραφία” της καθημερινότητας.

Ενδεικτική βιβλιογραφία
  • Becker, Adam H. and Reed, Annette Yoshiko, επιμ. The Ways That Never Parted: Jews and Christians in Late Antiquity and the Early Middle Ages. Tübingen: Mohr Siebeck, 2003.
  • Boyarin, Daniel. Border Lines: The Partition of Judaeo-Christianity. Philadelphia: University of Pennsylvania Press, 2004.
  • Dunn, James D. G. The Partings of the Ways: Between Christianity and Judaism and Their Significance for the Character of Christianity. 2nd ed. London: SCM Press, 2006.
  • Fredriksen, Paula. When Christians Were Jews: The First Generation. New Haven, CT: Yale University Press, 2018.
  • Kimelman, Reuven. “Birkat ha-Minim and the Lack of Evidence for an Anti-Christian Jewish Prayer in Late Antiquity.” Στο Jewish and Christian Self-Definition, τόμ. 2: Aspects of Judaism in the Graeco-Roman Period, επιμ. Sanders, E. P. με Baumgarten, Albert I. και Mendelson, Alan, 226–44. Philadelphia: Fortress Press, 1981.
  • Lieu, Judith M.. Christian Identity in the Jewish and Graeco-Roman World. Oxford: Oxford University Press, 2004.
  • Nicklas, Tobias. “Parting of the Ways? Probleme eines Konzepts.” Στο Juden – Heiden – Christen? Religiöse Inklusionen und Exklusionen im Römischen Kleinasien bis Decius, επιμ. Stefan Alkier και Hartmut Leppin, 21–41. WUNT I/400. Tübingen: Mohr Siebeck, 2018
  • Carleton Paget, James. Jews, Christians and Jewish Christians in Antiquity. Tübingen: Mohr Siebeck, 2010.
  • Zetterholm, Magnus. The Formation of Christianity in Antioch: A Social-Scientific Approach to the Separation between Judaism and Christianity. London: Routledge, 2003
-------------------------------------------------------

One of the most lively discussions in New Testament scholarship over the past few decades concerns the so-called "parting of the ways" between Judaism and Christianity. The model proposed by James Dunn in 1991 — that the two communities were originally "sisters" stemming from the same root, the Israel of the 1st century CE, but later followed distinct paths — was quickly accepted as a useful analytical tool, particularly in anglophone scholarship. Over the years, however, the criticism directed at this model has been growing. Judith Lieu, Tobias Nicklas, and other New Testament scholars have pointed out that the binary framework this model presupposes (Christianity vs. Judaism) leaves out the plurality, the encounters, and the conflicts that the texts actually record. Consequently, the selection of a specific "moment of parting" is, at the very least, problematic.

It is within this context of productive critique that we should read the recent article by Markus Tiwald, Professor of New Testament at the University of Vienna, published on the website The Bible and Interpretation of the University of Arizona. The piece, which serves as an introduction to his new book (Early Judaism and the Beginnings of Christianity: Common Roots and the Parting of the Ways, Kohlhammer, 2026 — available in open access), formulates in a systematic and well-documented way a position that is gaining ever more ground in scholarship: that what we call "early Christianity" was, initially, nothing other than one more religious movement within the complex historical reality of Judaism in the Second Temple period.

Markus Tiwald, "The Beginnings of Christianity as an Integral Part of Early Judaism"


Tiwald's Position

Tiwald begins from three observations that now enjoy broad acceptance in scholarship. First, the so-called "Council of Yavneh" is not a historical event, and the birkat ha-minim (the prayer against the minim, the "heretics"/"apostates") was not a mechanism for the exclusion of Christians from the synagogue, as was previously assumed. Second, the title "Messiah" ("christos") was far more common in ancient Judaism than had been maintained until now — from Bar Kokhba, who proclaimed himself Messiah with the support of Rabbi Akiva, to the various prophet-leaders of apocalyptic groups mentioned by Josephus. Third, the divinity of Jesus was not formulated as dogma until the 4th century, at ecumenical councils. Before these, the titles "Son of God" and "Messiah" (which for Christians denoted the divinity of Jesus) were open concepts that could be understood in various ways — figuratively or literally — and therefore did not automatically place those who used them with reference to Jesus outside of Judaism.

Tiwald then moves through the sources, starting from the historical Jesus and reaching the Church Fathers of the 5th century. Each stage confirms the same thesis: the parting was a long-term process, took various forms, and usually consisted of a series of smaller separations, different in form, speed, and intensity from place to place. The "Judaizing" Christians mentioned in the texts did not disappear fully even by the 5th century — they appear in the work of Origen, Cyril of Alexandria, John Chrysostom, and Jerome. All of them confront this as a living reality, not as a theoretical threat.

Of particular interest in Tiwald's article is the discussion of Paul and the circle of Stephen. Tiwald points out that the use of the Temple and its worship as metaphorical images for the Christian church and its worship (the understanding, for instance, of the church as a "temple," or the replacement of sacrifices with "works of praise") was not a Christian innovation, but a tendency already observable in the Qumran community and in Philo. Likewise, the abstention from the regulations on circumcision and purity was not exclusively Paul's position; already the radical allegorizers whom Philo criticizes, or the authors of the Letter of Aristeas, constitute witnesses to such tendencies within Judaism itself.


