Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

Το τρέχον τεύχος του JHS / The current issue of JHS

 Journal of Hebrew Scriptures 25 (2025)

Το τρέχον τεύχος του Protokolle zur Bibel / The current issue of Protokolle zur Bibel

 Protokolle zur Bibel 34/2 (2025)

Το τρέχον τεύχος του περιοδικού είναι αφιερωμένο στο θέμα της ηγεσίας, όπως αυτή κατανοείται και περιγράφεται σε βιβλικά και πατερικά κείμενα. 

  • Maria Brader, "Führung, Fest und Fasten. Biblische Strategien der Leitung 48–68," 48-68 (OA)
  • Edith Petschnigg, "Das hörende Herz Salomos oder Führungskompetenz aus der geistigen Dimension des Menschseins. Ein exegetischer und existenzanalytischer Blick auf 1 Kön 3,1–15," 69-88 (OA)
  • Karl MatthiasSchmidt, " Xanthippes Schwestern. Phil 4,2–3 und die Leitungsfunktionen in der Gemeinde von Philippi," 89-110 (OA)
  • Halyna Schweizer, "Wunderweiber? Eine patriarchale Nachkorrektur der charismatischen Witwenrollen (1 Tim 5,3–16)," 111–124 (OA)
Στη συνέχεια δίνω σύντομα το περιεχόμενο των δύο άρθρων που αφορούν την Καινή Διαθήκη και μοιράζομαι μαζί σας κάποιες σκέψεις και ερωτήματα. (an english summary at the end of this post)

Karl Matthias Schmidt, " Xanthippes Schwestern. Phil 4,2–3 und die Leitungsfunktionen in der Gemeinde von Philippi"
Στο άρθρο του ο Schmidt προτείνει μία ριζική αναθεώρηση της ερμηνείας του Φιλ 4:2-3: η Ευοδία κι η Συντύχη δεν είναι δύο γυναίκες των Φιλίππων σε διένεξη αλλά οι επίσκοποι της εκκλησίας των Φιλίππων. Ο S. υποστηρίζει ότι η παραδοσιακή ερμηνεία του ρόλου των δύο αυτών γυναικών είναι αποτέλεσμα μίας ανδροκεντρικής προκατάληψης.

Επιχειρήματα

1. Το παράδειγμα της Ξανθίππης, της συζύγου του Σωκράτη. Σύμφωνα με το Φαίδων 116b, ο Σωκράτης την εμπιστεύεται με μια σειρά εντολών λίγο πριν από το θάνατό του, ωστόσο μετατράπηκε μέσα στην παράδοσης σε αρχέτυπο της φιλόνικης γυναίκας. Ακόμη κι οι προσπάθειες της αποκταστασής της αγνοήθηκαν. Κατά ανάλογο τρόπο οι δύο γυναίκες στην Φιλ αντιμετωπίστηκαν ως φιλόνικες και ήταν απαραίτητο ένας άνδρας να μεσολαβήσει για να μονοιάσουν. 
2. Από το κείμενο της Φιλ δεν προκύπτει καμιά διένεξη. 
Η προτροπή του Παύλου "τὸ αὐτὸ φρονεῖν" είναι μια γενική προτροπή και δεν υπονοεί σύγκρουση. 
Αν υπήρχε διένεξη, ο Παύλος θα το έλεγε ρητά, όπως κάνει αλλού (1Κορ 1:10-11). 
Σε εκείνες τις περιπτώσεις που ο Παύλος χρησιμοποιεί τη φράση χωρίς να υπάρχει διένεξη, το κάνει προληπτικά (2Κορ 13:11· Ρωμ 15:5)
3. Υπάρχει μία ενδοκειμενική σύνδεση μεταξύ του Φιλ 1:1 και 4:2-3. Ο Παύλος στο προοίμιο αναφέρει 'επισκόπους και διακόνους' (1:1). Στο τέλος (4:2-3) αναφέρει με την ίδια σειρά: πρώτα τις δύο γυναίκες (→ επίσκοποι), μετά τον 'σύζυγο' και τον Κλήμη (→ διάκονοι). Κατά τον S., αυτή η αντιστοιχία δεν είναι τυχαία
Σύμφωνα με τον S. ο «σύζυγος» είναι ο Επαφρόδιτος:
o Υπάρχουν λεκτικές συνδέσεις: συνεργός/συστρατιώτης (2:25) / συνεργῶν
o Δεν αναφέρεται με το όνομά του, γιατί είναι παρών κατά τη σύνταξη της επιστολής και θα την μεταφέρει ο ίδιος στους Φιλίππους - όταν τη διαβάσουν, θα είναι μπροστά τους, άρα τους είναι προφανές ποιος είναι ο "σύζυγος".
4. Η ίδια η δομή της επιστολής οδηγεί σε παραλληλισμό μεταξύ του Σωκράτη/Ξανθίππης και Παύλου/Ευοδίας και Συντύχης. Ο απόστολος ενδυναμώνει τα μέλη της εκκλησίας των Φίλιππων και τους επισκόπους τους στην προοπτική του πιθανού θανάτου του.
5. Ο Ιω. Χρυσόστομος σημειώνει τον ηγετικό ρόλο αυτών των γυναικών στην εκκλησία των Φιλίππων (Εἰς Φιλιπ. 13,3 = PG 62, 279–280: «Δοκοῦσι δέ μοι αὗται αἱ γυναῖκες τὸ κεφάλαιον εἶναι τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἐκεῖ»). 

Κριτική αποτίμηση και ερωτήματα 
Το άρθρο του S. προσφέρει μία νέα ανάγνωση του Φιλ 4:2-3, καθώς αμφισβητεί την παγιωμένη ερμηνεία που βλέπει εδώ μία διένεξη μεταξύ δύο γυναικών και αναπαράγει το ανδροκεντρικό στερεότυπο της φιλόνικης γυναίκας. Η σύνδεση με την περίπτωση της Ξανθίππης είναι ευφυής και πρωτότυπη. Επιπλέον, το επιχείρημα του S. ότι το κείμενο δεν αφήνει να εννοηθεί κάποια διένεξη μεταξύ των γυναικών είναι ισχυρό και στηρίζεται σε μία σοβαρή εξηγητική ανάλυση. Ο Παύλος φαίνεται να αναγνωρίζει τον ηγετικό τους ρόλο μέσα στην κοινότητα κι η προτροπή του προς αυτές για ομόνοια εντάσσεται μέσα στο γενικότερο θέμα της επιστολής για την ενότητα. 
Η θέση του, ωστόσο, για την ταύτιση των δύο γυναικών με δύο επισκόπους της τοπικής εκκλησιαστικής κοινότητας (κατά το πρότυπο των duumviri των Φιλίππων) γεννά μια σειρά από ερωτήματα:
Τι σημαίνει «ἐπίσκοπος» στις χριστιανικές κοινότητες του 50-60 μ.Χ.; Ο S. αφήνει να εννοηθεί ότι είναι κάτι παγιωμένο, όμως ο Παύλος στην 1Κορ δε συγκαταλέγει αυτό το αξίωμα μεταξύ των χαρισμάτων. Μήπως ο όρος δηλώνει μία λειτουργία μέσα στην κοινότητα κι όχι ένα θεσμικό ρόλο; 
Πόσο βέβαιη είναι τελικά η ταύτιση του «σύζυγου» με τον Επαφρόδιτο; Γιατί ο Κλήμης κατανομάζεται κι ο Επαφρόδιτος όχι; Δε θα μπορούσε να είναι κάποιος άλλος συνεργάτης του Παύλου; 
Αν τελικά η επιστολή δεν είναι μία αλλά ίσως τρεις (ή και περισσότερες) μπορεί να λειτουργήσει το επιχείρημα της σύνδεσης του 4:2-3 με το 1:1; 
Μήπως είναι πιο κοντά στην ιστορική πραγματικότητα να υποθέσουμε ότι οι δύο γυναίκες είναι επικεφαλής δύο κατ' οίκον εκκλησιών στους Φιλίππους; Αυτό εξηγεί γιατί αναφέρονται μαζί (δύο οικίες = μία κοινότητα), γιατί ο Παύλος τις παρακαλεί για ομόνοια (συνεργασία μεταξύ οικιακών εκκλησιών), και γιατί είναι τόσο σημαντικές (χωρίς τη συνεργασία τους → διάσπαση). Από τις Πράξεις γνωρίζουμε τουλάχιστον δύο κατ' οίκον εκκλησίες στους Φιλίππους (Λυδία, δεσμοφύλακας). Αλλού γυναίκες έχουν ηγετικό ρόλο σε οικιακές εκκλησίες (Πρίσκιλλα, Νύμφα).
 