The Case of Antioch on the Orontes: A Case Study

Tiwald's article provides a general theoretical framework, very important for understanding the relations between Christianity and Judaism in the first Christian centuries. It would be useful, however, to test this model against specific geographically and culturally defined examples. One such interesting case is Antioch on the Orontes. It is no coincidence, in fact, that it is frequently presented as the paradigmatic example of the parting by those who embrace the theory of the two ways. The city constituted a place of encounter and coexistence between a Jewish community — with civic equality that was maintained even after the destruction of the Temple — and a rising Christian community of diverse origins: Jewish Christians from Palestine, Syrian former gentiles, Jews of the Diaspora who had become Christians, former gentiles from Cyprus and Cyrene.

If we read the texts connected with Antioch following Tiwald's methodological proposal, interesting conclusions emerge. In Acts 15, the instructions given to the gentile Christians of Antioch resemble the corresponding discussions about kashrut and the regulations for the gerim — the non-Israelites, that is, who attached themselves to Israel at the time of its entry into the Land of Promise. It is difficult to speak of a "parting," when the instructions given to the community are the same as those of the Jewish tradition for the foreigners who enter into Israel.

The incident described by Paul in Gal. 2 — the tension between Paul and Peter in Antioch — is even more revealing. The emphasis here is not on the division between Jews and Christians but on the question internal to the Christian community: which Jewish practices should constitute a common element of Christian identity. The way Paul uses the terms "Judaism" and "to Judaize" does not denote an absolute categorical identity but rather a series of practices conforming to Jewish traditions that can admit of degrees. This understanding fits perfectly with the framework set by Tiwald, and particularly with the observation that the "works of the law" to which Paul refers concern mainly the regulations of ritual and purity.


Beyond Tiwald: Political and Economic Factors

The local dimension of the study of Jewish-Christian relations also brings to light a series of other non-theological factors to which Tiwald does not refer particularly in his article. It is possible, that is, that the parting of the ways is influenced or accelerated by the surrounding political situation or by local cultural particularities (in the case of Antioch, for example, the incident with the Jewish "apostate" Antiochus, or the anti-Jewish climate in the city). Taking into account political and cultural factors as well makes it clear that the parting was not exclusively a theological decision but also a matter of political balance and social survival.

In an analogous way, Ignatius of Antioch's reference to "Christianity" as an autonomous entity requires a more complex reading than the one usually given. Although his language points to a clear distinction between Judaism and Christianity, the images he employs — sacrifice, altar, the relationship between the Old Testament and the gospel as christological continuity, not rupture — show that Ignatius's stance should not be understood through the binary of "us vs. them," but has a more complex content.


Conclusion

Tiwald's article and of course his new book constitute worthy contributions to the discussion about the "parting of the ways," particularly in the German-speaking world, where this model is not yet fully accepted. The narrative of this parting, as proposed by Dunn and others, undoubtedly contributed to the establishment of a new paradigm and to the move away from the older model of "supersessionist theology." However, what must always remain clear is that this process was not as straightforward as it is often presented. Tiwald's article correctly points out that there is no single historical moment at which this parting took place definitively and irreversibly. Furthermore, it is now important to ask which markers of differentiation (common table / purity / circumcision / feasts / Scripture / institutions / rhetorical discourse) led to differentiation, and how this was achieved locally. The study of the sources demonstrates that this process was not so clean-cut everywhere: a community can differentiate institutionally while sharing practices; or it can sharpen its rhetoric while in practice continuing to live in "grey zones" of coexistence. Rhetoric can be strategic — and precisely for that reason it is historical evidence, but not a "photograph" of everyday life.

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

In die Skriflig 60/3 (2026):FS Francois P. Viljoen (2)

 Στο τεύχος 3 του In die Skriflig για το έτος 2026 έχουν προστεθεί τα εξής άρθρα για το κατά Ματθαίον και την Α΄ Πέτρου:

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

AGNTS Journal: Μια εισαγωγή στη γερμανόφωνη έρευνα της Καινής Διαθήκης / AGNTS Journal: An Introduction to German-language New Testament Scholarship

 Πρόσφατα κυκλοφόρησε ο πρώτος τόμος ενός νέου περιοδικού ανοικτής πρόσβασης με τον τίτλο Accessible German New Testament Scholarship (AGNTS), υπό την επιμέλεια των Wayne Coppins και Jacob Cerone. Το εγχείρημα αυτό έρχεται ως σκοπό να γνωρίσει στο μη γερμανόφωνο αναγνώστη τη γερμανόφωνη καινοδιαθηκική έρευνα. Ας σημειωθεί ότι, ενώ παλαιότερα η γερμανόφωνη έρευνα ήταν γλωσσικά προσβάσιμη στο μεγαλύτερο μέρος των καινοδιαθηκολόγων, αυτό δεν ισχύει πλέον με την επικράτηση της αγγλόφωνης έρευνας διεθνώς. Κατά συνέπεια, ενώ η γερμανική παράδοση στις καινοδιαθηκικές σπουδές είναι πλούσια και σημαντική, παραμένει δυσπρόσιτη για μεγάλο μέρος της διεθνούς ακαδημαϊκής κοινότητας λόγω της γλώσσας. Το AGNTS προσφέρει μεταφράσεις σημαντικών κειμένων από τον γερμανόφωνο χώρο, επιτρέποντας την ευρύτερη διάδοση και συζήτηση συμβολών στην έρευνα που διαφορετικά θα παρέμεναν άγνωστες στους περισσότερους.