    Αυτά τα ερωτήματα δε μειώνουν βέβαια την αξία του άρθρου του Schmidt, το οποίο αποτελεί μία εξαιρετική συμβολή στην κατανόηση του ρόλου των γυναικών μέσα στις πρώτες εκκλησιαστικές κοινότητες. Από τη μία, επισημαίνει κι αναδεικνύει το ρόλο του ανδροκεντρισμού στην ερμηνεία χωρίων της ΚΔ, όπου γίνεται λόγος για τη γυναικεία συμμετοχή στη ζωή των κατ’ οίκον εκκλησιών και από την άλλη, αποκαθιστά μέσα από μία λεπτομερή κριτική ανάγνωση του κειμένου, τον ηγετικό τους ρόλο. Επομένως, η νέα αυτή ερμηνεία συμβάλλει στον προβληματισμό για τη θέση που θα πρέπει να έχουν οι γυναίκες μέσα στην εκκλησιαστική κοινότητα. Το ερώτημα είναι διπλό· τι ξεχάσαμε για αυτή τη γυναικεία παρουσία και γιατί; Μήπως τέτοια κείμενα οδηγούν σε μία κριτική αναθεώρηση και ανασκευή αυτού που βολικά ονομάζουμε παράδοση; 
    Ένα ακόμη ερώτημα που προκύπτει είναι αν πρέπει να σκεφτόμαστε γραμμική εξέλιξη (από χάρισμα σε θεσμό) ή πολλαπλές ταυτόχρονες παραδόσεις. Αν η Φιλ γράφτηκε στη δεκαετία του 50-60 μ.Χ., τότε ο ρόλος των Ευοδίας/Συντύχης δεν αντιπροσωπεύει 'την' πρώιμη εκκλησία αλλά μία παράδοση μέσα στις παυλειες κοινότητες. Ταυτόχρονα, άλλες παραδόσεις (π.χ. Ιωάννειες, Ιακωβαίες) μπορεί να είχαν διαφορετικές πρακτικές. Αλλά αυτό είναι ένα θέμα στο οποίο θα επανέλθω στη συζήτηση του δεύτερου άρθρου από το τεύχος. 

Halyna Schweizer, "Wunderweiber? Eine patriarchale Nachkorrektur der charismatischen Witwenrollen (1 Tim 5,3–16)"

Η Schweizer αναλύει το 1 Τιμ 5:3-16 ως πατριαρχική "μεταγενέστερη διόρθωση" (Nachkorrektur) του ρόλου των χηρών μέσα στις εκκλησιαστικές κοινότητες. Το κείμενο μπορεί να φαίνεται ως φιλάνθρωπος κανονισμός για την προστασία και φροντίδα μίας ευάλωτης ομάδας γυναικών. Είναι, όμως, στην πραγματικότητα, ο θεσμικός περιορισμός προηγούμενων ρόλων αυτών των γυναικών στη λατρεία, τη διακονία και τη διδασκαλία. Η ανάλυση της S. αποκαλύπτει την ιστορική κίνηση από την ανοιχτότητα στο θεσμικό περιορισμό.

Επιχειρήματα
  1. Η περιγραφή της "πραγματικής χήρας
Η "αληθινή χήρα" (ὄντως χήρα, στ. 3-10) ορίζεται μέσω συγκεκριμένων κριτηρίων:
  • Ηλικία 60+, παντρεμένη μία φορά
  • "Έργα αγαθά": ανατροφή παιδιών, φιλοξενία, νήψη των ποδιών των μελών της εκκλησιαστικής κοινότητας (λειτουργική πράξη!), βοήθεια θλιβομένων
  • Βίος προσευχής κατά μόνας νύχτα και ημέρα
 Σύμφωνα με τη Schweizer, τα κριτήρια αυτά δεν περιγράφουν την πραγματικότητα, αλλά κατασκευάζουν ένα ιδεότυπο. Μάλιστα, υποστηρίζει ότι η αναφορά στη νίψη των ποδιών υποδηλώνει λειτουργικό ρόλο (πρβλ. Ιω 13) και δεν είναι απλά μια πράξη φιλανθρωπίας.

    2. Αρνητική περιγραφή των νέων χηρών
Οι νέες χήρες (στ. 11-15) περιγράφονται με σκληρούς όρους: «καταστρηνιάζουσαι» (έχουν σαρκικές επιθυμίες που τις κάνουν να ξεχνούν τον πόθο να υπηρετήσουν τον Χριστό), «ἀργαί» (αργόσχολες), «φλύαροι καὶ περίεργοι» (φλύαρες και ανακατεύονται σε ξένες υποθέσεις).
    Η S. αξιοποιεί την έρευνα της Marianne Kartzow για το "κουτσομπολιό" κι υποστηρίζει ότι αυτός ο κατάλογος ελαττωμάτων δεν περιγράφει πραγματικές γυναίκες, αλλά κατασκευάζει ένα στερεότυπο. Η γυναικεία ομιλία παρουσιάζεται ως απειλή για την τάξη - ένα ρητορικό εργαλείο "othering" που περιθωριοποιεί μέσω της γλώσσας.
    Η λύση που προτείνεται: γαμεῖν, τεκνογονεῖν, οἰκοδεσποτεῖν (στ. 14), δηλαδή επιστροφή στην ιεραρχική δομή του οίκου.

    3. Από το χάρισμα στον έλεγχο και περιορισμό: ιστορική σύγκριση
    Η S. αξιοποιεί άλλες πρώιμες χριστιανικές πηγές και τις συγκρίνει με το κείμενο της 1Τιμ. Ειδικότερα παρατηρεί τα εξής:
  • Ο Πολύκαρπος (Φιλ 4,3) κάνει λόγο για χήρες "αδιαλείπτως προσευχόμενες για όλους", επισημαίνει δηλαδή το χάρισμα της προσευχής
  • Didascalia Apostolorum (3ος αι.): Οι χήρες χαρακτηρίζονται "θυσιαστήριο Θεού" αλλά τις απαγορεύεται η διδασκαλία και η δημόσια ομιλία
  • Πράξεις 6,1-6: Διένεξη χηρών → δημιουργία διακονίας → οι χήρες σιωπούν
Το μοτίβο που παρατηρείται σε αυτά τα κείμενα είναι ότι αναγνωρίζεται η πνευματική τιμή των χηρών η οποία όμως συνδυάζεται με τη θεσμική απαγόρευση, το χάρισμα, επομένως, είναι ελεγχόμενο

4. Η μετάβαση από το δημόσιο στο ιδιωτικό
    Βασιζόμενη στη μελέτη της Korinna Zamfir, η S. υιοθετεί την αρχαία διάκριση: οίκος (γυναικείος χώρος) vs. πόλις (ανδρικός χώρος). Kαθώς η Εκκλησία γινόταν "δημόσιος χώρος," άρχισε να υιοθετεί το ανδρικό πρότυπο και την ανδρική εξουσία. 
    Αυτή η "Raum-Restrukturierung" (αναδιάταξη του χώρου) λειτουργεί ως ένας έμφυλος έλεγχος : οι νέες χήρες απομακρύνονται από το δημόσιο εκκλησιαστικό χώρο και περιορίζονται στον οίκο.

    5. Ρωμαϊκό πλαίσιο
    Οι νόμοι που θέσπισε ο Οκταβιανός Αύγουστος, lex Iulia 18 π.Χ. και lex Papia 9 μ.Χ., υποχρέωναν τις χήρες να ξαναπαντρευτούν εντός 2 ετών, με κυρώσεις όσον αφορά τις κληρονομικές τους διεκδικήσεις για όσες αρνούνταν. Το 1 Τιμ 5:14 (οι νέες χήρες πρέπει να παντρεύονται) φαίνεται να συμφωνεί με αυτήν την κρατική πολιτική, η Εκκλησία υιοθετεί κι εφαρμόζει στη δική της πραγματικότητα τη ρωμαϊκή πολιτική ελέγχου των χηρών.