Περιεχόμενα του πρώτου τόμου (2025)

Ο πρώτος τόμος αποτελεί μια συλλογή με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς συνδυάζει κλασικά κείμενα με σύγχρονες μελέτες:

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Journal of the Bible and its Reception 12/2 (2025)

 Journal of the Bible and its Reception 12/2 (2025)

  • Brennan W. Breed - Davis Hankins, "What is Qohelet’s Problem?" 167-191 (abstract
  • 🔓Rebekah Rochte Votral,, "Purposeful Play: The Reception of Daniel 5–6 in Ludus Danielis," 193-213 (OA)
  • 🔓Stefan Krauter, "1 Tim 4:13: Public Lecture or Private Study?" 215-230 (OA)
  • Erik A. Estrada, "Jean de Gaigny and the First Early Modern Discovery of Marius Victorinus’s Commentary on Galatians," 231-257 (abstract

Η γραφή ως υλικό γεγονός: παπυρολογία και επιγραφική σε δημιουργικό διάλογο / Writing as Material Event: Papyrology and Epigraphy in Creative Dialogue

Συχνά τα αρχαία κείμενα εκλαμβάνονται αποκομμένα από την υλική τους διάσταση: άυλα και αμετάβλητα μέσα στον χρόνο και τον χώρο. Στην πραγματικότητα, όμως, τα κείμενα έχουν πάντοτε και μια υλική πλευρά. Φιλοξενούνται σε διαφορετικά υλικά—πάπυρο, λίθο, όστρακο, ξύλο, τοίχο—και η μορφή και η διάταξη που αποκτούν πάνω σε αυτά (στήλες, κενά, σημάδια, σύμβολα, συντομογραφίες) δεν είναι ουδέτερες. Δηλώνουν τον χαρακτήρα και τη λειτουργία τους και καθοδηγούν τον αναγνώστη στο πώς θα τα διαβάσει και θα τα χρησιμοποιήσει. Αυτή η θεμελιώδης διαπίστωση αποτελεί τη βάση του συλλογικού τόμου Text, Layout, and Medium: Documents from the Greco-Roman World between Epigraphy and Papyrology (Firenze University Press, 2024): δείχνει πώς το μέσο, η διάταξη και η μορφή δεν είναι στοιχεία άσχετα με το κείμενο, αλλά μέρος της ίδιας της διαδικασίας επικοινωνίας μεταξύ κειμένου και αναγνώστη.

Στον τόμο έρχονται σε διάλογο δύο συγγενικές αλλά και διακριτές ερευνητικές περιοχές: η παπυρολογία και η επιγραφική. Αυτό που αναδεικνύεται είναι ότι η διάταξη και η μορφή του κειμένου δεν επηρεάζουν μόνο τον τρόπο ανάγνωσης, αλλά καθορίζουν και τον κοινωνικό του ρόλο. Το υλικό που το φέρει μπορεί, με τη σειρά του, να υποδηλώνει λειτουργία, κύρος ή και ιερότητα. Η σχέση κειμένου–μέσου–μορφής δεν είναι μονόδρομη, αλλά αμφίδρομη και σύνθετη.

Ξεχωρίζω, ανάμεσα στις εξαιρετικές μελέτες του τόμου, εκείνες του Nicola Reggiani για το Χ-Ρ (chi-rho) και το σταυρόγραμμα στους παπύρους (“Crossing Abbreviations, Monograms, and Symbols”), του Lucio Del Corso για την υλικότητα της γραφής και τις συμβάσεις της στην Αίγυπτο της ύστερης αρχαιότητας (“Epigraphic Habits and Writing Conventions in Late Antique Egypt”), καθώς και των Francesca Maltomini και Francesca Murano για τον επιτελεστικό χαρακτήρα της γραφής στα μαγικά κείμενα (“The Binding Layout? On Graphic Strategies in Greek Magical Texts”).

Για όσους εργάζονται με χειρόγραφα της Καινής Διαθήκης και παλαιοχριστιανικά κείμενα ή αξιοποιούν επιγραφές στη μελέτη της ΚΔ, το βιβλίο προσφέρει πολύτιμες προοπτικές. Οι μελέτες του τόμου καταδεικνύουν ότι το κείμενο είναι ένα υλικό γεγονός, με συγκεκριμένη λειτουργία σε χρόνο και τόπο—και ότι ο τρόπος που «στήνεται» πάνω στο μέσο γραφής αποτελεί μέρος της επικοινωνίας με το αναγνωστικό κοινό.

Με τη συνεξέταση κειμένου, διάταξης/μορφής και υλικού φορέα, ο τόμος προσφέρει μια μεθοδολογικά γόνιμη σύνθεση ανάμεσα σε παπυρολογία και επιγραφική και καθιστά σαφές ότι η υλικότητα του κειμένου δεν αποτελεί ένα δευτερεύον ζήτημα  αλλά μέρος της ιστορικής του συγκρότησης. Το κείμενο κατανοείται ως καταγραφή σε συγκεκριμένο μέσο, με συμβάσεις διάταξης και ορίζοντες χρήσης που διαμορφώνουν την αναγνωστική εμπειρία και τη κοινωνική λειτουργία των κειμένων. Για την έρευνα της Καινής Διαθήκης, των παλαιοχριστιανικών κειμένων και των επιγραφικών μαρτυριών, η οπτική αυτή λειτουργεί ως κρίσιμο ερμηνευτικό συμπλήρωμα: η μορφή και διάταξη, τα σύμβολα και τα σημεία γραφής σημεία προσλαμβάνονται ως δεδομένα που καθορίζουν το νόημα, τη χρήση και την πρόσληψη του κειμένου. 

Davide Amendola, Cristina Carusi, Francesca Maltomini, Emilio Rosamilia-(επιμ.), Text, Layout, and Medium: Documents from the Greco-Roman World between Epigraphy and Papyrology (Firenze University Press, 2024) [Open Access: CC BY 4.0]

------------------------------------------------------

Ancient texts are often approached as detached from their material dimension: immaterial and unchanging across time and space. In reality, however, texts always have a material aspect. They are inscribed on various media—papyrus, stone, ostraca, wood, walls—and the form and layout they take on these surfaces (columns, spaces, markers, symbols, abbreviations) are not neutral. They indicate their character and function and guide the reader in how to read and use them. This fundamental insight forms the basis of the edited volume Text, Layout, and Medium: Documents from the Greco-Roman World between Epigraphy and Papyrology (Firenze University Press, 2024): it demonstrates how medium, layout, and form are not elements irrelevant to the text, but part of the very process of communication between text and reader.

The volume brings into dialogue two related yet distinct fields of research: papyrology and epigraphy. What emerges is that the layout and form of a text do not merely affect how it is read, but also determine its social role. The material that bears it can, in turn, signal function, authority, or even sacredness. The relationship of text–medium–form is not unidirectional, but reciprocal and complex.

Among the volume's exceptional studies, I would highlight those by Nicola Reggiani on chi-rho and the staurogram in papyri ("Crossing Abbreviations, Monograms, and Symbols"), Lucio Del Corso on the materiality of writing and its conventions in Late Antique Egypt ("Epigraphic Habits and Writing Conventions in Late Antique Egypt"), and Francesca Maltomini and Francesca Murano on the performative character of writing in magical texts ("The Binding Layout? On Graphic Strategies in Greek Magical Texts").

For those working with New Testament manuscripts and early Christian texts, or utilizing inscriptions in NT studies, the book offers valuable perspectives. The volume's studies demonstrate that a text is a material event, with specific function in time and place—and that the way it is "set up" on its writing medium is part of the communication with its reading public.

By examining text, layout/form, and material carrier together, the volume offers a methodologically fruitful synthesis between papyrology and epigraphy and makes clear that the materiality of a text is not a secondary issue but part of its historical constitution. The text is understood as inscription on a specific medium, with conventions of layout and horizons of use that shape both the reading experience and the social function of texts. For research on the New Testament, early Christian texts, and epigraphic evidence, this perspective functions as a critical interpretive supplement: form and layout, symbols and graphic signs are approached as data that determine the meaning, use, and reception of the text.

Davide Amendola, Cristina Carusi, Francesca Maltomini, Emilio Rosamilia-(επιμ.), Text, Layout, and Medium: Documents from the Greco-Roman World between Epigraphy and Papyrology (Firenze University Press, 2024) [Open Access: CC BY 4.0]

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

Interpretation 80/1 (2026)

 Interpretation 80/1 (2026)

  • Greg Carey, "'Arrogant and Blasphemous Words'? Reading Revelation against and within Authoritarian Rhetoric," 6-20 (abstract)
  • Sharon L. Putt, "Jezebel or Jerusalem: Revelation, Ecclesiastical Purity, and the Christian Response(s)," 21-32 (abstract)
  • Amy E. Meverden, "The Metonymic Power of Healing Leaves: Reading Revelation 22:2 with the Caryatid Relief," 33-46 (abstract)
  • 🔓Thomas B. Slater, "'Confirmation Statements' and Cosmic Unity in John’s Apocalypse," 47-57 (OA

Novum Testamentum 68/1 (2026)

Νovum Testamentum 68/1 (2026

  • Phillip A. Davis, "The Wisdom of God Said: Luke 11:49–51 Revisited," 1–18 (abstract)
  • Daniel J. Crosby, "Caiaphas's Prophecy: Christian Cledonomancy in John 11:45–53," 19–37 (abstract)
  • 🔓 Rogier Boogaard & Arjan van den Os, "The Angel Strikes: The Sennacherib Narrative in 2 Kings 18–19 as a Background to Herod's Death in Acts 12:20–23," 38–53 [Open Access]
  • Armin D. Baum, "Unpaulinische Stilmerkmale im 2. Thessalonicherbrief? Die stilkritischen Argumente Wolfgang Trillings in statistischer Perspektive," 54–85 (abstract)
  • 🔓 Nicholas J. Moore, "Jude and the Watchers in the Early Church," 86–104 [Open Access]
  • Stephen C. Wunrow, "Defilement and Cleansing in Heaven: A Proposal for Revelation 11:1–2," 105–123 (abstract)
  • Barbara Beyer, "New Approaches in Digital Biblical Studies," 125–136 [Review Article] (abstract)


Serving the Gods: ένας νέος Open Access τόμος για τους ανθρώπους των ιερών στην αρχαιότητα / Serving the Gods: A New Open-Access Volume on the People Who Served Ancient Sanctuaries