    6. Ασύμμετρη παιδαγωγία των φύλων
    Όπως επισημαίνει η Joanne Huizenga, ενώ ο Παύλος (1 Κορ 7) απευθύνεται με τον ίδιο τρόπο σε άντρες και γυναίκες, οι Ποιμαντικές Επιστολές (1 Τιμ, Τίτ) δίνουν εντολές γάμου και οικιακής συμπεριφοράς μόνο στις γυναίκες. Αυτό μπορεί να υποδηλώνει ότι η θέση των γυναικών μέσα στα όρια του ιδιωτικού οίκου είναι δεδομένη.

Κριτική αποτίμηση και ερωτήματα
    Το άρθρο της S. διαθέτει ένα σύνθετο θεωρητικό πλαίσιο, διαλέγεται με τη σύγχρονη βιβλιγογραφία και προκαλεί κρίσιμα ερωτήματα. Η κεντρική επιχειρηματολογία - ότι η 1 Τιμ 5 είναι "διόρθωση εκ των υστέρων" των χαρισματικών ρόλων των γυναικών μέσω μίας θεσμικής κανονικοποίησης μισογυνιστικών στερεοτύπων και επαναπροσδιορισμού της θέσης των φύλων στο χώρο (δημόσιο κι ιδιωτικό) - είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και επίκαιρη. Η χρήση της διάκρισης του χώρου και της συσχέτισης του με τα φύλα (δημόσιο/ιδιωτικό) αλλά κι η ανάλυση του κουτσομπολιού ως ρητορικού εργαλείου είναι ιδιαίτερα χρήσιμες στην ανάλυση της S.

Ωστόσο, προκύπτουν και κάποια ερωτήματα:
  • Πόσο τεκμηριωμένη είναι η χαρισματική "χρυσή εποχή"; Οι πηγές που η S. χρησιμοποιεί (Πολύκαρπος, Didascalia) είναι μεταγενέστερες της 1 Τιμ. Υπάρχει κίνδυνος να προβάλλουμε αναδρομικά μια "χαρισματική ουτοπία" που δεν υπήρξε ποτέ; Το "ἁγίων πόδας ἔνιψεν" φαίνεται να υποδηλώνει μία σημαντική πράξη μέσα στην κοινότητα, χρειάζεται, όμως, περισσότερη τεκμηρίωση.
  • Οι οδηγίες στην 1Τιμ είναι μόνο για να ελέγξουν τις χήρες ή επιδιώκουν ενδεχομένως σε κάποιες περιπτώσεις και να προστατεύσουν;  Μήπως οι ιστορικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που προϋποθέτει η επιστολή αφήνει κάποιο περιθώριο στο να θεωρήσουμε ότι μπορεί να επιθυμεί να λειτουργήσει προστατευτικά (χωρίς βέβαια αυτό κατ’ ανάγκη να υποβαθμίζει το στοιχείο του ελέγχου); Αν απαντήσουμε θετικά σε αυτό το ερώτημα, τότε έχουμε μία πιο σύνθετη εικόνα.  
  • Η S. καταλήγει στην εξαιρετική της μελέτη με την πρόταση ότι: "Ίσως αυτό ακριβώς είναι το καθήκον του παρόντος: να θυμόμαστε – και μέσα από τη μνήμη να αποκαθιστούμε." Εδώ όμως τίθεται ένα σημαντικό ερμηνευτικό ερώτημα; Πώς ακριβώς μπορεί να γίνει αυτό; Αν η 1 Τιμ είναι Αγία Γραφή, την "διαγράφουμε," την επανερμηνεύουμε, ή κάτι άλλο;
  • Τέλος, κι εδώ επανερχόμαστε στο ζήτημα της πολυφωνίας vs. γραμμικής εξέλιξης. Η S. φαίνεται να  προϋποθέτει μία γραμμική εξέλιξη: χάρισμα (πρώιμο) → θεσμός (όψιμο). Μήπως όμως είχαμε πολλαπλές ταυτόχρονες παραδόσεις; Στη δεκαετία 90-120 μ.Χ., όταν γράφονται οι Ποιμαντικές Επιστολές, υπάρχουν:
  • Ποιμαντικές (Μ. Ασία;): περιορισμός χηρών (1 Τιμ 5)
  • Πολύκαρπος (Σμύρνη): χήρες με ισχυρό ρόλο στο έργο της προσευχής
  • Didascalia Apostolorum (Παλαιστίνη/Συρία;): φαίνεται να προϋποθέτουν μία διαφορετική εκκλησιαστική δομή
    Αυτή η πολυφωνία συνεχίζεται για 200-300 χρόνια. Το ενιαίο μοντέλο (όπως το περιγράφει η 1 Τιμ) επικρατεί σταδιακά (3ος-4ος αι.), όχι επειδή ήταν η "φυσική εξέλιξη" αλλά επειδή μία παράδοση επικράτησε έναντι άλλων υιοθετώντας τα ανδροκεντρικό μοντέλο του περιβάλλοντος της Εκκλησίας.
    Αυτό σημαίνει ότι οι άλλες παραδόσεις (όπως του Πολυκάρπου, όπου οι χήρες διατηρούσαν ισχυρό ρόλο) δεν ήταν "εξαιρέσεις" αλλά εξίσου έγκυρες εκφράσεις της πρώιμης εκκλησίας. Και αυτό μας δίνει ερμηνευτική ελευθερία: δεν επιλέγουμε "πρώιμο vs. όψιμο" αλλά μεταξύ ταυτόχρονων παραδόσεων, με βάση θεολογικά κριτήρια και τις προκλήσεις της εποχής (για παράδειγμα, ποια παράδοση είναι περισσότερο συμβατή με την κεντρική ευαγγελική αρχή του Γαλ 3:28;)
    Και τα δύο άρθρα, του Schmidt και της Schweizer, αποκαλύπτουν την ίδια δυναμική: γυναικεία ηγεσία που υπήρχε (Ευοδία/Συντύχη, χήρες με λειτουργικούς ρόλους) αλλά σταδιακά περιθωριοποιήθηκε - είτε μέσω ερμηνευτικής απόκρυψης (Schmidt) είτε μέσω θεσμικής αναδιάταξης (Schweizer). Το ερώτημα παραμένει: ποια παράδοση επιλέγουμε να ακολουθήσουμε;

--------------------------------------------------------------------

Gender and Leadership in the Early Church: Two Articles from Protokolle zur Bibel 34,2 (2025)

The current issue of Protokolle zur Bibel is dedicated to leadership in biblical and patristic texts. Two articles examine women's leadership roles in early Christianity and how androcentric bias has shaped their interpretation.

Schmidt: "Xanthippe's Sisters" - Were Euodia and Syntyche Bishops?

Karl Matthias Schmidt argues that the traditional interpretation of Phil 4:2-3 - viewing Euodia and Syntyche as two quarreling women needing male mediation - is a product of androcentric prejudice. Using the reception history of Xanthippe (Socrates' wife) as a comparative example, Schmidt demonstrates how women in leadership positions are systematically reinterpreted as "problematic." His central claim: these two women were the bishops of Philippi, not deacons in conflict. Paul's exhortation (τὸ αὐτὸ φρονεῖν) is prophylactic, not corrective - there is no textual evidence of a dispute.

Critical questions: This excellent paper is an important contribution to the discussion of the women's roles in the ancient Christian communities. It raises, though, some important critical questions: What did "ἐπίσκοποι" mean in the 50-60s CE - fixed offices or functional roles? Is the identification of the "yokefellow" as Epaphroditus convincing? If Philippians is composite (not a single letter), does the structural argument (1:1 ↔ 4:2-3) hold? Most importantly: Might Euodia and Syntyche be heads of two house churches rather than bishops in a mono-episcopal structure? This aligns better with evidence from Acts 16 (Lydia, the jailer) and parallels elsewhere (Prisca, Nympha).