Kυκλοφόρησε πρόσφατα (2025) σε open access από τον οίκο Harrassowitz ένας συλλογικός τόμος Serving the Gods: Artists, Craftsmen, Ritual Specialists in the Ancient World, σε επιμέλεια Bernhard Schneider και Aleksandra Kubiak-Schneider. Οι μελέτες που φιλοξενούνται σε αυτόν τον τόμο προσφέρουν μια διεπιστημονική και διαπολιτισμική ματιά στο ερώτημα: ποιος, πέρα από τους ιερείς, υπηρετούσε τους θεούς στην αρχαιότητα;

Πρόκειται για τα πρακτικά του 23ου Melammu Workshop (Βρότσλαβ, Σεπτέμβριος 2024), με 16 μελέτες που καλύπτουν μία ευρεία γεωγραφικά, χρονικά και πολιτισμικά περιοχή: από τη Μεσοποταμία μέχρι τη ρωμαϊκή Παλαιστίνη και από την αρχαϊκή εποχή μέχρι την όψιμη αρχαιότητα.

Η βασική ιδέα είναι απλή αλλά πολύ γόνιμη: όταν μιλάμε για ναούς και λατρεία, συνήθως το ενδιαφέρον στρέφεται στο ιερατείο. Ο τόμος, όμως, μεταθέτει την προσοχή σε όσους/όσες στήριζαν πρακτικά τη λατρευτική ζωή και τη λειτουργία των ιερών: τεχνίτες, καλλιτέχνες, εργάτες, ειδικούς των τελετουργιών, μουσικούς, διαχειριστές, και γενικότερα το προσωπικό που έκανε δυνατή την καθημερινότητα του ιερού.

Ο τόμος είναι οργανωμένος σε δύο μέρη: 

  • Ιστορία/Φιλολογία (μελέτες που δουλεύουν κυρίως με κείμενα και ιστορικές μαρτυρίες)
  • Αρχαιολογία/Εθνογραφία (με έμφαση στην υλικότητα, τις πρακτικές και τα κατάλοιπα)

Ενδεικτικά αναφέρω εδώ κάποια θέματα του τόμου που έχουν ενδιαφέρον για τους αναγνώστες αυτού του ιστολογίου:

  • Το μη-ιερατικό προσωπικό του Ναού Ιερουσαλήμ στην περσική περίοδο (πυλωροί, Νετινείμ, υιοί δούλων του Σολομώντα, ψάλτες) με βάση τα βιβλία Έσδρα και Νεεμία
  • Παιδιά-ιερείς στη ρωμαϊκή Ιταλία – από τις Εστιάδες Παρθένες μέχρι τους Salii και την αυτοκρατορική οικογένεια
  • Κτίστες, γλύπτες και διακοσμητές στους παρθικούς και ρωμαϊκούς ναούς της Ανατολής
  • Εβραίοι στρατιώτες στο ρωμαϊκό στρατό και η θρησκευτική τους δράση (Dura-Europos, Παλμύρα, Σάρδεις)
  • Τεχνίτες και προμηθευτές στους αιγυπτιακούς ναούς της ρωμαϊκής εποχής
  • Εθνογραφικές προσεγγίσεις: από τους κεραμείς της αρχαίας Εγγύς Ανατολής μέχρι τους σύγχρονους κατασκευαστές θυμιατηρίων στην Κύπρο

Οι μελέτες του τόμου αναδεικνύουν πώς οι ναοί ήταν πολύπλοκοι κοινωνικοί, οικονομικοί και θρησκευτικοί θεσμοί που αξιοποιούσαν τεχνίτες, κτίστες, μουσικούς, διαχειριστές, βοσκούς, και πολλούς άλλους – και σίγουρα όχι μόνο ιερείς. Ο τόμος υπενθυμίζει ότι η λατρεία δεν είναι μόνο θεολογικό ή τελετουργικό γεγονός, αλλά και κοινωνική πράξη που προϋποθέτει ρόλους, εργασία και οργάνωση—και γι' αυτό έχει αξία ως υλικό συγκριτικής ανάγνωσης.

Bernhard Schneider / Aleksandra Kubiak-Schneider, Serving the Gods: Artists, Craftsmen, Ritual Specialists in the Ancient World, Harrassowitz Verlag 2025

doi: 10.13173/9783447125116

------------------------------------------------------------------

A new open access volume has recently been published (2025) by Harrassowitz: Serving the Gods: Artists, Craftsmen, Ritual Specialists in the Ancient World, edited by Bernhard Schneider and Aleksandra Kubiak-Schneider. The studies in this volume offer an interdisciplinary and cross-cultural perspective on the question: who, besides priests, served the gods in antiquity?

The volume contains the proceedings of the 23rd Melammu Workshop (Wrocław, September 2024), with 16 studies covering a broad geographical, chronological, and cultural area: from Mesopotamia to Roman Palestine and from the archaic period to late antiquity.

The core idea is simple but highly productive: when we talk about temples and worship, attention typically focuses on the priesthood. This volume, however, shifts attention to those who provided practical support for religious life and the functioning of sanctuaries: craftsmen, artists, laborers, ritual specialists, musicians, administrators, and more generally the personnel who made the daily operations of the sanctuary possible.