Regardless, Schmidt's contribution is significant: it exposes how androcentric interpretation erases women's leadership and restores their role through careful textual analysis. As John Chrysostom already recognized, these women were "τὸ κεφάλαιον τῆς Ἐκκλησίας" - the head of the church in Philippi.

Schweizer: "Wonder Women?" - Patriarchal Post-Correction of Charismatic Widows

Halyna Schweizer analyzes 1 Tim 5:3-16 as a patriarchal "post-correction" (Nachkorrektur) of widows' charismatic roles. What appears as philanthropic regulation is actually institutional restriction of previous liturgical, prophetic, and diaconal functions. The text constructs the "true widow" (ὄντως χήρα) through restrictive criteria (age 60+, once married, specific "good works" including washing saints' feet - a liturgical act). Young widows are portrayed through misogynistic stereotypes (καταστρηνιάζουσαι, φλύαροι, περίεργοι) that construct "othering" through language. The prescribed solution: marriage, childbearing, household management (στ. 14) - return to the household.

Schweizer traces a pattern: spiritual honor + structural prohibition = controlled charism. Polycarp (Phil 4:3) describes widows "praying unceasingly," while Didascalia Apostolorum (3rd c.) calls them "altar of God" but forbids teaching and public speech. The text reflects "Raum-Restrukturierung" (spatial reorganization): as the church became "public space," it adopted masculine patterns, pushing women back into the private household - mimicking Augustan marriage laws (lex Iulia 18 BCE, lex Papia 9 CE) that required widows to remarry within two years.

Critical questions: How well-documented is the "charismatic golden age"? The sources (Polycarp, Didascalia) are later than 1 Tim - might we be projecting a "charismatic utopia" that never existed? Could 1 Tim have both functions - protecting vulnerable elderly women (60+ without family) and controlling younger ones seeking autonomy? If we acknowledge protective dimensions without ignoring control, we have structural ambivalence, not simply "bad patriarchs." How do we "restore" (Schweizer concludes: "zu erinnern – und in der Erinnerung zu rehabilitieren")? If 1 Tim is canonical Scripture, do we "delete," reinterpret, or something else?

Polyphony, Not Linear Evolution

Both articles invite us to reconsider the assumption of linear evolution (charism → institution). What if we had multiple simultaneous traditions? In 90-120 CE when the Pastoral Epistles were written, we find:

  • Pastoral Epistles (Asia Minor?): restriction of widows (1 Tim 5)
  • Polycarp (Smyrna): widows with strong prayer roles
  • Didache (Palestine/Syria?): different church structure

This polyphony continued for 200-300 years. The uniform restrictive model (as in 1 Tim) prevailed gradually (3rd-4th c.) through institutional power and ecumenical councils - not because it was the "natural evolution" but because one tradition prevailed over others, adopting the androcentric model of its environment.

This means other traditions (like Polycarp's, where widows maintained strong roles) were not "exceptions" but equally valid expressions of the early church. This gives us interpretive freedom: we don't choose "early vs. late" but among simultaneous traditions, based on theological criteria and contemporary challenges (e.g., which tradition is more compatible with Gal 3:28?).

The question remains: What did we forget about this female presence, and why? Do such texts demand a critical revision of what we conveniently call "Tradition"?


Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Το τρέχον τεύχος του Biblische Zeitschrift / The current issue of Biblische Zeitschrift

 Biblische Zeitschrift 70:1 (2026)

  • Claudia D. Bergmann, "Hinein in neue Räume: Gedanken zur Bedeutung der Frage in der Hebräischen Bibel und im Jonabuch," 1-26 (abstract)
  • Walter T. Wilson, "The City Speaks. Exile, Consolation, and Drama in the Book of Baruch," 27-48 (abstract)
  • Alessandro Falcetta, "My Neighbour: the Good Samaritan (Luke 10,25–37) and the Theory of Recognition," 49-73 (abstract)
  • Martin Bauspieß, "Gottes Schöpfung und die Wirklichkeit des Menschen in den Briefen des Apostels Paulus," 74-92 (abstract)
  • Bohdan Kuryliak, "The Meaning of Jesus’ Words “τοῦ θεοῦ µου” in Revelation 3,2.12," 93-109 (OA)
  • Shira J. Golani -  Mitka R. Golub, "The Contribution of Personal Names in Biblical 'United Monarchy' Prose and Lists to Understanding the Origin of These Texts," 111-124 (abstract)
  • Agnethe Siquans, "A Way Out? Bird Metaphors in Psalm 102," 125-136 (OA)

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Το τρέχον τεύχος του Journal of Ethics in Antiquity and Christianity / The current issue of Journal of Ethics in Antiquity and Christianity

 Journal of Ethics in Antiquity and Christianity 7 (2025)

Το τρέχον τεύχος του περιοδικού είναι αφιερωμένο στην ηθική της ειρήνης.

  • Sebastian Grätz, "Friedenskonzeption im Alten Testament: Eine Annäherung," 7-20 (OA)
  • Moisés Mayordomo, "Gott des Friedens - Gott der Gewalt: Theologische Ambivalenzen im Neuen Testament," 21- (OA)
  • Morwenna Ludlow, David Newheiser, "What kind of speech makes for peace? Eine Annährung," 37-48 (OA)
  • Sara Contini, "Das vergessene ethische Stichwort: Humilitas- Humiliation as Instruments of Peace in Origen’s Preaching," 50-57 (OA)
  • Regina Elsner, "Friedensethik im Kontext des russischen Angriffskriegs gegen die Ukraine," 58-65 (OA)

Το τρέχον τεύχος του BAGL / The current issue of BAGL

 Biblical and Ancient Greek Linguistics 13 (2025)

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

Το τρέχον τεύχος του BN / The current issue of Biblische Notizen

 Biblische Notizen 207 (2025)

  • Tobias Schmitz, "Engaging with 'Disengagement'," 3-11
  •  Rolf Krauss, "Biblische ṣāra‛at und andere Fälle von Vitiligo," 13-37
  •  Stefan Bojowald, "2Kön 3,11 im Licht einer ägyptischen Parallele," 39-43
  • Eszter Csalog, "Haman’s letter and the amixia," 45-58
  • Bertrand Bucalossi-Rolin, "À propos du battement de l’aile de l’autruche en Jb 39,13," 59-66
  • Nadav Na’aman, "Text and Religious Ideas in Psalm 68 Verses 12–19, " 67-80
  • Eberhard Bons, "The Oracle against Judah in Amos 2:4–5, " 81-95
  • Izaak J. de Hulster, "Cheetahs in the Hebrew Bible?" 97-114
  • Markus Lau, "Wohin gehört ein Schwert?" 115-120
  • Stefan Bojowald, "Eine ägyptisch-hebräische Parallele zum metaphorischen Gebrauch des Wortes 'Tau', " 121-131

The current issue of ZAW / The current issue of ZAW

 Zeitschrift für die alttestamentliche Wissenschaft 137/4 (2025)

  • Kishiya Hidaka, "The Curse of Canaan (Genesis 9:18–29) as a Post-Priestly Composition: A Literary- and Tradition-Historical Reassessment," 467-482 (OA)
  • Jennie Grillo, "The Language of the Body in the Priestly Source and the Question of Divine Corporeality," 483-496 (abstract)
  • Xiaowei Ji, "»After Tibni«: Archival Records and the Earliest Synchronisms in 1 Kings 16:22–23," 497-514 (abstract)
  • Lida Leonie Panov, "Ermöglichungsgründe für die Umgehung des Talionsgesetzes bei einem rechtlichen Spezialfall ," 515-533 (OA)
  • Bob Becking, "Amos’ topographische Heimat: Bemerkungen zur Lage von teqô‛a," 534-544 (OA)

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

Επιγραφές σε εδώλια του θεάτρου της Απολλωνίας ἐπὶ Ῥυνδάκῳ / Inscriptions on the theatre seat in Apollonia ad Rhyndacum

Πρόσφατα δημοσιεύματα στον ιστότοπο Anatolian Archaeology (2024· 2025) αναφέρονται σε δύο επιγραφές σε καθίσματα του θεάτρου της Απολλωνίας επί Ρυνδάκῳ, οι οποίες δηλώνουν δεσμευμένες θέσεις (τόπους) θεατών. Το δημοσίευμα του Νοεμβρίου 2025 κάνει μάλιστα λόγο για επιγραφή που δηλώνει τη θέση μίας επιφανούς γυναίκας, πιθανόν ιέρειας της πόλης. Στη συνέχεια παρουσιάζονται τα δύο ευρήματα, γίνονται κάποια σχόλια για τη σημασία τέτοιων ευρημάτων και προτείνεται μία πιθανή αποκατάσταση της δεύτερης επιγραφής του γυναικείου ονόματος.