The volume is organized in two parts:

  • History/Philology (studies working primarily with texts and historical evidence)
  • Archaeology/Ethnography (emphasizing materiality, practices, and material remains)

Some topics in the volume of particular interest to readers of this blog include:

  • Non-priestly personnel of the Jerusalem Temple in the Persian period (gatekeepers, Netinim, sons of Solomon's servants, singers) based on the books of Ezra and Nehemiah
  • Child priests in Roman Italy – from the Vestal Virgins to the Salii and the imperial family
  • Builders, sculptors and decorators in Partho-Roman Eastern temples
  • Jewish soldiers in the Roman army and their religious activities (Dura-Europos, Palmyra, Sardis)
  • Craftsmen and suppliers in Egyptian temples during the Roman era
  • Ethnoarchaeological approaches: from potters in the ancient Near East to modern incense-burner makers in Cyprus

The studies in this volume demonstrate how temples functioned as complex social, economic, and religious institutions that employed craftsmen, builders, musicians, administrators, shepherds, and many others – and certainly not just priests. The volume reminds us that worship is not only a theological or ritual event, but also a social practice that presupposes roles, labor, and organization—and for this reason it has value as material for comparative analysis.

Bernhard Schneider / Aleksandra Kubiak-Schneider, Serving the Gods: Artists, Craftsmen, Ritual Specialists in the Ancient World, Harrassowitz Verlag 2025

doi: 10.13173/9783447125116

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

JBL 144.4 (2025)

 Journal of Biblical Literature 144/4 (2025)

  • Phillip M. Lasater, "Legal Thinking and Notions of the Self: Why Biblical Studies Needs an Anthropology of Law," 579-600 (abstract)
  • Benjamin Kantor, "The Origins of 'In the Beginning . . .': Genesis 1:1 in Light of the Biblical Hebrew Reading Traditions," 601-636 (abstract)
  • Joshua Berman, "Abigail and Her Honor Culture Wisdom," 637-656 (abstract)
  • J. Jona Schellekens, "Creative Imitation in the Story of Josiah," 657-673 (abstract)
  • Olga Fabrikant-Burke, "Exegeting God: Prophetic Sign Acts and Inner-Biblical Interpretation in the Book of Jeremiah," 675-695 (abstract)
  • James Wykes, "Always Two There Are? The Combined Dragon in Job 40:15–41:26 LXX," 697-718 (abstract
  • Joseph Scales, "Responsibility for Murder: The Background of Judith’s Legal Argumentation," 719-739 (abstract
  • Jonathan (Yonatan) Bourgel, "Revisiting Sabbath Observance during the Great Jewish Revolt (66–73/74 CE)," 741-762 (abstract)
  • Holly Beers, "The 'Teachings of Demons' as 'Magical' Practices in 1 Timothy 4:1," 763-781 (abstract)
  • Stephen C. Carlson, "The Text of 1 Peter in Polycarp and Irenaeus," 783-805 (abstract)


Η Γραφή ως τεκμήριο λαϊκής ευσέβειας: ένα χριστιανικό φυλακτό του 3ου αι. μ.Χ. βόρεια των Άλπεων / Scripture as Evidence of Popular Piety: A Christian Amulet from the 3rd Century CE North of the Alps

Μια εντυπωσιακή ανακάλυψη φέρνει στο φως την παλαιότερη επιγραφική χριστιανική μαρτυρία βόρεια των Άλπεων  και μας δείχνει πώς οι αρχαίοι χριστιανοί «ξαναδιάβαζαν» τον Παύλο. Πρόκειται για ένα φυλακτό (3,5 εκ.) που περιείχε ένα ασημένιο έλασμα (35-90 χιλ.) με μία εκτενή λατινική επιγραφή (18 στ.). Aς σημειωθεί ότι το υλικό για τέτοιου είδους αντικείμενα είναι συνηθισμένο (ενώ ελάσματα από μόλυβδο χρησιμοποιούνται στις defixiones). Η ανάγνωση του κειμένου κατέστη δυνατή μέσω αξονικής τομογραφίας (CT) και ψηφιακής “αποτύλιξης”, ακριβώς επειδή το άνοιγμα του ελάσματος θα οδηγούσε σε καταστροφή.

To φυλακτό (Φωτο: U. Dettmar, AMF)

Το φυλακτό κι ο σκελετός
(© Monument Office of the City of Frankfurt am Main, photo: Michael Obst )

Το φυλακτό βρέθηκε στο λαιμό ενός νεκρού άνδρα 35-45 ετών σε τάφο του ρωμαϊκού νεκροταφείου της αρχαίας Nida (περιοχή της σημερινής Φρανκφούρτης στο Praunheim). Η Nida υπήρξε στρατιωτική βάση κατά τον 1ο αι. μ.Χ. και εξελίχθηκε σε σημαντικό οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο κατά τον 2ο αι. μ.Χ. (civitas Taunensium) Η εγκατάλειψη της πόλης περί το 260 μ.Χ. παρέχει ένα ασφαλές terminus ante quem, ενώ τα κτερίσματα του τάφου (π.χ. θυμιατήριο και κεραμικό αγγείο) τοποθετούν την ταφή μεταξύ 230–260 μ.Χ. Κατά τις εκτιμήσεις των ειδικών πρόκειται για την αρχαιότερη μαρτυρία για τη χριστιανική παρουσία στην περιοχή βόρεια των Άλπεων (οι προηγούμενες μαρτυρίες χρονολογούνται στον 4ο αι.).