Η Απολλωνία επί Ρυνδάκῳ και το θέατρό της

Η Απολλωνία επί Ῥυνδάκῳ (σύγχρονο Gölyazı, επαρχία Προύσης) ήταν ελληνική πόλις που ιδρύθηκε στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. Πήρε το όνομά της από τον Απόλλωνα, προστάτη θεό της πόλης, και κατείχε στρατηγική θέση στη λίμνη της Απολλωνιάδος (σημ. Uluabat). Η πόλη ευημέρησε υπό τους Ατταλίδες και στα χρόνια της ρωμαιοκρατίας απέκτησε το πολιτικό status της civitas libera (ελεύθερης πόλης).

Το αρχαίο θέατρο της Απολλωνία επι Ρυνδάκω (Photo: Mustafa Yılmaz/AA)

Συστηματικές ανασκαφές από τον Αύγουστο 2021 μέχρι σήμερα έφεραν στο φως το θέατρο της πόλης. Μέχρι το Νοέμβριο του 2025 ομάδα αρχαιολόγων του Πανεπιστημίου Uludağ της Προύσας (με επικεφαλής την Καθ. Δρ. Derya Şahin) απεκάλυψε το 80% περίπου του αρχαίου οικοδομήματος. Πρόκειται για θέατρο της ελληνιστικής περιόδου (4ος αι. π.Χ.) με τροποποιήσεις κατά τη ρωμαϊκή εποχή (όπως, για παράδειγμα, παρεμβάσεις ώστε να φιλοξενεί και μοναχικούς αγώνες). Είναι κτισμένο στις πλαγιές του λόφου Zambaktepe με θέα προς τη λίμνη της Απολλωνιάδος (σημ. Uluabat). Η ορχήστρα του έχει διάμετρο περίπου 28 μ. και το κοίλο του φτάνει στα 78-80 μ. Εκτιμάται ότι είχε χωρητικότητα περίπου 6.000 θεατών, κάτι που επιβεβαιώνει το μέγεθος της πόλης και την αίγλη της στην ευρύτερη περιοχή της. 

Παράλληλα με την ανασκαφή πραγματοποιούνται εργασίες αναστήλωσης και επανατοποθέτησης καθισμάτων  στην αρχική τους θέση. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα κανένα από τα καθίσματα δεν βρέθηκε στην αρχική του θέση· μερικά βρέθηκαν θαμμένα κάτω από χώμα, άλλα ενσωματώθηκαν στο γέμισμα της ορχήστρας, ενώ άλλα μετακινήθηκαν από σεισμούς ή χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικό υλικό σε νεότερα κτίσματα. Εξετάζοντας τις θεμελιακές κατασκευές κάτω από το κοίλον, ιδιαίτερα στη summa cavea (ανώτατες σειρές καθισμάτων), η ομάδα έχει καταφέρει να προσδιορίσει τις αρχικές θέσεις πολλών καθισμάτων και να ξεκινήσει τη διαδικασία επιστροφής τους στις αρχαίες τους θέσεις (μέχρι τώρα 42).

Σύμφωνα με δημοσιεύματα σε τουρκικά ΜΜΕ η αρχαιολογική έρευνα εντόπισε αρκετά καθίσματα με επιγραφές που δήλωσαν τις θέσεις επαγγελματικών ομάδων ("önemli meslek gruplarına ait") και ιδιωτών. Δεν έχουν, ωστόσο, εντοπιστεί ακόμη επιγραφές με αναφορές σε τίτλους ή πολιτειακά αξιώματα. Όλες τους εντοπίστηκαν στην summa cavea, στις ανώτερες, δηλαδή, σειρές του θεάτρου.

Τα δύο ενεπίγραφα εδώλια

α) Η επιγραφή ΑΙΤΡΟΥ? 

Σε δημοσίευμα του Νοεμβρίου 2024 γίνεται σύντομη αναφορά στην ανακάλυψη καθίσματος, που δε βρέθηκε in situ, με την αποσπασματική επιγραφή  ΑΙΤΡΟΥ (ή ΙΑΤΡΟΥ?). Η Şahin σχολίασε στο σχετικό δημοσίευμα ότι πρόκειται για ανθρωπωνύμιο, που όμως είναι δύσκολο να αποκατασταθεί. 

Photo: Mustafa Yılmaz/AA

β) Η επιγραφή ΛΩΝΙΔΟΣ

Σε δημοσίευμα ένα χρόνο αργότερα, παρουσιάστηκε δεύτερη ενεπίγραφο εδώλιο που βρέθηκε επίσης στο ανώτερο τμήμα του κοίλου (summa cavea), όχι στην αρχική του θέση και εν μέρει θαμμένο με την επιγραφή ΛΩΝΙΔΟΣ. Κατά το δημοσίευμα στη διαδικτυακή ειδησεογραφική σελίδα πρόκειται για ανθρωπωνύμιο γένους θηλυκό και σε πτώση γενική και πιθανόν ανήκει σε μία επιφανή γυναίκα, ίσως ιέρεια της πόλης. 

Ενεπίγραφα εδώλια σε θέατρα/στάδια 

    Η επιγραφική σήμανση θέσεων σε ρωμαϊκά θέατρα είναι πρακτική καλά τεκμηριωμένη. Σε διάφορα μνημεία του ελλαδικού και μικρασιατικού χώρου μαρτυρούνται αφενός ονόματα ιδιωτών, συμπεριλαμβανομένων και γυναικείων ανθρωπωνυμίων, αφετέρου συλλογικοί προσδιορισμοί (φυλές, δήμοι, επαγγελματικές ομάδες), οι οποίοι κατέχουν συγκεκριμένες κερκίδες ή τομείς της cavea, καθώς και τίτλοι αξιωματούχων, ιδίως στα καθίσματα προεδρίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πρόσφατο δημοσίευμα για το θέατρο των Αιζανών (Ahmet Türkan, "Topos Inscriptions from the Theatre of Aizanoi," Philia 11[2025]: 211-237), όπου τεκμηριώνεται συστηματικά η χρήση επιγραφών για την οργάνωση των θέσεων θεατών.

    Γενικά, από την εποχή του Αυγούστου κι εξής παρατηρείται αυξημένη μέριμνα για τη χωροταξική οργάνωση του κοινού στα θέατρα και στάδια. Οι γυναίκες και οι κατώτερες κοινωνικές ομάδες κάθονται κατά κανόνα  στη summa cavea, αν και η πρακτική αυτή με την πάροδο του χρόνου φαίνεται να γίνεται λιγότερο αυστηρή (για μία συζήτηση των θέσεων γυναικών, επαγγελματικών ομάδων, συντεχνιών και θιάσων καθώς, τέλος, και αξιωματούχων στο στάδιο και θέατρο της Αφροδισιάδος, βλ. Charlotte Roueché, Performers and Partisans at Aphrodisias, 1993, 120-121 · βλ. επίσης, ανάλογα παραδείγματα κι από τα Γέρασα της Παλαιστίνης, A. Retzleff and A.M. Mjely, "Seat Inscriptions in the Odeum at Gerasa (Jerash)," BASOR 336 (2004), 37–48). Οι ενεπίγραφες κερκίδες στην Απολλωνία δεν συνιστούν, επομένως, ιδιαιτερότητα ή εξαίρεση, αλλά εντάσσονται σε ένα ευρύτερο και καλά τεκμηριωμένο επιγραφικά πλαίσιο κοινωνικής οργάνωσης των θεατών στον ρωμαϊκό κόσμο.

Πρόταση αποκατάστασης 

Τα ονόματα στα εδώλια των αρχαίων θεάτρων απαντούν συνήθως στην ονομαστική ή στη γενική πτώση· στη δεύτερη περίπτωση προηγείται ενίοτε η λέξη «τόπος» ή δηλώνεται ρητά η ομάδα (π.χ. φυλή, σύνοδος). Στην περίπτωση της επιγραφής από την Απολλωνία, η κατάληξη -ΙΔΟΣ υποδηλώνει γενική πτώση, χωρίς να προσδιορίζει κατ’ ανάγκην το φύλο του φορέα. Από τη δημοσιευμένη φωτογραφία προκύπτει ότι το σωζόμενο τμήμα της επιγραφής εκτείνεται μέχρι το δεξιό άκρο του εδωλίου· δεν μπορεί, συνεπώς, να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ότι το κείμενο συνεχιζόταν σε παρακείμενο κάθισμα, το οποίο δεν έχει μέχρι στιγμής εντοπισθεί. Μία υποθετική αποκατάσταση θα μπορούσε να είναι: [Ἀπολ]λωνίδος.

Στην περίπτωση αυτή είναι δυνατές δύο υποθέσεις. Πρώτον, θα μπορούσε να πρόκειται για το γυναικείο ανθρωπωνύμιο "Ἀπολλωνίς", το οποίο μαρτυρείται επιγραφικά στην Απολλωνία (I.Kyzikos I, 64). Ενδεχομένως να προηγείτο η λέξη «τόπος», οπότε οι θέσεις θα προορίζονταν για την Ἀπολλωνίδα και τον οἶκό της. Ωστόσο, μετά την κατάληξη -ΙΔΟΣ δεν διακρίνονται ίχνη λέξης που να παραπέμπουν σε τίτλο ή αξίωμα (π.χ. ἱέρεια, στεφανηφόρος), γεγονός που καθιστά προβληματική την ερμηνεία της ως «ιέρειας», όπως αυτή προτείνεται στα δημοσιεύματα.

Δεύτερον, η γενική Ἀπολλωνίδος θα μπορούσε να δηλώνει τις θέσεις μίας φυλής με θεοφόρο όνομα, πρακτική καλά τεκμηριωμένη στον μικρασιατικό χώρο. Φυλές με το όνομα Ἀπολλωνίς μαρτυρούνται, για παράδειγμα, στην Κλαυδιούπολη (SEG 52.1231), καθώς και στη Νύσσα, όπου απαντά η φυλή Ὀκταβία Ἀπολλωνίς (I.Nyssa 33). Η ερμηνεία αυτή θα ταίριαζε ιδίως στο ευρύτερο θρησκευτικό και αστικό πλαίσιο μιας πόλης που φέρει το όνομα και τιμά τον Απόλλωνα.

Οι δύο αποσπασματικές επιγραφές από τη summa cavea του θεάτρου της Απολλωνίας αποτελούν σημαντικά τεκμήρια για την οργάνωση των θεατών. Ωστόσο, η κατάσταση διατήρησής τους και η έλλειψη συνοδευτικών τίτλων καθιστούν προβληματική την οριστική ερμηνεία τους. Για να επιβεβαιωθούν οι υποθέσεις, απαιτείται περαιτέρω ανασκαφική έρευνα, αυτοψία με υψηλής ανάλυσης φωτογράφηση και, ιδανικά, η ανεύρεση του παρακείμενου εδωλίου. 

-------------------------------------------------------------------

The "Lonidos" Inscription from Apollonia ad Rhyndacum: A Proposed Restoration

Ongoing excavations at the Hellenistic-Roman theater of Apollonia ad Rhyndacum (modern Gölyazı, Bursa Province, Turkey) have uncovered two fragmentary inscriptions on theater seats, both located in the summa cavea and displaced from their original positions. The first, reported in November 2024, preserves the uncertain reading [?]ΑΙΤΡΟΥ or ΙΑΤΡΟΥ; the second, announced in November 2025, reads ΛΩΝΙΔΟΣ. Media reports have interpreted the latter as the name of a female priestess. However, Prof. Dr. Derya Şahin, the excavation director, has stated that the inscribed seats belong to "important professional groups" (Turkish: önemli meslek gruplarına ait), a formulation that suggests systematic corporate seating rather than individual dedications.

The inscription ΛΩΝΙΔΟΣ, ending in the genitive case, may plausibly be restored as [ἈΠΟΛ]ΛΩΝΙΔΟΣ. This restoration admits two interpretations. First, it could represent the personal name Apollonis (feminine), attested epigraphically at Apollonia (I.Kyzikos I, 64), possibly indicating reserved seating for a woman and her household. However, no title (e.g., hiereia, stephanephoros) follows the preserved text, making the identification as a "priestess" problematic. Second, and more plausibly given the summa cavea location and Prof. Şahin's reference to "professional groups," the genitive Ἀπολλωνίδος may denote seating reserved for a civic tribe bearing this theophoric name—highly appropriate for a city named after and dedicated to Apollo. Tribes named Apollonis are attested elsewhere in Asia Minor, including at Claudiopolis (SEG 52.1231) and Nyssa (I.Nyssa 33, where the tribe Octavia Apollonis appears). Further excavation and high-resolution photography are required to confirm this hypothesis.

Apollonia ad Rhyndacum ancient city’s theater had a “private” spectator seating area

“Lonidos” Inscribed Seat Discovered in 5,000-Year-Old Ancient Theatre

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Το τρέχον τεύχος του The Bible Translator / The current issue of The Bible Translator

 The Bible Translator 76:5 (2025)

  • Norman Simon Rodriguez, "יְהוָה אֱלֹהִים‎, God of the Gods," 321-331 (abstract)
  • Martin Johnson / Philip Jenson, "The Curious History of the Translation of the Hebrew Word תַּנִּים tannîm: Dragons, Jackals, or Crocodiles?"  332-362 (abstract)
  • Gerald W. Peterman, "The Common Mistranslation of πρόσωπον πρὸς πρόσωπον “Face to Face” in 1 Cor 13.12b," 363-381 (abstract)
  • Wilbur A. Benware, "A Linguistic Look at λαλεῖν γλώσσῃ," 382-400 (OA)
  • Carsten Ziegert / Maria Behnke, "A Tale of Two Metaphor Paradigms—and How to Apply Them When Translating the Bible," 401-424 (abstract)
  • Justino Alfredo, "The Impact of Translated Scriptures: Case Study of the Lomwe New Testament and Psalms (1930)," 425-438 (OA
  • Alice T. Reed, "Ethics, Decoloniality, and Evangelicalism in the First Nations Version New Testament," 439-458 (abstract)

Gerald W. Peterman, "The Common Mistranslation of πρόσωπον πρὸς πρόσωπον 'Face to Face' in 1 Cor 13.12b"

Ο Gerald W. Peterman υποστηρίζει ότι η φράση πρόσωπον πρὸς πρόσωπον στο 1 Κορ 13.12β, η οποία μεταφράζεται παραδοσιακά ως "face to face" στα αγγλικά (βλ. στη μετάφραση της ΕΒΕ «πρόσωπο με πρόσωπο»), υποδηλώνοντας φυσική, οπτική επαφή με ένα πρόσωπο, δεν είναι ακριβής. Στη μελέτη του ο P. εξετάζει τι σημαίνει η εβραϊκή φράση   פָּנִים אֶל־פָּנִים , την οποία οι Ο' μεταφράζουν κατά λέξη «πρόσωπον πρὸς πρόσωπον», πού αλλού εκτός της μετάφρασης των Ο΄ ή του Παύλου απαντά η φράση, ποιες θα ήταν οι ελληνικές λέξεις/φράσεις που θα χρησιμοποιούσε ο Παύλος, εάν ήθελε να μεταφέρει τη σημασία της αδιαμεσολάβητης οπτικής επαφής και τι πιθανόν κατάλαβαν οι Κορίνθιοι από αυτήν την αποστροφή του Παύλου. Στηριζόμενος στη σημασία της εβραϊκής φράσης ο P. υποστηρίζει ότι αυτή (και κατ’ επέκταση και η ελληνική απόδοσή της) δεν υποδηλώνει οπτική/φυσική συνάντηση αλλά άμεση, οικεία, αμεσολάβητη κατανόηση και γνώση.

Η κειμενική τεκμηρίωση

  • Η φράση פָּנִים אֶל־פָּנִים εμφανίζεται πέντε φορές στην ΠΔ, και σε καμία περίπτωση δεν περιγράφει την κυριολεκτική οπτική επαφή (Γεν 32:30· Εξοδ 33:11· Δευτ 34:10· Κρ 6:22· Ιεζ 20:35. Η φράση δηλώνει την οικειότητα και την αμεσότητα της επικοινωνίας. 
  • Η ελληνική φράση «πρόσωπον πρὸς πρόσωπον», με την οποία οι Ο’ αποδίδουν την εβραϊκή φράση (οι άλλοι τρόποι που την αποδίδουν είναι «πρόσωπον κατὰ πρόσωπον» και «ἐνώπιος ἐνωπίῳ»), δεν απαντά στην ελληνική γραμματεία, παρά μόνο - εκτός από τη μετάφραση των Ο΄- στον Φίλωνα (όταν σχολιάζει τα σχετικά χωρία των Ο΄), στον Παύλο (στο 1Κορ 13:12) και στους χριστιανούς συγγραφείς στη συνέχεια, όταν ερμηνεύουν τα σχετικά βιβλικά κείμενα. 
  • Αν ο Παύλος ήθελε να αποδώσει αυτό που εννοεί η φράση “face to face” θα είχε προτιμήσει άλλες εκφράσεις/λέξεις που μαρτυρούνται στις ελληνικές και ιουδαϊκές πηγές: «κατὰ πρόσωπον», «ἀντοφθαλμέω» ή «ἀντιπρόσωπος». 
  • Η επιλογή του «πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» υποδηλώνει συνειδητή παραπομπή στην Ο' (στα Γεν 32:31 ή Κρ 6:22). Αρκετοί ερμηνευτές παραπέμπουν στο Αρ 12:8 («στόμα κατὰ στόμα λαλήσω αὐτῷ ἐν εἴδει καὶ οὐ δι᾽ αἰνιγμάτων»). Ο Φίλων συνδυάζει τα Αρ 12:8 και Δευτ 34:10 για να μιλήσει για τα προφητικά χαρίσματα του Μωυσή, κάτι το οποίο επισημαίνουν αρκετοί σύγχρονοι ερμηνευτές. Την ίδια σύνδεση κάνει και ο Παύλος (ἐν αἰνίγματι + πρόσωπον πρὸς πρόσωπον), προσθέτοντας όμως το "ἔσοπτρον". Αυτό υποδηλώνει κοινή ερμηνευτική παράδοση στον 1ο αιώνα, αλλά και έναν εμπλουτισμό της από τον Παύλο με στοιχεία μίας νέας μεταφορικής εικόνας (του εσόπτρου).

    Ο P. υποστηρίζει ότι οι Κορίνθιοι μπορούσαν να κατανοήσουν την αντίθεση μεταξύ του «ἐν αἰνίγματι» και του «πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» στο 13:12 εξαιτίας της εξοικείωσής του με το κείμενο των Ο’. Για τον ίδιο λόγο θα πρέπει να συνέδεαν τη φράση με μία εμπειρία του μακρινού παρελθόντος κι όχι υποχρεωτικά με ένα εσχατολογικό περιεχόμενο. 

    Τέλος, ο Ρ. προτείνει τις εξής εναλλακτικές μεταφράσεις: με σαφήνεια, άμεσα, χωρίς διαμεσολάβηση ή προσωπικά. Όλες αυτές οι αποδόσεις εστιάζουν στην ποιότητα της γνώσης/επιοινωνίας κι όχι στον τρόπο της όρασης. 

Αξιολόγηση και ερωτήματα

  1. Θα είχε ενδιαφέρον να δούμε πώς απέδωσαν τη φράση οι αρχαίες μεταφράσεις (vetus Latina, συριακές μεταφράσεις). Υπάρχουν στη χειρόγραφη παράδοση γλώσσες στα περιθώρια με ερμηνευτικά σχόλια που να μαρτυρούν την προσπάθεια των αρχαίων αναγνωστών να κατανοήσουν τη φράση;
  2. Ο P. αποδεικνύει πειστικά ότι η φράση «πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» σημαίνει την αδιαμεσολάβητη επικοινωνία κι όχι κυριολεκτικά την οπτική εμπειρία. Αυτό όμως γιατί να αποκλείει την εσχατολογική προοπτική; Το γεγονός ότι η φράση προέρχεται από εμπειρίες του παρελθόντος (Μωυσής, Ιακώβ) δεν σημαίνει ότι ο Παύλος δεν μπορεί να τη χρησιμοποιήσει τυπολογικά για να περιγράψει τη μελλοντική, πλήρη γνώση του Θεού. Η αντίθεση "ἄρτι... τότε δέ" και το μελλοντικό "ἐπιγνώσομαι" (στ.12δ) υποδηλώνουν σαφώς μελλοντική αναφορά. Ο P. δείχνει τι δεν σημαίνει η φράση, αλλά όχι πότε αναφέρεται (παρελθόν ή μέλλον).
  3. Ο Ρ. εστιάζει στη σημασία της έκφρασης «πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» και στην αντίθεσή της προς τον εμπρόθετο «ἐν αἰνίγματι». Όμως εδώ η αντίθεση είναι τόσο με το «ἐν αἰνίγματι» όσο και με το «δι’ ἐσόπτρου». Η δεύτερη φράση εισάγει μία σημαντική οπτική μεταφορά: μέσα στον καθρέφτη βλέπει κάποιος κάτι/ένα πρόσωπο έμμεσα και θολά (ειδικά στην περίπτωση των αρχαίων εσόπτρων). Αυτή η θολή κι έμμεση οπτική εμπειρία αντιπαραβάλλεται στον Παύλο με την αμεσότητα της «πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» εμπειρίας. Εδώ ο Παύλος διευρύνει την αντίθεση εισάγοντας την εικόνα της όρασης μέσα σε καθρέφτη. Άλλωστε η Κόρινθος ήταν γνωστή στην αρχαιότητα για την παραγωγή χάλκινων εσόπτρων. Επομένως, το στοιχείο της οπτικής επαφής δεν θα πρέπει εδώ να υποβαθμιστεί, αλλά είναι η βασική μεταφορά προκειμένου ο Παύλος να μιλήσει για την άμεση επικοινωνία με τον Θεό. Μήπως, λοιπόν, ο Παύλος συνδυάζει: (α) την παλαιοδιαθηκική έκφραση που δηλώνει την άμεση επικοινωνία, (β) τη μεταφορά της οπτικής εμπειρίας μέσα σε καθρέφτη (καινοτομία του Παύλου), και (γ) την αντίθεση μεταξύ μερικής και πλήρους γνώσης; Αν ναι, ο Παύλος δημιουργεί μία πολυεπίπεδη μεταφορά που δεν περιορίζεται στην παλαιοδιαθηκική προέλευση αλλά αποτελεί δημιουργική πολιτισμική προσαρμογή (recontextualization).
  4. Η πατερική ερμηνεία (βλ. τα σχόλια στις ερμηνευτικές σειρές/catenae και την ερμηνεία στη μυστική και ησυχαστική παράδοση) δεν υποστηρίζει την κυριολεκτική οπτική αντίληψη του Θεού με τα σωματικά μάτια. Οι Καππαδόκες, και αργότερα οι ησυχαστές (Γρηγόριος Παλαμάς, Νικόλαος Καβάσιλας) μιλούν για άμεση, αμεσολάβητη εμπειρία/γνώση του Θεού - ακριβώς αυτό που υποστηρίζει και ο P. Χρησιμοποιούν κι αυτοί, όπως κι ο Παύλος μεταφορικά λέξεις που δηλώνουν την εμπειρία της όρασης ("θεωρία", "θέαμα") κι εξισώνουν όπως κι ο απόστολος το «βλέπομεν» με το «γινώσκομεν» (στ. 12γ). 

Το άρθρο του Peterman προσφέρει εξαιρετική φιλολογική τεκμηρίωση και πειστικά αποδεικνύει ότι η φράση «πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» δεν υποδηλώνει κυριολεκτική οπτική επαφή, αν και δε θα πρέπει να υποβαθμίζεται ο εμπλουτισμός της παλαιοδιαθηκικής φράσης με τη μεταφορική χρήση της εμπειρίας της όρασης. Επιπλέον, η πρόταση του Ρ. δεν αποκλείει την εσχατολογική προοπτική του στίχου κάτι το οποίο υποστηρίζεται από τη συνάφεια. Η ιστορία της ερμηνείας του στίχου στην αρχαία Εκκλησία (όπως φαίνεται, για παράδειγμα στα σχόλια των catenae στην 1 Κορ, βλ. την έκδοση του Cramer) βεβαιώνει ότι επίγνωση και εσχατολογική προσδοκία μπορούν πολύ καλά να συνδυαστούν.  

Το τεύχος περιλαμβάνει επίσης δύο εξαιρετικά ενδιαφέροντα άρθρα για τους καινοδιαθηκολόγους: οι Carsten Ziegert και Maria Behnke εξετάζουν τις εννοιολογικές μεταφορές (conceptual metaphors) στη Βίβλο και τις συνέπειές τους για τη μετάφραση, υποστηρίζοντας ότι η τυπική βιβλιογραφία επικεντρώνεται μόνο στις μεταφορές ως σχήματα λόγου αγνοώντας τα εννοιολογικά συστήματα που διαμορφώνουν τη σκέψη (παραδείγματα: Η ζωή είναι ένα ταξίδι, η αμαρτία είναι οφειλή). Ο Wilfred Benware χρησιμοποιεί την κατασκευαστική γραμματική για να εξετάσει την έκφραση "λαλεῖν γλώσσῃ". Υποστηρίζει ότι η φράση αρχικά σήμαινε γλωσσολαλία στην Κόρινθο, αλλά επανερμηνεύτηκε ως ξενογλωσσία στη συνέχεια - με σημαντικές παραλλαγές στη χειρόγραφη παράδοση (παραλλαγές στο Μκ 16:17: "καιναῖς"/om., Πραξ 2:6: "γλώσσῃ/διαλέκτῳ"). Ελπίζω να επανέλθω σε αυτά τα άρθρα σε επόμενη ανάρτηση.

---------------------------------------------------------------------------

Gerald W. Peterman, "The Common Mistranslation of πρόσωπον πρὸς πρόσωπον 'Face to Face' in 1 Cor 13.12b"

Summary

Peterman argues that the translation of πρόσωπον πρὸς πρόσωπον as "face to face" is misleading. Through detailed philological analysis, he demonstrates that the phrase is "translation Greek" - a wooden rendering of the Hebrew פָּנִים אֶל־פָּנִים from the LXX - and denotes direct, intimate, unmediated communication/knowledge rather than literal visual encounter. The Hebrew phrase in the OT (Gen 32.30, Exod 33.11, Deut 34.10, Judg 6.22, Ezek 20.35) never describes actual optical perception. The Greek phrase never appears as natural Greek in non-biblical literature but only in the LXX, Philo (commenting on the LXX), Paul, and Christian authors. Peterman suggests alternative translations: "clearly," "directly," or "intimately."

Critical Observations

1. Eschatological interpretation not excluded. While Peterman convincingly shows that the phrase means "direct, intimate communication" (not literal visual encounter), this should not exclude eschatological interpretation. The phrase may derive from past experiences (Moses, Jacob), but Paul can use it typologically to describe future, complete knowledge of God. The contrast "ἄρτι... τότε δέ" and the future "ἐπιγνώσομαι" (v.12d) clearly indicate future reference. Peterman shows what the phrase does not mean (literal visual encounter), but not when it refers (past vs. future).

2. The visual dimension underestimated. Peterman focuses on the contrast between ἐν αἰνίγματι and πρόσωπον πρὸς πρόσωπον, but the antithesis is double: (a) ἐν αἰνίγματι (dimly) vs. [clearly], and (b) δι' ἐσόπτρου (through a mirror) vs. πρόσωπον πρὸς πρόσωπον. The mirror introduces fundamental visual imagery: when you see in a mirror, you see a face - indirectly, imperfectly (ancient mirrors = polished metal). The contrast with πρόσωπον πρὸς πρόσωπον implies direct seeing of the face vs. indirect seeing through mirror. Corinth was famous for producing bronze mirrors - the Corinthians would immediately grasp the image. Peterman proves that in the OT the phrase does not denote literal visual encounter - but Paul recontextualizes the phrase in a new framework with visual imagery. Perhaps Paul combines: (a) OT expression denoting direct communication, (b) visual metaphor of mirror-seeing (Paul's innovation), (c) epistemological contrast (partial/full knowledge) - creating a rich, multilayered metaphor that cannot be reduced to its OT origins alone.

3. Philo and Pauline innovation. Philo (Leg. All. 3.103), roughly contemporary with Paul, also combines Num 12.8 (οὐ δι' αἰνιγμάτων) with Deut 34.10 (πρόσωπον πρὸς πρόσωπον) to describe Moses' unique prophetic gifts. This suggests a common interpretive tradition in the first century. Paul adds the ἔσοπτρον: δι' ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι vs. πρόσωπον πρὸς πρόσωπον. The mirror introduces specific visual imagery absent from both Philo and OT texts: indirect seeing of a face (through imperfect metal mirror) vs. direct seeing/knowing. This is Paul's creative recontextualization of the tradition.

4. Patristic tradition and manuscript evidence. The patristic tradition - especially the mystical and hesychast tradition - does not advocate literal optical perception of God with bodily eyes. The Cappadocians and later hesychasts (Gregory Palamas, Nicholas Cabasilas) speak of direct, unmediated experience/knowledge of God - precisely what Peterman argues. They use visual language metaphorically ("θεωρία," "θέαμα"), equating "seeing" with "knowing" as Paul does (v.12c). Research in the catenae on 1 Corinthians (Cramer's edition) shows clear eschatological dimension, confirming that the early church combined immediate knowledge with eschatological expectation - something Peterman seems to exclude. Further research in manuscripts, glosses, and ancient versions (Vetus Latina, Peshitta) could provide empirical data on how the phrase was actually understood in the early church.

Conclusion

Peterman offers excellent philological documentation and convincingly demonstrates that πρόσωπον πρὸς πρόσωπον does not denote literal optical encounter. However, his methodological leaps - from philological analysis to rejection of eschatological interpretation and underestimation of the visual dimension - require further critical examination. The history of interpretation in the early church confirms that knowledge and eschatological expectation can be well combined.    

Στο τρέχον τεύχος του Zeitschrift für Theologie und Kirche / In the current issue of the Zeitschrift für Theologie und Kirche

 Zeitschrift für Theologie und Kirche 122/4 (2025)

Hannah M. Kreß, "Geprägtes Gut zwischen öffentlicher und privater Religion: Carl Friedrich Bahrdts Übersetzung des Vaterunsers," 353-375  (abstract eng)

Mέσω των μεθοδολογικών του εκτιμήσεων και της διάκρισης μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής θρησκείας, o Johann Salomo Semler (1725 - 1791) δημιούργησε ένα ευρύ φάσμα προοπτικών όσον αφορά τη μετάφραση των βιβλικών κειμένων. Σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να ενταχθεί και η μετάφραση της Κυριακής προσευχής από τον Carl Friedrich Bahrdt (1740 - 1792), η οποία επιδεικνύει ταυτόχρονα ερμηνευτική γνώση και φωτισμένη αντίληψη. Και ενώ η αντισυμβατική του μετάφραση ξεσήκωσε σκληρή κριτική εκείνη την εποχή, συνεχίζει να θέτει ζητήματα που είναι επίκαιρα μέχρι σήμερα: τη σχέση μεταξύ των συμπεριληπτικών δυνατοτήτων του κειμένου και της αποκλειστικής γλώσσας του, καθώς και την ασυμφωνία μεταξύ της δημόσιας χρήσης του και της ατομικής θρησκευτικής εφαρμογής του.