Το ασημένιο έλασμα
[© Leibniz Institute for Archaeology
in Mainz (LEIZA)]


Το Κείμενο και η σημασία του
Το κείμενο, γραμμένο σε επισεσυρμένη λατινική γραφή, τη γραφή δηλαδή των καθημερινών κειμένων και των defixiones, περιέχει μία σειρά επικλήσεων και αιτήσεων για προστασία και παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για παλαιογραφικούς, ιστορικούς λόγους και για την ιστορία του κειμένου και της πρόσληψής του κατά τον 3ο αι. μ.Χ. 
Το κείμενο της επιγραφής έχει ως εξής: 

1 IN NOMINE SANCTI TIT̅ I
2 AGIOS AGIOS AGIOS
3 IN NOMINE I͞H X͞P DEI F(ilii)
4 MVNDI DOMINVS
5 VIRIBVS OMNIBVS
6 INCVRSIONIBVS OPONIT
7 DEVS VALETVDINIBVS
8 SALVIS ACCESSVM
9 PRAESTAT HAEC SALUS TVEAT
10 HOMINEM QVI SE
11 DEDIT VOLVNTATI
12 DOMINI I͞H X͞P TI DEI F(ilii)
13 QVONIAM I͞ H X͞PO
14 OMNES GENVA FLEC
15 TENT CAELESTES
16 TERRESTRES ET
17 INFERI ET OMNIS LIN
18 GVA CONFITEATVR

(και η μετάφραση με βάση την αποκατάσταση του Santiago Guijarro: Στο όνομα του Αγίου Τίτου. Άγιος, Άγιος, Άγιος. Στο όνομα του Ιησού Χριστού Υιού του Θεού, ο Κύριος του κόσμου με όλη τη δύναμή του αντιτάσσεται στις επιθέσεις. Ο Θεός στις θεραπευμένες ασθένειες δίνει πρόσβαση. Αυτή η σωτηρία (ή: αυτό το φυλακτό) ας προστατεύει τον άνθρωπο που τον εαυτό του παρέδωσε στη βούληση του Κυρίου Ιησού Χριστού Υιού του Θεού. Επειδή ενώπιον του Ιησού Χριστού όλοι θα λυγίσουν τα γόνατα – οι ουράνιοι, οι επίγειοι και οι υπόγειοι – και κάθε γλώσσα θα ομολογήσει.)
Ειδικότερα: 
  • Η γλώσσα του κειμένου είναι στα λατινικά, κάτι ασυνήθιστο, αφού συνήθως φυλακτά και defixiones γράφονταν στα ελληνικά και με εβραϊκά/αραμαϊκά στοιχεία ή voces magicae
  • Δεν υπάρχει επίκληση σε διάφορους θεούς και δυνάμεις, αλλά στον απόστολο Τίτο (πιθανόν τον συνεργάτη του Παύλου) και στον Ιησού Χριστό. Ας σημειωθεί ότι είναι το πρώτο κείμενο αυτού του είδους που αναφέρεται στον Τίτο 
  • Το όνομα του Ιησού Χριστού γράφεται ως nomen sacrum στα ελληνικά (aυτό υποδηλώνει προφανώς την ιερότητα που ο συγγραφέας του κειμένου αποδίδει στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού
  • O τρισάγιος ύμνος, γνωστός από τη λειτουργική πράξη της αρχαίας Εκκλησίας είναι στα ελληνικά, γραμμένος με λατινικούς χαρακτήρες, κάτι που ίσως υποδηλώνει την εδραιωμένη λειτουργική του πράξη ως δοξολογική φόρμουλα
  • Οι τίτλοι που αποδίδονται στον Ιησού Χριστό («υιός του Θεού, κύριος του κόσμου) παραπέμπει στην αυτοκρατορική ορολογία για το πρόσωπο του αυτοκράτορα κι έχει, επομένως, ιδιαίτερη σημασία ως ομολογία σε μία εποχή που οι χριστιανοί διώκονται
  • Το κείμενο κλείνει με μία σχεδόν κατά λέξη παράθεση στα λατινικά από το χριστολογικό ύμνο της και συγκεκριμένα το χωρίο 2:10-11
Η παράθεση του Φιλ 2:10-11
Το συγκεκριμένο καινοδιαθηκικό παράθεμα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ειδικότερα, το φυλακτό από την Φρανκφούρτη διασώζει την αρχαιότερη μαρτυρία του συγκεκριμένου χωρίου στα λατινικά (ο αρχαιότερος μάρτυρας του ελληνικού κειμένου είναι ο Ρ46, περ. 200 μ.Χ.). Αποτελεί, επομένως, μία από τις αρχαιότερες μαρτυρίες της Vetus Latina, των λατινικών μεταφράσεων, δηλαδή, πριν την Vulgata του Ιερωνύμου. 
Είναι επίσης ενδιαφέρουσες οι αλλαγές τις οποίες κάνει ο συγγραφέας του κειμένου στο συγκεκριμένο φυλακτό, οι οποίες κατά την εξαιρετική ανάλυση του Guijarro έχουν και βαθύτερη θεολογική σημασία:
  • Το κείμενο εισάγεται με το αιτιολογικό quoniam αντί του τελικού/συμπερασματικού «ἵνα» του ελληνικού πρωτοτύπου. Έτσι η προσκύνηση των πάντων στον Ιησού αποτελεί την απόδειξη της δύναμης του Ιησού (ενώ το τελικό ή συμπερασματικό «ἵνα» υποδηλώνει ότι η καθολική υποταγή είναι η συνέπεια της κένωσης και της υπακοής του Χριστού. Με αυτόν τον τρόπο, το φυλακτό μετατρέπει τον θεολογικό ύμνο ταπείνωσης σε κείμενο δύναμης και προστασίας. 
  • Αποδίδει με το omnes genua και το μελλοντικό χρόνο flectent, κάτι που ταιριάζει στον αποτροπαϊκό χαρακτήρα του φυλακτού.
Συμπερασματικά
Το φυλακτό της Φρανκφούρτης αποτελεί ένα ακόμη εξαιρετικό παράδειγμα του πώς η επιγραφική υποστηρίζει τη μελέτη της ιστορίας του κειμένου της Καινής Διαθήκης και της πρόσληψής του κατά την αρχαιότητα. Αποτελεί, επίσης, μία σημαντική μαρτυρία για το πώς εκείνοι οι αρχαίοι χριστιανοί βίωσαν την πίστη τους. Η αναφορά στον Τίτο και το παύλειο κείμενο, στην προκειμένη περίπτωση, βεβαιώνει τη σημασία που έχει η παύλεια παράδοση σε αυτήν την πρώιμη περίοδο στο δυτικό τμήμα της αρχαίας Εκκλησίας. 
Οι επικλήσεις στο πρόσωπο του Ιησού, ο χαρακτήρας του ευρήματος και ο τρόπος που αξιοποιείται το Φιλ 2:10-11  υπενθυμίζουν  ότι υπήρχαν πολλοί τρόποι να είσαι χριστιανός στον 3ο αιώνα – και ότι η θρησκεία των καθημερινών ανθρώπων, αυτών που αγωνίζονταν να επιβιώσουν στα σύνορα της αυτοκρατορίας, είχε τις δικές της στρατηγικές ανάγνωσης της Γραφής και συχνά αξιοποιεί το βιβλικό κείμενο ως αντικείμενο πίστης. Ο ίδιος βιβλικός στίχος μπορεί να σημαίνει διαφορετικά πράγματα για διαφορετικούς ανθρώπους – και ότι αυτό είναι μέρος της πλούσιας ιστορίας της πρώιμης Εκκλησίας.

Βιβλιογραφία
--------------------------------------------------------------------------
A remarkable discovery reveals how ancient Christians "re-read" Paul for everyday protection
A remarkable discovery brings to light the earliest Christian evidence north of the Alps. An amulet (3.5 cm) containing a silver sheet (35-90 mm) with an 18-line Latin inscription was found around the neck of a man aged 35-45 in a tomb at the Roman cemetery of ancient Nida (modern Frankfurt, Praunheim). Reading the text was made possible through CT scanning and digital "unrolling."
The city's abandonment around 260 CE provides a secure terminus ante quem, while the tomb's grave goods place the burial between 230–260 CE. This is the earliest epigraphic evidence of Christian presence in the region north of the Alps (previous evidence dates to the 4th century).

The Text and Its Significance
The text, written in cursive Latin script—the script of everyday texts—contains a series of invocations and requests for protection. The English translation (based on Santiago Guijarro's reconstruction):

"In the name of Saint Titus. Saint, Saint, Saint. In the name of Jesus Christ Son of God. The Lord of the world with all his might faces attacks. God, to the diseases healed grants access. This salvation (this amulet?) may protect the man who himself surrendered to the will of the Lord Jesus Christ Son of God. For before Jesus Christ everyone knees shall bend, those of heavens, those of the earth and those underneath and all tongue confess."

Key features:
  • Written in Latin (unusual—most amulets were in Greek with Hebrew/ Aramaic elements and voces magicae)
  • Invokes the apostle Titus (probably Paul's collaborator) and Jesus Christ—the first text of this kind referring to Titus
  • Jesus Christ's name written as Greek nomina sacra, indicating veneration
  • The Trisagion in Greek written with Latin characters, suggesting established liturgical practice
  • Titles for Jesus ("Son of God," "Lord of the world") echo imperial terminology—a significant confession in an era of persecution
  • Closes with an almost word-for-word Latin quotation from Philippians 2:10-11

The Philippians 2:10-11 Quotation
This is of special interest. The Frankfurt amulet preserves the earliest witness of this passage in Latin (the earliest Greek witness is P46, ca. 200 CE), making it one of the earliest attestations of the Vetus Latina.
The changes made by the author have deeper theological significance (Guijarro's analysis):
The text is introduced with the causal "quoniam" instead of the final "ἵνα" of the Greek original. Thus the worship of all to Jesus constitutes proof of Jesus' power (while the Greek "ἵνα" indicates that universal submission is the consequence of Christ's kenosis and obedience).
It renders with "omnes genua" and the future tense "flectent," which suits the apotropaic character of the amulet.
With this change, the amulet transforms the theological hymn of humiliation into a text of power and protection.

In Conclusion
The Frankfurt amulet exemplifies how epigraphy supports the study of New Testament textual history and its ancient reception. The reference to Titus and the Pauline text confirms the importance of Pauline tradition in the early western Church.
The invocations to Jesus, the character of the find, and the way Phil 2:10-11 is utilized remind us that there were many ways to be Christian in the 3rd century—and that the religion of everyday people struggling to survive on the empire's frontiers had its own reading strategies for Scripture and often utilized biblical text as an object of faith. The same biblical verse could mean different things to different people—and this is part of the rich history of the early Church.

Bibliography: