Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Πέρα από τους “μεγάλους άνδρες”: ανδροκεντρισμός και βιογραφικό αφήγημα στην αρχαιότητα / Beyond the "Great Men": Androcentrism and Biographical Narrative in Antiquity

Στη σειρά Millennium-Studien του εκδοτικού οίκου De Gruyter κυκλοφόρησε πρόσφατα ένας συλλογικός τόμος που αξίζει της προσοχής όσων ενδιαφέρονται για τη βιογραφική αφήγηση στην αρχαία ελληνορωμαϊκή και πρωτοχριστιανική λογοτεχνία: 

Anna Ginestí Rosell & Felix John (επιμ.), Große Männer? Biographisches Erzählen in der griechischen und römischen, der frühjüdischen und der frühchristlichen Literatur (Millennium-Studien 117; Berlin/Boston: De Gruyter, 2026). DOI: 10.1515/9783112212295

Το βιβλίο είναι ελεύθερα διαθέσιμο σε Open Access.

Ο τόμος συγκεντρώνει μελέτες κλασικών φιλολόγων, ιστορικών και βιβλικών ερευνητών κι έχει ως στόχο να φέρει σε διάλογο τις παράλληλες αλλά συχνά απομονωμένες μεταξύ τους συζητήσεις για τη βιογραφία στον ελληνορωμαϊκό, τον αρχαίο ιουδαϊκό και τον πρωτοχριστιανικό κόσμο. Όπως επισημαίνουν οι επιμελητές στον πρόλογο, η ανδρική κυριαρχία αποτελεί σταθερό χαρακτηριστικό της αρχαίας βιογραφίας ανεξάρτητα από το λογοτεχνικό είδος ή την πολιτισμική προέλευση. Κατά συνέπεια, το ερωτηματικό στον τίτλο του τόμου («Μεγάλοι Άνδρες;») δεν είναι τυχαίο: ένας από τους στόχους του είναι να εξετάσει πού και πώς αυτή η κυριαρχία διαταράσσεται ή αμφισβητείται.

Η θεωρητική προσέγγιση του τόμου αντανακλά σύγχρονες εξελίξεις στις λογοτεχνικές σπουδές. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η υπέρβαση της παλαιάς διάκρισης μεταξύ «μυθοπλασίας» και «ιστοριογραφίας» που επέτρεψε αφενός την αναβάθμιση της βιογραφίας ως φιλολογικό είδος (σε αντίθεση με την παλαιότερη υποτίμησή της), και αφετέρου την εφαρμογή αφηγηματολογικών εργαλείων που εξετάζουν τόσο το «πώς» όσο και το «τι» της αφήγησης, καθώς και τα πολιτισμικά πλαίσια που τη διαμορφώνουν.

Για όσους ασχολούνται με τις βιβλικές σπουδές ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξής μελέτες: 

Η μελέτη της Helen Bond για το κατά Μάρκον ως μία βιογραφία που ανατρέπει τις πολιτισμικές συμβάσεις/αξίες της εποχής του ("Mark’s Gospel: A Counter Cultural Bios"). Στη συνέχεια, στη μελέτη του Nils Neumann συγκρίνεται ο τρόπος που παρουσιάζεται ο Ιησούς στη συνοπτική παράδοση με τους βίους των κυνικών φιλοσόφων από τον Διογένη Λαέρτιο, εστιάζοντας στα κοινά εκείνα χαρακτηριστικά που συνθέτουν τον «ασεβή» χαρακτήρα αυτών των βιογραφιών ("Überzeugend respektlose Biographien: Jesus in der synoptischen Überlieferung und die Kyniker bei Diogenes Laertios"). Ο Felix John στη μελέτη του, εξετάζει τον τρόπο που περιγράφονται και αξιοποιούνται στην κεντρική αφήγηση των Πράξεων («Biographiewürdig? Nebenfiguren in der Apostelgeschichte»). Τέλος, η Silke Petersen  ανιχνεύει την εξέλιξη της βιογραφίας της Μαρίας, της μητέρας του Ιησού, από τα ευαγγέλια έως τις μεταγενέστερες παραδόσεις ("Vom Wachsen einer Biographie: Maria von Nazareth").

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η μελέτη της Anna Ginestí Rosell με τίτλο «Doch nicht nur Männer? 'Große Frauen' zwischen Herodot und Plutarch», που εξετάζει τις γυναικείες μορφές στην ελληνική ιστοριογραφία και βιογραφία. 

-----------------------------------------------------------

In the De Gruyter Millennium-Studien series, a new edited volume has recently been published that deserves the attention of those interested in biographical narrative in ancient Greco-Roman and early Christian literature:

Anna Ginestí Rosell & Felix John (eds.), Große Männer? Biographisches Erzählen in der griechischen und römischen, der frühjüdischen und der frühchristlichen Literatur (Millennium-Studien 117; Berlin/Boston: De Gruyter, 2026). DOI: 10.1515/9783112212295

The book is freely available in Open Access.

The volume brings together studies by classicists, historians, and biblical scholars, aiming to foster dialogue among the parallel but often isolated discussions of biography in the Greco-Roman, ancient Jewish, and early Christian worlds. As the editors note in their preface, male dominance is a constant feature of ancient biography regardless of literary genre or cultural origin. Consequently, the question mark in the volume's title ("Great Men?") is not accidental: one of its goals is to examine where and how this dominance is disrupted or contested.

The volume's theoretical approach reflects contemporary developments in literary studies. Particularly significant is the transcendence of the old distinction between "fiction" and "historiography," which has enabled both the elevation of biography as a literary genre (in contrast to its earlier devaluation) and the application of narratological tools that examine both the "how" and the "what" of narrative, as well as the cultural frameworks that shape it.

For those engaged in biblical studies, the following contributions are of particular interest:

Helen Bond's study of Mark's Gospel as a biography that subverts the cultural conventions/values of its time ("Mark's Gospel: A Counter Cultural Bios"). Next, Nils Neumann's study compares the way Jesus is presented in the Synoptic tradition with the lives of Cynic philosophers by Diogenes Laertius, focusing on the common characteristics that compose the "irreverent" character of these biographies ("Überzeugend respektlose Biographien: Jesus in der synoptischen Überlieferung und die Kyniker bei Diogenes Laertios"). Felix John's study examines how minor characters are described and utilized in the central narrative of Acts ("Biographiewürdig? Nebenfiguren in der Apostelgeschichte"). Finally, Silke Petersen traces the development of the biography of Mary, the mother of Jesus, from the Gospels to later traditions ("Vom Wachsen einer Biographie: Maria von Nazareth").

Also of particular interest is Anna Ginestí Rosell's study titled "Doch nicht nur Männer? 'Große Frauen' zwischen Herodot und Plutarch," which examines female figures in Greek historiography and biography.


Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Διαβάζοντας τον Κέλσο μέσα από τον Ωριγένη: Πολεμικός λόγος, φιλοσοφική κριτική και απολογητική στρατηγική / Reading Celsus through Origen: polemics, philosophy, and apologetics

 Διαβάστε στη σελίδα Ancient Jew Review το άρθρο της Teresa Morgan για την πρόσληψη του Κέλσου από τον Ωριγένη στο έργο του. Το κείμενο της Morgan αποτελεί μέρος του αφιερώματος στη νέα μετάφραση του έργου του Ωριγένη, Κατὰ Κέλσου

Teresa Morgan, "In Defense of Celsus


To τρέχον τεύχος του Biblical Interpretation / The current issue of Biblical Interpretation

Biblical Interpretation 33 4/5 (2025)

Special Issue: Twenty More Years of Bible and Film 

  • Brandon R. Grafius, Eric X. Jarrard, Adele Reinhartz, and Rebekah Welton, "Twenty More Years of Bible and Film: An Introduction," 299-313 (OA)
  • Robert A. Kranz, "The Perils of Jephthah’s Daughter: Biblical Films as Social Problem-Solving Operations," 315–337 (abstract)
  • Nicholas J. Schaser, "The Wind Blows Where It Wishes: Metalepsis and the Gospel of John in Robert Bresson’s A Man Escaped," 338–355 (abstract)
  • Melody D. Knowles, "Trust and Type in Jesus Films:  Playing with Expectations in Son of Man and Das neue Evangelium," 356–376 (abstract)
  • Grace Emmett, "Re-forming Romans with First Reformed," 377–397 (abstract)
  • Ryan Higgins, "Impious Frauds: Found Footage Horror and the Book of Deuteronomy," 398–417 (abstract)
  • Rebekah Welton, "The Monster, Delilah and Liberation in The Shape of Water," 418–439 (OA)
  • Brandon R. Grafius, "Us and the Tethered of Genesis," 440–457 (abstract)
  • Eric X. Jarrard, "Get Out of Eden! Jordan Peele and the Horrific Afterlife of Creation," 458–482 (abstract)

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Το τρέχον τεύχος του RRE / The current issue of RRE

 Religion in the Roman Empire 11:3 (2025)

Activating Rituals (I): Materiality, Performativity, and Communication with the Superhuman

  • Chiara Di Serio - Silvia Fogliazza - Sofia Bianchi Mancini, "Activating Rituals (I) : Materiality, Performativity, and Communication with the Superhuman," 277-290 (OA)
  • Veronika Kolomaznik, "‘Revealing the Phallus’ : The Imagery of Dionysiac Mysteries on the Campana Reliefs," 291-317 (OA)
  • Chiara Di Serio, "Ritual Practices Performed by the Prophetess Manto in the Greco-Roman Sources," 318-342 (OA)
  • Luisa Mollweide, "Materiality and Communication: Rituals on Stage in Roman Comedies," 343-366 (OA)
  • Charlotte Spence, "Communication with the Superhuman through Curse Tablets," 367-385 (OA)
  • Gabriela De Tord Basterra, "Communicating with the Gods: Structures and Order of the Dedications in Local Languages from Italy," 386-403 (OA)

AJR Forum: Μία νέα μετάφραση του έργου του Ωριγένη, Κατά Κέλσου /AJR Forum: A new translation of Origen's Contra Celsum

 Με την αφορμή μίας νέας μετάφρασης του έργου του Ωριγένους, Κατὰ Κέλσου (Robin Darling Young -Joseph Wilson Trigg, The Contra Celsum of Origen:  English Translation and Facing Greek text.  Washington and Cambridge: Harvard University Press/Dumbarton Oaks, 2026) στον ιστότοπο του Ancient Jew Review έχει ανοίξει ένα forum συζήτησης με αξιόλογα άρθρα που φωτίζουν πτυχές της ιστορίας και της πρόσληψης του συγκεκριμένου έργου του Αλεξανδρινού θεολόγου:

Joseph Wilson Trigg, "Origen and the Polis: A New Translation of Contra Celsum"

Robin Darling Young, "Contra Celsum from Caesarea to Constantinople: The Travels of a Byzantine Book"

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Στο τρέχον τεύχος του NRT / In the current issue of NRT

 Nouvelle Revue Théologique 148/1 (2026)

Jean-Noël Aletti, "L’accomplissement des Écritures. Un nécessaire changement de perspective," 3-1

Αφετηρία της μελέτης αποτελεί μια κριτική ανάγνωση του Manuel de théologie d’Israël (Labor et Fides 2025). O συγγραφέας επανεξετάζει τη χριστιανική θεολογική ιδέα της «εκπλήρωσης», η οποία συχνά χαρακτηρίζεται από μία λογική υποκατάστασης του Ιουδαϊσμού (supersessionism). Μέσα από την ανάλυση της βιβλικής τυπολογίας στην Καινή Διαθήκη, υποστηρίζει ότι ο θεμελιώδης της σκοπός δεν είναι η κατάργηση ή η αντικατάσταση των παλαιότερων βιβλικών μορφών, αλλά η ένταξη του Ιησού στη γραμμή της προφητικής παράδοσης του Ισραήλ. Ο Ιησούς, συνεπώς, κατανοείται στο πλαίσιο μίας ερμηνευτικής συνέχειας και όχι ρήξης.Αυτή η μετατόπιση της ερμηνευτικής προοπτικής καθιστά δυνατή μια πληρέστερη θεολογική κατανόηση της διαρκούς εκλογής και παρουσίας του Ισραήλ εντός του σχεδίου της Θείας Οικονομίας. Παράλληλα, η ανανεωμένη αυτή ερμηνευτική προσέγγιση συμβάλλει ουσιαστικά στην ενίσχυση του θεολογικού διαλόγου μεταξύ Ιουδαϊσμού και Χριστιανισμού.


Blandine Lagrut, "Jésus a espéré," 16-30

Το άρθρο διερευνά το θεολογικό ερώτημα εάν και πώς βίωνε ο ίδιος ο Ιησούς την εμπειρία της ελπίδας. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διακονίας του, η ελπίδα του Ιησού εμφανίζεται ως μια δυναμική πραγματικότητα που εξελίσσεται: από τη χαρμόσυνη προσδοκία της εγγύτητας της Βασιλείας του Θεού έως μια ριζική εμπιστοσύνη στον Θεό απέναντι στο ενδεχόμενο του θανάτου. Με αφετηρία καίρια χωρία από το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, η συγγραφέας δείχνει ότι ο Ιησούς, ενώ είναι Υιός του Θεού, βιώνει μια ελπίδα ταυτόχρονα ανθρώπινη και θεία, σφραγισμένη από την πίστη, την εγκατάλειψη και την εσωτερική μεταμόρφωση. Η θεολογική αυτή προσέγγιση καλεί σε επανεξέταση της χριστιανικής ελπίδας όχι ως στατικής βεβαιότητας, αλλά ως δυναμικής πράξης εμπιστοσύνης στον Θεό, ακόμη και εν μέσω αβεβαιότητας.

Το τρέχον τεύχος του JSOT / The current issue of JSOT

 Journal for the Study of the Old Testament 50:2 (2025)

  • T. M. Lemos, "‘We became refuse and rubbish’: Violence, filth, and rehumanization after exile,"111-131 (OA)
  • Jacob Deans, "Amos amongst the nōqdīm: Navigating agrarian class conflict in the book of Amos," 132-148 (OA)
  • Diego Pérez-Gondar, "Messianism and universalism in Psalm 22: An intertextual journey according to Mikhail Bakhtin’s dialogism," 149-168 (abstract)
  • Jordan W. Jones, "Qohelet’s satire of the chores: Ecclesiastes 10.8–11, the Teaching of Khety, and the limits of wisdom," 169-189 (abstract)
  • Qian Qin - Fangming Yan, "The feminine rewriting in Wu Shutian’s translation of Song of Songs," 190-207 (abstract)
  • Hila Dayfani, "The literary profile of the Priestly strand: A new perspective," 208-228 (abstract)  


    


    

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

«Διομήδης χρηστιανός»: μια πρώιμη επιγραφική μαρτυρία χριστιανικής ταυτότητας από τη Μεσσήνη / "Διομήδης χρηστιανός": Early Epigraphic Evidence for Christian Identity from Messene

 Στο πρόσφατο άρθρο του Νίκου Τσιβίκη, “The Earliest χρηστιανοί of Messene and Their Third- and Fourth-century Funerary Monuments,” Tekmeria 19 (2025), δημοσιεύεται και αναλύεται μια σύντομη αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα επιγραφή από την αρχαία Μεσσήνη που ρίχνει φως στον τρόπο που οι αρχαίοι Χριστιανοί αυτοπροσδιορίζονταν. 

Η επιγραφή είναι χαραγμένη σε αρχιτεκτονικό λίθο ρωμαϊκού ταφικού μνημείου  (Μνημείο Μ), το οποίο βρισκόταν extra muros, νότια του σταδίου–γυμνασίου της πόλης, σε περιοχή με μακρά χρήση ως νεκροταφείο. 

Η Επιγραφή του Διομήδη

Το κείμενο είναι εξαιρετικά απλό:

ΔΙΟΜΗ|ΔΗC | ΧΡΗCΤΙΑΝΟC

    Αυτή η λιτότητα της επιγραφής σε συνδυασμό με παλαιογραφικά κριτήρια οδηγεί τον Τ. να την χρονολογήσει στα τ. του 3ου αι. – αρχ. 4ου αι. μ.Χ., δηλαδή στην προκωνσταντίνεια περίοδο.Tο ταφικό μνημείο στο οποίο χαράχτηκε είναι του 1ου-2ου αι. μ.Χ. και ανήκε σε κάποια επιφανή πιθανόν οικογένεια της Μεσσήνης, της οποίας μέλος φαίνεται πως ήταν κι ο νεκρός. Ήταν ένα μικρό ορθογώνιο κτίριο με θέσεις για την τοποθέτηση των νεκρών. Η πρακτική της προσθήκης νέων επιγραφών σε παλαιότερα ταφικά μνημεία είναι καλά τεκμηριωμένη στη Μεσσήνη και αλλού στον ελληνικό χώρο. Το νέο στοιχείο εδώ δεν είναι το ίδιο μνημείο, αλλά ο τρόπος αυτοπροσδιορισμού του νεκρού.

Χρηστιανός vs. Χριστιανός: Μια Κρίσιμη Διαφορά

    Το όνομα «χριστιανός» ως δηλωτικό ενός μέλους της χριστιανικής ταυτότητας είναι ήδη γνωστό από την Καινή Διαθήκη: Πραξ 211:26 και 1Πε 4:16 (σε συνάφεια που παραπέμπει σε διωγμούς και θλίψεις). Κατά το 2ο αι. ο τίτλος χρησιμοποιείται ως προσδιορισμός των μελών της χριστιανικής Εκκλησίας από τις ρωμαϊκές αρχές κι αποκτά σταδιακά θετικό πρόσημο ως αυτοπροσδιορισμός των μελών της εκκλησιαστικής κοινότητας.

    Το πραγματικά συναρπαστικό στην περίπτωση της Μεσσήνης και σε άλλα επιγραφικά μνημεία είναι η ορθογραφία με ήτα (η) αντί για ιώτα (ι): χρη-στιανός αντί χρι-στιανός. Αυτή η παραλλαγή δεν είναι τυχαία ούτε ορθογραφικό σφάλμα, αλλά παραπέμπει σε μία μια βαθύτερη διαδικασία (αυτο)προσδιορισμού θρησκευτικών κι άλλων ομάδων στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

    Πρόσφατη έρευνα του Walter Shandruk σε παπύρους από την Αίγυπτο έχει δείξει ότι οι δύο ορθογραφίες αντιπροσωπεύουν διαφορετικές οπτικές:

  • Χριστός (με ι) = η "εσωτερική" γλώσσα των χριστιανικών κοινοτήτων. Οι χριστιανοί χρησιμοποιούσαν τον προσδιορισμό Χριστός για τον Ιησού, ακολουθώντας τους κανόνες της κοινής ελληνικής.
  • Χρηστιανός (με η) = η "εξωτερική" γλώσσα της ρωμαϊκής διοίκησης. Όταν οι ρωμαϊκές αρχές κατηγοριοποιούσαν τους χριστιανούς, βασίστηκαν στο λατινικό όνομα Chrestus και δημιούργησαν τον όρο chrestiani, από όπου προέκυψε το ελληνικό χρηστιανός.

    Η ορθογραφία με «η» επικρατεί σε παπύρους έως τον 4ο αιώνα,  πριν δηλ. ο χριστιανισμός γίνει επίσημη θρησκεία και τυποποιηθεί η ορολογία. Όπως υποστηρίζει ο Sylvain Destephen: "η μεμονωμένη χρήση του όρου 'χριστιανός', ειδικά όταν υιοθετεί αρχαϊκή ορθογραφία (χρηστιανός αντί χριστιανός), φαίνεται να υποδεικνύει προκωνσταντίνεια χρονολόγηση".

    Το αξιοσημείωτο στην επιγραφή της Μεσσήνης είναι ότι αυτή η «εξωτερική» ονομασία υιοθετείται από τον ίδιο τον πιστό ως αυτοπροσδιορισμός. Πρόκειται για μια πρώιμη φάση κατά την οποία η χριστιανική ταυτότητα δεν έχει ακόμη πλήρως θεσμοποιηθεί, αλλά δηλώνεται με όρους που γίνονται κατανοητοί και από το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον.

Μόνο Τέσσερις Επιγραφές σε όλη την Ελλάδα

    Η σπανιότητα των επιγραφών με τον προσδιορισμό «χρηστιανός» (δηλ. με «η») υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα του ευρήματος. Μόνο τέσσερις επιγραφές στον ελλαδικό χώρο μαρτυρούν αυτήν την γραφή του ονόματος,

  • 2 από τη Θεσσαλονίκη:
    • ICG 3659: Ταφική επιγραφή
    • ICG 3141: Το επιτάφιο του Ευτυχίου με διπλή ορθογραφία: "χρηστιανοῦ χρηστειανοῦ" - πιθανώς διδάσκαλος και νεοβαπτισμένος ταυτόχρονα
  • Από τη Μεσσήνη:
    • Η νέα επιγραφή του Διομήδη (3ος αι.)
    • ICG 3432: Το επιτάφιο του Γλυκά (4ος-5ος αι.) με την πιο επεξεργασμένη φόρμουλα "χρηστιανέ, φιλοπάτωρ, φιλάδελφε, φιλόφιλε"

    Αντίθετα, στη Φρυγία αυτός ο τύπος ήταν εξαιρετικά διαδεδομένος. Έχουν έως τώρα εντοπισθεί 33 επιγραφές με τον προσδιορισμό «χρηστιανός», οι γνωστές επιγραφές με τη διατύπωσ "Χριστιανοί υπέρ Χριστιανῶν" του 3ου και του4ου αιώνα. Η σπανιότητα στην Ελλάδα ίσως υποδηλώνει διαφορετικές τοπικές παραδόσεις ή όψιμη ανάπτυξη των ελληνικών χριστιανικών κοινοτήτων (κυρίως από τον ύστερο 4ο αι. κι εξής).

Ποιος ήταν ο Διομήδης;

    Ο Διομήδης είναι το τρίτο γνωστό μέλος της προκωνσταντίνειας χριστιανικής κοινότητας της Μεσσήνης, μετά τον αναγνώστη Παράμονο και τον επίσκοπο Θεόδουλο. Αλλά αντίθετα με εκείνους τους κληρικούς, φαίνεται πως ήταν λαϊκός.

Η ανώτερη κοινωνική του θέση συνεπάγεται από:

  • Το μυθολογικό όνομα (ο ομηρικός ήρωας Διομήδης)
  • Την ταφή σε επιβλητικό οικογενειακό μνημείο (1ος-2ος αι. μ.Χ.)
  • Την επιλογή δημόσιας δήλωσης πίστης

    Αυτό το τελευταίο είναι κρίσιμο. Στην εποχή πριν ο χριστιανισμός αναγνωρισθεί επίσημα από το ρωμαϊκό κράτος, ο Διομήδης επέλεξε να δηλώσει την ταυτότητά του σε ένα μνημείο στο δημόσιο χώρο. Αυτή η πράξη αντικατοπτρίζει την πρακτική των μαρτύρων: όταν ο Κάρπος της Περγάμου (2ος αι.) ανακρινόταν για το όνομά του, απάντησε: "Τὸ πρῶτον καὶ ἐξαίρετον ὄνομα Χριστιανός" - "Το πρώτο και εξαίρετο όνομά μου είναι Χριστιανός". Η επιλογή του να δηλώσει στην ταφική του επιγραφή μόνο το όνομα και την ιδιότητα χρηστιανός κι όχι με την καταγωγή ή την οικογένειά του υποδηλώνει ότι, ήδη πριν από την Κωνσταντίνεια στροφή, η χριστιανική πίστη μπορούσε να λειτουργήσει ως πρωτεύων δείκτης ταυτότητας. Με αυτή την έννοια, η επιγραφή αποτελεί μικρό αλλά εξαιρετικά πυκνό τεκμήριο της διαδικασίας με την οποία ο Χριστιανισμός μετατρέπεται από περιθωριακή ομάδα σε σαφώς ορατή κοινότητα μέσα στον κοινωνικό ιστό της αρχαίας πόλης.

Η σπουδαιότητα του επιγραφικού ευρήματος

Η επιγραφή είναι σημαντική για την ιστορία του αρχαίου χριστιανισμού γιατί:

  • Προσφέρει σπάνια μαρτυρία για τον χριστιανισμό του 3ου αιώνα στην Πελοπόννησο, πριν ο χριστιανισμός γίνει επίσημη θρησκεία
  • Αποκαλύπτει τη διαδικασία κατασκευής ταυτότητας - πώς δημιουργούνταν οι θρησκευτικές ταυτότητες και πώς διέφεραν η "εσωτερική" και "εξωτερική" γλώσσα
  • Δείχνει την κοινωνική σύνθεση - ελίτ λαϊκοί χριστιανοί που διατηρούσαν παραδοσιακές ταφικές πρακτικές, ενώ δήλωναν δημόσια τη νέα τους πίστη
  • Επιτρέπει συγκρίσεις ανάλογων φαινομένων σε διαφορετικούς τόπους της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (Ελλάδα vs Φρυγία, Μεσσήνη vs Θεσσαλονίκη) και διερευνά τους τρόπους έκφρασης της χριστιανικής ταυτότητας σε αυτές τις τοπικές κοινότητες.
  • Παρακολουθεί τη διαχρονική εξέλιξη της δήλωσης της χριστιανικής ταυτότητας μέσα σε μία συγκεκριμένη κοινότητα, αυτήν της Μεσσήνης - από την αυστηρή "Διομήδης χρηστιανός" στην πιο επεξεργασμένη φόρμουλα του Γλυκά.
[Σημ. Για τη βάση των ελληνικών χριστιανικών επιγραφών βλ. https://icg.uni-kiel.de/]

----------------------------------------------------


In Nikos Tsivikis's recent article, "The Earliest χρηστιανοί of Messene and Their Third- and Fourth-century Funerary Monuments," Tekmeria 19 (2025), a brief but particularly intriguing inscription from ancient Messene is published and analyzed, shedding light on how early Christians self-identified.

The inscription is carved on an architectural block from a Roman funerary monument (Monument M), located extra muros, south of the city's stadium-gymnasium, in an area with a long history of cemetery use.

The Inscription of Diomedes
The text is remarkably simple:

ΔΙΟΜΗ|ΔΗC | ΧΡΗCΤΙΑΝΟC
"Diomedes Christian"

This stark simplicity, combined with paleographic criteria, leads Tsivikis to date it to the late 3rd–early 4th century CE, i.e., the pre-Constantinian period. The monument itself dates to the 1st-2nd century CE and likely belonged to a prominent Messenian family, of which the deceased appears to have been a member. The practice of adding new inscriptions to older funerary monuments is well-documented in Messene and elsewhere in Greece. What is novel here is not the monument itself, but the mode of self-identification of the deceased.

Chrestianos vs. Christianos: A Critical Difference
The name "Christian" as a designation for a member of the Christian community is already known from the New Testament: Acts 11:26 and 1 Pet 4:16 (in contexts referring to persecutions and tribulations). By the 2nd century, the title was used by Roman authorities to designate members of the Christian Church and gradually acquired a positive connotation as self-identification by members of the ecclesial community.

What is truly fascinating in the case of Messene and other epigraphic monuments is the spelling with eta (η) instead of iota (ι): chre-stianos instead of chri-stianos. This variation is neither accidental nor an orthographic error, but points to a deeper process of (self-)identification of religious and other groups in the Roman Empire.

Recent research by Walter Shandruk on papyri from Egypt has shown that the two spellings represent different perspectives:
  • Χριστός (with ι) = the "in-group" language of Christian communities. Christians used the designation Christos for Jesus, following the rules of common Greek.
  • Χρηστιανός (with η) = the "out-group" language of Roman administration. When Roman authorities categorized Christians, they based it on the Latin name Chrestus and created the term chrestiani, from which the Greek chrestianos derived.
The spelling with eta prevails in papyri up to the 4th century, before Christianity became the official religion and terminology was standardized. As Sylvain Destephen argues: "the isolated use of the term 'Christian,' especially when it adopts an archaic spelling (chrestianos instead of christianos), seems to indicate a pre-Constantinian date."

What is remarkable in the Messene inscription is that this "external" designation is adopted by the believer himself as self-identification. This represents an early phase during which Christian identity has not yet been fully institutionalized, but is declared in terms understood by the broader social environment.

Only Four Inscriptions in All of Greece
The scarcity of inscriptions with the designation "chrestianos" (i.e., with eta) underscores the importance of this find. Only four inscriptions in mainland Greece attest to this spelling:
  • From Thessaloniki:
    • ICG 3659: Funerary inscription
    • ICG 3141: The epitaph of Eutychios with double spelling: "χρηστιανοῦ χρηστειανοῦ" - possibly both teacher and neophyte
  • From Messene:
    • The new inscription of Diomedes (3rd cent.)
    • ICG 3432: The epitaph of Glykas (4th-5th cent.) with the more elaborate formula "chrestiane, philopator, philadelphe, philophile"
By contrast, in Phrygia this designation was extremely widespread. Thirty-three inscriptions with "chrestianos" have been identified so far, the famous "Christians for Christians" inscriptions of the 3rd-4th centuries. The scarcity in Greece may indicate different local traditions or late development of Greek Christian communities (mainly from the late 4th century onward).

Who Was Diomedes?
Diomedes is the third known member of Messene's pre-Constantinian Christian community, after the lector Paramonos and bishop Theodoulos. But unlike those clerics, he appears to have been a layperson.
His elite social status is suggested by:
  • His mythological name (the Homeric hero Diomedes)
  • Burial in an impressive family monument (1st-2nd cent. CE)
  • The choice to publicly declare his faith
This last point is crucial. In the period before Christianity was officially recognized by the Roman state, Diomedes chose to declare his identity on a monument in public space. This act mirrors the practice of martyrs: when Carpus of Pergamum (2nd cent.) was interrogated about his name, he answered: "My first and most distinctive name is Christian." His choice to declare on his funerary inscription only his name and the designation chrestianos suggests that, even before the Constantinian turn, Christian faith could function as a primary identity marker. In this sense, the inscription constitutes a small but extremely dense testament to the process by which Christianity transforms from a marginal group into a clearly visible community within the social fabric of the ancient city.

The Significance of This Epigraphic Find
The inscription is important for the history of early Christianity because it:
  • Offers rare evidence for 3rd-century Christianity in the Peloponnese, before Christianity became the official religion
  • Reveals the process of identity construction - how religious identities were formed and how "in-group" and "out-group" language differed
  • Shows social composition - elite lay Christians who maintained traditional burial practices while publicly declaring their new faith
  • Enables comparisons of analogous phenomena in different regions of the Roman Empire (Greece vs. Phrygia, Messene vs. Thessaloniki) and explores modes of expressing Christian identity in these local communities
  • Tracks diachronic evolution of Christian identity declaration within one specific community, Messene - from the austere "Diomedes chrestianos" to the more elaborate formula of Glykas
[For the ICG see https://icg.uni-kiel.de/] 

Το τρέχον τεύχος του JOCABS / The current issue of JOCABS

 Journal of the Orthodox Center for the Advancement of Biblical Studies  14/1 (2025)

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Το τρέχον τεύχος του Biblical Theology Bulleting / The current issue of Biblical Theology Bulletin

 Biblical Theology Bulletin 55:4 (2025)

Το τρέχον τεύχος του περιοδικού έχει ως θέμα τη θέση και τη σημασία της βιβλικής θεολογίας μέσα στο κοσμικό κράτος. 

  • Teresa J. Hornsby, "Building Intersectional Coalitions with Jesus and the WNBA: A Response to Judith Butler’s Who’s Afraid of Gender?" 232-239 (abstract)
  • Erik J. Wielenberg, "Jesus’s Ethics of Wealth: Where Your Treasure Is, There Your Heart Will Be Also," 240-251 (abstract)
  • Mark W. Hamilton, "Metaphors of Renewal and Return in the Hebrew Bible and Today," 252-262 (abstract)
  • Drew J. Strait, "Resisting Trump’s Fascist Politics of Human Animalization: The Canaanite Woman, Jesus, and Gentile “Dogs” as a Paradigm," 263-276 (abstract)
  • David J. Zucker, "Tamar, Abigail, Esther: A Thrice Told Tale," 277-287 (abstract)

Το τρέχον τεύχος του JAJ / The current issue of JAJ

 Journal of Ancient Judaism 16:3 (2025)

  • Josef Forsling, "The Bitter Effect of the Water in the Law of Jealousy (Num 5:11–31): Holiness and Impurity in Conflict," 301–323 (abstract)
  • Jodi Magness, "When Was the First Samaritan Temple on Mount Gerizim Built?" 340–349 (abstract)
  • Jonathan Reichel, "Moses as a Tyrant? Moses’s Anti-tyrannical Reaction to Zambrias’s Accusation (Ant. 4.145–149)," 350-370 (abstract)
  • Jozef Tiňo - Marcela Andoková, "Ezekiel’s Exagoge: Jewish Pro-Ptolemaic Propaganda?" 371–401 (abstract)
  • Daniel Charles Smith, "A Palm Grove in Smyrna and the Negotiation of Judean Difference," 402–420 (abstract)
  • Chance E. Bonar, "Jewish Interconnectivity and Diasporic Unrest under Trajan: Stereotypes and Uneasy Histories," 421–444 (abstract)

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

ΟΑ: Κλέβοντας από τους θεούς: η ιεροσυλία στο ρωμαϊκό αυτοκρατορικό αφήγημα / ΟΑ: Stealing from the Gods: Temple Robbery in the Roman Imperial Narrative

Το open access βιβλίο της Isabel K. Köster, Stealing from the Gods: Temple Robbery in the Roman Imagination (University of Michigan Press, 2026), προσεγγίζει την ἱεροσυλία όχι απλώς ως ποινικό αδίκημα, αλλά ως λόγια και πολιτισμική κατηγορία με καθοριστική λειτουργία στο ρωμαϊκό αυτοκρατορικό αφήγημα.

Η συγγραφέας δείχνει ότι η ἱεροσυλία (sacrilegium, με τη βασική σημασία της αφαίρεσης ιερού πράγματος) λειτουργεί στη ρωμαϊκή γραμματεία ως ισχυρός μηχανισμός ηθικής κατηγοριοποίησης. Ο ιερόσυλος περιγράφεται ως μορφή ακραίας ηθικής απόκλισης: άπληστος, χωρίς μέτρο και αποκομμένος από τις αξίες της pietas. Μέσω αυτής της κατασκευής, η ευθύνη για την προσβολή του ιερού μετατοπίζεται από συλλογικές πρακτικές—όπως η αρπαγή ιερών αντικειμένων στο πλαίσιο της πολεμικής επέκτασης—σε μεμονωμένα πρόσωπα, επιτρέποντας στη Ρώμη να διατηρεί την αυτοεικόνα της ως κατ' εξοχήν ευσεβούς αυτοκρατορίας και εξουσίας.

Κεντρική θέση στο επιχείρημα του βιβλίου κατέχει η κατανόηση της ιερότητας όχι ως σταθερής ιδιότητας, αλλά ως έννοιας διαρκώς υπό διαπραγμάτευση, της οποίας το περιεχόμενο καθορίζεται από το εκάστοτε αφηγηματικό και ιδεολογικό πλαίσιο. Τα ίδια αντικείμενα μπορούν, ανάλογα με τα συμφραζόμενα, να παρουσιαστούν είτε ως απαραβίαστα αφιερώματα είτε ως θεμιτή λεία, αποκαλύπτοντας τη στενή διαπλοκή θρησκείας, ιδιοκτησίας και αυτοκρατορικής ισχύος στον ρωμαϊκό κόσμο.

Το βιβλίο προσφέρει μια ιδιαίτερα γόνιμη συμβολή στη μελέτη της αρχαίας θρησκείας και της πολιτικής του ιερού, δείχνοντας πώς αφηγήσεις περί ἱεροσυλίας λειτουργούν ως εργαλεία οριοθέτησης της ηθικής τάξης και νομιμοποίησης της αυτοκρατορικής εξουσίας.

Κρίσιμο στοιχείο της μελέτης είναι ότι η ἱεροσυλία δεν αντιμετωπίζεται ως αυτονόητη ή αντικειμενικά οριζόμενη πράξη, αλλά ως ρητορική κατασκευή, η οποία αποκτά νόημα μέσα σε συγκεκριμένα αφηγηματικά και ιδεολογικά πλαίσια. Οι ρωμαϊκές πηγές δεν περιγράφουν μόνο την προσβολή του ιερού· την παράγουν νοηματικά, ορίζοντας ποιος μπορεί να χαρακτηριστεί ἱερόσυλος, υπό ποιες συνθήκες και με ποιες ηθικές συνέπειες.

Με τον τρόπο αυτό, ο λόγος περί ἱεροσυλίας λειτουργεί κανονιστικά: συγκροτεί πρότυπα ορθής θρησκευτικής συμπεριφοράς, αποκλείει αποκλίνουσες πρακτικές και συμβάλλει στη νομιμοποίηση της αυτοκρατορικής εξουσίας ως προστάτιδας του ιερού.

Η θεματική αυτή ανοίγει και ένα γόνιμο συγκριτικό πεδίο με βιβλικά, αρχαία ιουδαϊκά και πρώιμα χριστιανικά κείμενα, όπου η γλώσσα της ἱεροσυλίας εμφανίζεται άλλοτε ως κατηγορία εναντίον «άλλων» και άλλοτε ως κριτική της ίδιας της εξουσίας. Ενδεικτικά, ο Παύλος χρησιμοποιεί ρητά το ρήμα «ἱερὰ συλᾶν» ως ηθική αιχμή (Ρωμ 2:22), ενώ στις Πράξεις ο όχλος της Εφέσου διαβεβαιώνει ότι οι σύντροφοι του Παύλου «οὔτε ἱερόσυλοι εἰσίν» (Πρξ 19:37), δείχνοντας πόσο φορτισμένη ήταν η κατηγορία στον δημόσιο λόγο. Παράλληλα, η εβραϊκή ιστοριογραφία προσφέρει κλασικές αφηγήσεις «αρπαγής του ιερού» από φορείς εξουσίας: η απόπειρα του Ἡλιοδώρου να αφαιρέσει χρήματα από τον ναό (2 Μακκ 3) λειτουργεί ως υπόδειγμα της βίας της κοσμικής ισχύος απέναντι στο ιερό, ενώ στον Ιώσηπο απαντούν επεισόδια όπου ρωμαϊκοί διοικητές κατηγορούνται ότι πήραν χρήματα από το ἱερόν. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: Πόντιος Πιλάτος (Αρχαιολ. 18.55–62) και Γέσσιος Φλώρος (Ιουδ. Πόλ. 2.293–296). Έτσι, σε αυτά τα σώματα κειμένων η «ἱεροσυλία» δεν είναι μόνο ατομικό έγκλημα· μπορεί να λειτουργεί και ως ερμηνευτική κατηγορία πολιτικής κριτικής.

[Το βιβλίο διατίθεται ελεύθερα (open access) με άδεια CC BY-NC 4.0.]

-------------------------------------------------------

[ENGLISH TRANSLATION] 

Isabel K. Köster's open access book, Stealing from the Gods: Temple Robbery in the Roman Imagination (University of Michigan Press, 2026), approaches temple robbery not simply as a criminal offense, but as a discursive and cultural category with a defining function in the Roman imperial narrative.

The author demonstrates that, in Roman literature, temple robbery (sacrilegium, meaning the removal of sacred property) functions as a powerful mechanism of moral categorisation. The temple robber is depicted as an extremely deviant figure: greedy, immoderate and disconnected from the values of pietas. Through this construction, responsibility for the violation of the sacred is shifted from collective practices, such as the seizure of sacred objects in the context of military expansion, to isolated individuals. This allows Rome to maintain its self-image as a supremely pious empire and power.

Central to the book's argument is the idea that sacredness is not a fixed property, but a constantly negotiated concept whose meaning is determined by the prevailing narrative and ideological framework. Depending on the context, the same objects can be presented either as sacred dedications or as legitimate spoils, revealing the close entanglement of religion, property and imperial power in the Roman world.

This work makes a significant contribution to the study of ancient religion and the politics of the sacred by showing how narratives about temple robbery function as tools for establishing moral order and legitimising imperial power.

A critical element of the study is that temple robbery is not treated as an inherently evil act, but as a rhetorical construction that acquires meaning within specific narrative and ideological frameworks. Roman sources do not merely describe the violation of the sacred; they semantically produce it, defining who can be characterised as a temple robber, under what conditions, and with what moral consequences.

In this way, discourse about temple robbery functions normatively: it establishes standards of proper religious behaviour, excludes deviant practices, and contributes to the legitimisation of imperial power as protector of the sacred.

This theme also opens up fertile ground for comparison with biblical, Jewish and early Christian contexts, in which the language of temple robbery is sometimes used to accuse 'others' and sometimes to critique power itself. For example, Paul explicitly uses the verb 'ἱερὰ συλᾶν' (to rob temples) as a moral weapon (Rom. 2:22), while in Acts, the crowd in Ephesus asserts that Paul's companions 'are not temple robbers' (Acts 19:37), demonstrating the gravity of this accusation in public discourse. Similarly, Jewish historiography provides classic examples of the 'seizure of the sacred' by those in power. Heliodorus' attempt to steal money from the Temple in 2 Maccabees 3 is a prime example of the violence of secular power against the sacred. Conversely, Josephus recounts instances in which Roman governors are accused of stealing from the Temple. Characteristic examples include: Pontius Pilate (Ant. 18.55–62) and Gessius Florus (B.J. 2.293–296). Thus, in these bodies of texts, 'temple robbery' is not only an individual crime, but can also function as an interpretive category of political critique.

Το τρέχον τεύχος του HeBAI / The current issue of HeBAI

Hebrew Bible and Ancient Israel 14/4 (2025)

Does Wisdom Have a Sense of Humour? Exploring Humour in Proverbs, Job, Ecclesiastes, and Cognate Literatures

  • Alexander T. Kirk, Katherine E. Southwood, "Does Wisdom Have a Sense of Humour? Exploring Humour in Proverbs, Job, Ecclesiastes, and Cognate Literatures,"  423-442 (abstract)
  • Melissa A. Jackson, "What Could be Funny about Job?" 443-465 (abstract)
  • Stuart Weeks, "Wisdom, Qohelet, and the Art of Snark," 466-482 (abstract)
  • Joanna G. Kline, "The Wisdom of Beasts: Humour and Animal Imagery in Proverbs 30," 483-508 (abstract)
  • Maya Volodarski-Richter, "Humour, Irony, and Related Phenomena in Proverbs," 509-536 (abstract)
  • Nikolaos Lazaridis, "Humour in Ancient Egyptian Instructions," 537-563 (abstract)
  • Takayoshi M. Oshima, "'Goatcha': A New Interpretation of the Ancient Sumerian Fable of The She- Goat and the Lion," 564-579 (abstract)

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

Το τρέχον τεύχος του JHS / The current issue of JHS

 Journal of Hebrew Scriptures 25 (2025)

Το τρέχον τεύχος του Protokolle zur Bibel / The current issue of Protokolle zur Bibel

 Protokolle zur Bibel 34/2 (2025)

Το τρέχον τεύχος του περιοδικού είναι αφιερωμένο στο θέμα της ηγεσίας, όπως αυτή κατανοείται και περιγράφεται σε βιβλικά και πατερικά κείμενα. 

  • Maria Brader, "Führung, Fest und Fasten. Biblische Strategien der Leitung 48–68," 48-68 (OA)
  • Edith Petschnigg, "Das hörende Herz Salomos oder Führungskompetenz aus der geistigen Dimension des Menschseins. Ein exegetischer und existenzanalytischer Blick auf 1 Kön 3,1–15," 69-88 (OA)
  • Karl MatthiasSchmidt, " Xanthippes Schwestern. Phil 4,2–3 und die Leitungsfunktionen in der Gemeinde von Philippi," 89-110 (OA)
  • Halyna Schweizer, "Wunderweiber? Eine patriarchale Nachkorrektur der charismatischen Witwenrollen (1 Tim 5,3–16)," 111–124 (OA)
Στη συνέχεια δίνω σύντομα το περιεχόμενο των δύο άρθρων που αφορούν την Καινή Διαθήκη και μοιράζομαι μαζί σας κάποιες σκέψεις και ερωτήματα. (an english summary at the end of this post)

Karl Matthias Schmidt, " Xanthippes Schwestern. Phil 4,2–3 und die Leitungsfunktionen in der Gemeinde von Philippi"
Στο άρθρο του ο Schmidt προτείνει μία ριζική αναθεώρηση της ερμηνείας του Φιλ 4:2-3: η Ευοδία κι η Συντύχη δεν είναι δύο γυναίκες των Φιλίππων σε διένεξη αλλά οι επίσκοποι της εκκλησίας των Φιλίππων. Ο S. υποστηρίζει ότι η παραδοσιακή ερμηνεία του ρόλου των δύο αυτών γυναικών είναι αποτέλεσμα μίας ανδροκεντρικής προκατάληψης.

Επιχειρήματα

1. Το παράδειγμα της Ξανθίππης, της συζύγου του Σωκράτη. Σύμφωνα με το Φαίδων 116b, ο Σωκράτης την εμπιστεύεται με μια σειρά εντολών λίγο πριν από το θάνατό του, ωστόσο μετατράπηκε μέσα στην παράδοσης σε αρχέτυπο της φιλόνικης γυναίκας. Ακόμη κι οι προσπάθειες της αποκταστασής της αγνοήθηκαν. Κατά ανάλογο τρόπο οι δύο γυναίκες στην Φιλ αντιμετωπίστηκαν ως φιλόνικες και ήταν απαραίτητο ένας άνδρας να μεσολαβήσει για να μονοιάσουν. 
2. Από το κείμενο της Φιλ δεν προκύπτει καμιά διένεξη. 
Η προτροπή του Παύλου "τὸ αὐτὸ φρονεῖν" είναι μια γενική προτροπή και δεν υπονοεί σύγκρουση. 
Αν υπήρχε διένεξη, ο Παύλος θα το έλεγε ρητά, όπως κάνει αλλού (1Κορ 1:10-11). 
Σε εκείνες τις περιπτώσεις που ο Παύλος χρησιμοποιεί τη φράση χωρίς να υπάρχει διένεξη, το κάνει προληπτικά (2Κορ 13:11· Ρωμ 15:5)
3. Υπάρχει μία ενδοκειμενική σύνδεση μεταξύ του Φιλ 1:1 και 4:2-3. Ο Παύλος στο προοίμιο αναφέρει 'επισκόπους και διακόνους' (1:1). Στο τέλος (4:2-3) αναφέρει με την ίδια σειρά: πρώτα τις δύο γυναίκες (→ επίσκοποι), μετά τον 'σύζυγο' και τον Κλήμη (→ διάκονοι). Κατά τον S., αυτή η αντιστοιχία δεν είναι τυχαία
Σύμφωνα με τον S. ο «σύζυγος» είναι ο Επαφρόδιτος:
o Υπάρχουν λεκτικές συνδέσεις: συνεργός/συστρατιώτης (2:25) / συνεργῶν
o Δεν αναφέρεται με το όνομά του, γιατί είναι παρών κατά τη σύνταξη της επιστολής και θα την μεταφέρει ο ίδιος στους Φιλίππους - όταν τη διαβάσουν, θα είναι μπροστά τους, άρα τους είναι προφανές ποιος είναι ο "σύζυγος".
4. Η ίδια η δομή της επιστολής οδηγεί σε παραλληλισμό μεταξύ του Σωκράτη/Ξανθίππης και Παύλου/Ευοδίας και Συντύχης. Ο απόστολος ενδυναμώνει τα μέλη της εκκλησίας των Φίλιππων και τους επισκόπους τους στην προοπτική του πιθανού θανάτου του.
5. Ο Ιω. Χρυσόστομος σημειώνει τον ηγετικό ρόλο αυτών των γυναικών στην εκκλησία των Φιλίππων (Εἰς Φιλιπ. 13,3 = PG 62, 279–280: «Δοκοῦσι δέ μοι αὗται αἱ γυναῖκες τὸ κεφάλαιον εἶναι τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἐκεῖ»). 

Κριτική αποτίμηση και ερωτήματα 
Το άρθρο του S. προσφέρει μία νέα ανάγνωση του Φιλ 4:2-3, καθώς αμφισβητεί την παγιωμένη ερμηνεία που βλέπει εδώ μία διένεξη μεταξύ δύο γυναικών και αναπαράγει το ανδροκεντρικό στερεότυπο της φιλόνικης γυναίκας. Η σύνδεση με την περίπτωση της Ξανθίππης είναι ευφυής και πρωτότυπη. Επιπλέον, το επιχείρημα του S. ότι το κείμενο δεν αφήνει να εννοηθεί κάποια διένεξη μεταξύ των γυναικών είναι ισχυρό και στηρίζεται σε μία σοβαρή εξηγητική ανάλυση. Ο Παύλος φαίνεται να αναγνωρίζει τον ηγετικό τους ρόλο μέσα στην κοινότητα κι η προτροπή του προς αυτές για ομόνοια εντάσσεται μέσα στο γενικότερο θέμα της επιστολής για την ενότητα. 
Η θέση του, ωστόσο, για την ταύτιση των δύο γυναικών με δύο επισκόπους της τοπικής εκκλησιαστικής κοινότητας (κατά το πρότυπο των duumviri των Φιλίππων) γεννά μια σειρά από ερωτήματα:
Τι σημαίνει «ἐπίσκοπος» στις χριστιανικές κοινότητες του 50-60 μ.Χ.; Ο S. αφήνει να εννοηθεί ότι είναι κάτι παγιωμένο, όμως ο Παύλος στην 1Κορ δε συγκαταλέγει αυτό το αξίωμα μεταξύ των χαρισμάτων. Μήπως ο όρος δηλώνει μία λειτουργία μέσα στην κοινότητα κι όχι ένα θεσμικό ρόλο; 
Πόσο βέβαιη είναι τελικά η ταύτιση του «σύζυγου» με τον Επαφρόδιτο; Γιατί ο Κλήμης κατανομάζεται κι ο Επαφρόδιτος όχι; Δε θα μπορούσε να είναι κάποιος άλλος συνεργάτης του Παύλου; 
Αν τελικά η επιστολή δεν είναι μία αλλά ίσως τρεις (ή και περισσότερες) μπορεί να λειτουργήσει το επιχείρημα της σύνδεσης του 4:2-3 με το 1:1; 
Μήπως είναι πιο κοντά στην ιστορική πραγματικότητα να υποθέσουμε ότι οι δύο γυναίκες είναι επικεφαλής δύο κατ' οίκον εκκλησιών στους Φιλίππους; Αυτό εξηγεί γιατί αναφέρονται μαζί (δύο οικίες = μία κοινότητα), γιατί ο Παύλος τις παρακαλεί για ομόνοια (συνεργασία μεταξύ οικιακών εκκλησιών), και γιατί είναι τόσο σημαντικές (χωρίς τη συνεργασία τους → διάσπαση). Από τις Πράξεις γνωρίζουμε τουλάχιστον δύο κατ' οίκον εκκλησίες στους Φιλίππους (Λυδία, δεσμοφύλακας). Αλλού γυναίκες έχουν ηγετικό ρόλο σε οικιακές εκκλησίες (Πρίσκιλλα, Νύμφα).
 
    Αυτά τα ερωτήματα δε μειώνουν βέβαια την αξία του άρθρου του Schmidt, το οποίο αποτελεί μία εξαιρετική συμβολή στην κατανόηση του ρόλου των γυναικών μέσα στις πρώτες εκκλησιαστικές κοινότητες. Από τη μία, επισημαίνει κι αναδεικνύει το ρόλο του ανδροκεντρισμού στην ερμηνεία χωρίων της ΚΔ, όπου γίνεται λόγος για τη γυναικεία συμμετοχή στη ζωή των κατ’ οίκον εκκλησιών και από την άλλη, αποκαθιστά μέσα από μία λεπτομερή κριτική ανάγνωση του κειμένου, τον ηγετικό τους ρόλο. Επομένως, η νέα αυτή ερμηνεία συμβάλλει στον προβληματισμό για τη θέση που θα πρέπει να έχουν οι γυναίκες μέσα στην εκκλησιαστική κοινότητα. Το ερώτημα είναι διπλό· τι ξεχάσαμε για αυτή τη γυναικεία παρουσία και γιατί; Μήπως τέτοια κείμενα οδηγούν σε μία κριτική αναθεώρηση και ανασκευή αυτού που βολικά ονομάζουμε παράδοση; 
    Ένα ακόμη ερώτημα που προκύπτει είναι αν πρέπει να σκεφτόμαστε γραμμική εξέλιξη (από χάρισμα σε θεσμό) ή πολλαπλές ταυτόχρονες παραδόσεις. Αν η Φιλ γράφτηκε στη δεκαετία του 50-60 μ.Χ., τότε ο ρόλος των Ευοδίας/Συντύχης δεν αντιπροσωπεύει 'την' πρώιμη εκκλησία αλλά μία παράδοση μέσα στις παυλειες κοινότητες. Ταυτόχρονα, άλλες παραδόσεις (π.χ. Ιωάννειες, Ιακωβαίες) μπορεί να είχαν διαφορετικές πρακτικές. Αλλά αυτό είναι ένα θέμα στο οποίο θα επανέλθω στη συζήτηση του δεύτερου άρθρου από το τεύχος. 

Halyna Schweizer, "Wunderweiber? Eine patriarchale Nachkorrektur der charismatischen Witwenrollen (1 Tim 5,3–16)"

Η Schweizer αναλύει το 1 Τιμ 5:3-16 ως πατριαρχική "μεταγενέστερη διόρθωση" (Nachkorrektur) του ρόλου των χηρών μέσα στις εκκλησιαστικές κοινότητες. Το κείμενο μπορεί να φαίνεται ως φιλάνθρωπος κανονισμός για την προστασία και φροντίδα μίας ευάλωτης ομάδας γυναικών. Είναι, όμως, στην πραγματικότητα, ο θεσμικός περιορισμός προηγούμενων ρόλων αυτών των γυναικών στη λατρεία, τη διακονία και τη διδασκαλία. Η ανάλυση της S. αποκαλύπτει την ιστορική κίνηση από την ανοιχτότητα στο θεσμικό περιορισμό.

Επιχειρήματα
  1. Η περιγραφή της "πραγματικής χήρας
Η "αληθινή χήρα" (ὄντως χήρα, στ. 3-10) ορίζεται μέσω συγκεκριμένων κριτηρίων:
  • Ηλικία 60+, παντρεμένη μία φορά
  • "Έργα αγαθά": ανατροφή παιδιών, φιλοξενία, νήψη των ποδιών των μελών της εκκλησιαστικής κοινότητας (λειτουργική πράξη!), βοήθεια θλιβομένων
  • Βίος προσευχής κατά μόνας νύχτα και ημέρα
 Σύμφωνα με τη Schweizer, τα κριτήρια αυτά δεν περιγράφουν την πραγματικότητα, αλλά κατασκευάζουν ένα ιδεότυπο. Μάλιστα, υποστηρίζει ότι η αναφορά στη νίψη των ποδιών υποδηλώνει λειτουργικό ρόλο (πρβλ. Ιω 13) και δεν είναι απλά μια πράξη φιλανθρωπίας.

    2. Αρνητική περιγραφή των νέων χηρών
Οι νέες χήρες (στ. 11-15) περιγράφονται με σκληρούς όρους: «καταστρηνιάζουσαι» (έχουν σαρκικές επιθυμίες που τις κάνουν να ξεχνούν τον πόθο να υπηρετήσουν τον Χριστό), «ἀργαί» (αργόσχολες), «φλύαροι καὶ περίεργοι» (φλύαρες και ανακατεύονται σε ξένες υποθέσεις).
    Η S. αξιοποιεί την έρευνα της Marianne Kartzow για το "κουτσομπολιό" κι υποστηρίζει ότι αυτός ο κατάλογος ελαττωμάτων δεν περιγράφει πραγματικές γυναίκες, αλλά κατασκευάζει ένα στερεότυπο. Η γυναικεία ομιλία παρουσιάζεται ως απειλή για την τάξη - ένα ρητορικό εργαλείο "othering" που περιθωριοποιεί μέσω της γλώσσας.
    Η λύση που προτείνεται: γαμεῖν, τεκνογονεῖν, οἰκοδεσποτεῖν (στ. 14), δηλαδή επιστροφή στην ιεραρχική δομή του οίκου.

    3. Από το χάρισμα στον έλεγχο και περιορισμό: ιστορική σύγκριση
    Η S. αξιοποιεί άλλες πρώιμες χριστιανικές πηγές και τις συγκρίνει με το κείμενο της 1Τιμ. Ειδικότερα παρατηρεί τα εξής:
  • Ο Πολύκαρπος (Φιλ 4,3) κάνει λόγο για χήρες "αδιαλείπτως προσευχόμενες για όλους", επισημαίνει δηλαδή το χάρισμα της προσευχής
  • Didascalia Apostolorum (3ος αι.): Οι χήρες χαρακτηρίζονται "θυσιαστήριο Θεού" αλλά τις απαγορεύεται η διδασκαλία και η δημόσια ομιλία
  • Πράξεις 6,1-6: Διένεξη χηρών → δημιουργία διακονίας → οι χήρες σιωπούν
Το μοτίβο που παρατηρείται σε αυτά τα κείμενα είναι ότι αναγνωρίζεται η πνευματική τιμή των χηρών η οποία όμως συνδυάζεται με τη θεσμική απαγόρευση, το χάρισμα, επομένως, είναι ελεγχόμενο

4. Η μετάβαση από το δημόσιο στο ιδιωτικό
    Βασιζόμενη στη μελέτη της Korinna Zamfir, η S. υιοθετεί την αρχαία διάκριση: οίκος (γυναικείος χώρος) vs. πόλις (ανδρικός χώρος). Kαθώς η Εκκλησία γινόταν "δημόσιος χώρος," άρχισε να υιοθετεί το ανδρικό πρότυπο και την ανδρική εξουσία. 
    Αυτή η "Raum-Restrukturierung" (αναδιάταξη του χώρου) λειτουργεί ως ένας έμφυλος έλεγχος : οι νέες χήρες απομακρύνονται από το δημόσιο εκκλησιαστικό χώρο και περιορίζονται στον οίκο.

    5. Ρωμαϊκό πλαίσιο
    Οι νόμοι που θέσπισε ο Οκταβιανός Αύγουστος, lex Iulia 18 π.Χ. και lex Papia 9 μ.Χ., υποχρέωναν τις χήρες να ξαναπαντρευτούν εντός 2 ετών, με κυρώσεις όσον αφορά τις κληρονομικές τους διεκδικήσεις για όσες αρνούνταν. Το 1 Τιμ 5:14 (οι νέες χήρες πρέπει να παντρεύονται) φαίνεται να συμφωνεί με αυτήν την κρατική πολιτική, η Εκκλησία υιοθετεί κι εφαρμόζει στη δική της πραγματικότητα τη ρωμαϊκή πολιτική ελέγχου των χηρών.

    6. Ασύμμετρη παιδαγωγία των φύλων
    Όπως επισημαίνει η Joanne Huizenga, ενώ ο Παύλος (1 Κορ 7) απευθύνεται με τον ίδιο τρόπο σε άντρες και γυναίκες, οι Ποιμαντικές Επιστολές (1 Τιμ, Τίτ) δίνουν εντολές γάμου και οικιακής συμπεριφοράς μόνο στις γυναίκες. Αυτό μπορεί να υποδηλώνει ότι η θέση των γυναικών μέσα στα όρια του ιδιωτικού οίκου είναι δεδομένη.

Κριτική αποτίμηση και ερωτήματα
    Το άρθρο της S. διαθέτει ένα σύνθετο θεωρητικό πλαίσιο, διαλέγεται με τη σύγχρονη βιβλιγογραφία και προκαλεί κρίσιμα ερωτήματα. Η κεντρική επιχειρηματολογία - ότι η 1 Τιμ 5 είναι "διόρθωση εκ των υστέρων" των χαρισματικών ρόλων των γυναικών μέσω μίας θεσμικής κανονικοποίησης μισογυνιστικών στερεοτύπων και επαναπροσδιορισμού της θέσης των φύλων στο χώρο (δημόσιο κι ιδιωτικό) - είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και επίκαιρη. Η χρήση της διάκρισης του χώρου και της συσχέτισης του με τα φύλα (δημόσιο/ιδιωτικό) αλλά κι η ανάλυση του κουτσομπολιού ως ρητορικού εργαλείου είναι ιδιαίτερα χρήσιμες στην ανάλυση της S.

Ωστόσο, προκύπτουν και κάποια ερωτήματα:
  • Πόσο τεκμηριωμένη είναι η χαρισματική "χρυσή εποχή"; Οι πηγές που η S. χρησιμοποιεί (Πολύκαρπος, Didascalia) είναι μεταγενέστερες της 1 Τιμ. Υπάρχει κίνδυνος να προβάλλουμε αναδρομικά μια "χαρισματική ουτοπία" που δεν υπήρξε ποτέ; Το "ἁγίων πόδας ἔνιψεν" φαίνεται να υποδηλώνει μία σημαντική πράξη μέσα στην κοινότητα, χρειάζεται, όμως, περισσότερη τεκμηρίωση.
  • Οι οδηγίες στην 1Τιμ είναι μόνο για να ελέγξουν τις χήρες ή επιδιώκουν ενδεχομένως σε κάποιες περιπτώσεις και να προστατεύσουν;  Μήπως οι ιστορικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που προϋποθέτει η επιστολή αφήνει κάποιο περιθώριο στο να θεωρήσουμε ότι μπορεί να επιθυμεί να λειτουργήσει προστατευτικά (χωρίς βέβαια αυτό κατ’ ανάγκη να υποβαθμίζει το στοιχείο του ελέγχου); Αν απαντήσουμε θετικά σε αυτό το ερώτημα, τότε έχουμε μία πιο σύνθετη εικόνα.  
  • Η S. καταλήγει στην εξαιρετική της μελέτη με την πρόταση ότι: "Ίσως αυτό ακριβώς είναι το καθήκον του παρόντος: να θυμόμαστε – και μέσα από τη μνήμη να αποκαθιστούμε." Εδώ όμως τίθεται ένα σημαντικό ερμηνευτικό ερώτημα; Πώς ακριβώς μπορεί να γίνει αυτό; Αν η 1 Τιμ είναι Αγία Γραφή, την "διαγράφουμε," την επανερμηνεύουμε, ή κάτι άλλο;
  • Τέλος, κι εδώ επανερχόμαστε στο ζήτημα της πολυφωνίας vs. γραμμικής εξέλιξης. Η S. φαίνεται να  προϋποθέτει μία γραμμική εξέλιξη: χάρισμα (πρώιμο) → θεσμός (όψιμο). Μήπως όμως είχαμε πολλαπλές ταυτόχρονες παραδόσεις; Στη δεκαετία 90-120 μ.Χ., όταν γράφονται οι Ποιμαντικές Επιστολές, υπάρχουν:
  • Ποιμαντικές (Μ. Ασία;): περιορισμός χηρών (1 Τιμ 5)
  • Πολύκαρπος (Σμύρνη): χήρες με ισχυρό ρόλο στο έργο της προσευχής
  • Didascalia Apostolorum (Παλαιστίνη/Συρία;): φαίνεται να προϋποθέτουν μία διαφορετική εκκλησιαστική δομή
    Αυτή η πολυφωνία συνεχίζεται για 200-300 χρόνια. Το ενιαίο μοντέλο (όπως το περιγράφει η 1 Τιμ) επικρατεί σταδιακά (3ος-4ος αι.), όχι επειδή ήταν η "φυσική εξέλιξη" αλλά επειδή μία παράδοση επικράτησε έναντι άλλων υιοθετώντας τα ανδροκεντρικό μοντέλο του περιβάλλοντος της Εκκλησίας.
    Αυτό σημαίνει ότι οι άλλες παραδόσεις (όπως του Πολυκάρπου, όπου οι χήρες διατηρούσαν ισχυρό ρόλο) δεν ήταν "εξαιρέσεις" αλλά εξίσου έγκυρες εκφράσεις της πρώιμης εκκλησίας. Και αυτό μας δίνει ερμηνευτική ελευθερία: δεν επιλέγουμε "πρώιμο vs. όψιμο" αλλά μεταξύ ταυτόχρονων παραδόσεων, με βάση θεολογικά κριτήρια και τις προκλήσεις της εποχής (για παράδειγμα, ποια παράδοση είναι περισσότερο συμβατή με την κεντρική ευαγγελική αρχή του Γαλ 3:28;)
    Και τα δύο άρθρα, του Schmidt και της Schweizer, αποκαλύπτουν την ίδια δυναμική: γυναικεία ηγεσία που υπήρχε (Ευοδία/Συντύχη, χήρες με λειτουργικούς ρόλους) αλλά σταδιακά περιθωριοποιήθηκε - είτε μέσω ερμηνευτικής απόκρυψης (Schmidt) είτε μέσω θεσμικής αναδιάταξης (Schweizer). Το ερώτημα παραμένει: ποια παράδοση επιλέγουμε να ακολουθήσουμε;

--------------------------------------------------------------------

Gender and Leadership in the Early Church: Two Articles from Protokolle zur Bibel 34,2 (2025)

The current issue of Protokolle zur Bibel is dedicated to leadership in biblical and patristic texts. Two articles examine women's leadership roles in early Christianity and how androcentric bias has shaped their interpretation.

Schmidt: "Xanthippe's Sisters" - Were Euodia and Syntyche Bishops?

Karl Matthias Schmidt argues that the traditional interpretation of Phil 4:2-3 - viewing Euodia and Syntyche as two quarreling women needing male mediation - is a product of androcentric prejudice. Using the reception history of Xanthippe (Socrates' wife) as a comparative example, Schmidt demonstrates how women in leadership positions are systematically reinterpreted as "problematic." His central claim: these two women were the bishops of Philippi, not deacons in conflict. Paul's exhortation (τὸ αὐτὸ φρονεῖν) is prophylactic, not corrective - there is no textual evidence of a dispute.

Critical questions: This excellent paper is an important contribution to the discussion of the women's roles in the ancient Christian communities. It raises, though, some important critical questions: What did "ἐπίσκοποι" mean in the 50-60s CE - fixed offices or functional roles? Is the identification of the "yokefellow" as Epaphroditus convincing? If Philippians is composite (not a single letter), does the structural argument (1:1 ↔ 4:2-3) hold? Most importantly: Might Euodia and Syntyche be heads of two house churches rather than bishops in a mono-episcopal structure? This aligns better with evidence from Acts 16 (Lydia, the jailer) and parallels elsewhere (Prisca, Nympha).

Regardless, Schmidt's contribution is significant: it exposes how androcentric interpretation erases women's leadership and restores their role through careful textual analysis. As John Chrysostom already recognized, these women were "τὸ κεφάλαιον τῆς Ἐκκλησίας" - the head of the church in Philippi.

Schweizer: "Wonder Women?" - Patriarchal Post-Correction of Charismatic Widows

Halyna Schweizer analyzes 1 Tim 5:3-16 as a patriarchal "post-correction" (Nachkorrektur) of widows' charismatic roles. What appears as philanthropic regulation is actually institutional restriction of previous liturgical, prophetic, and diaconal functions. The text constructs the "true widow" (ὄντως χήρα) through restrictive criteria (age 60+, once married, specific "good works" including washing saints' feet - a liturgical act). Young widows are portrayed through misogynistic stereotypes (καταστρηνιάζουσαι, φλύαροι, περίεργοι) that construct "othering" through language. The prescribed solution: marriage, childbearing, household management (στ. 14) - return to the household.

Schweizer traces a pattern: spiritual honor + structural prohibition = controlled charism. Polycarp (Phil 4:3) describes widows "praying unceasingly," while Didascalia Apostolorum (3rd c.) calls them "altar of God" but forbids teaching and public speech. The text reflects "Raum-Restrukturierung" (spatial reorganization): as the church became "public space," it adopted masculine patterns, pushing women back into the private household - mimicking Augustan marriage laws (lex Iulia 18 BCE, lex Papia 9 CE) that required widows to remarry within two years.

Critical questions: How well-documented is the "charismatic golden age"? The sources (Polycarp, Didascalia) are later than 1 Tim - might we be projecting a "charismatic utopia" that never existed? Could 1 Tim have both functions - protecting vulnerable elderly women (60+ without family) and controlling younger ones seeking autonomy? If we acknowledge protective dimensions without ignoring control, we have structural ambivalence, not simply "bad patriarchs." How do we "restore" (Schweizer concludes: "zu erinnern – und in der Erinnerung zu rehabilitieren")? If 1 Tim is canonical Scripture, do we "delete," reinterpret, or something else?

Polyphony, Not Linear Evolution

Both articles invite us to reconsider the assumption of linear evolution (charism → institution). What if we had multiple simultaneous traditions? In 90-120 CE when the Pastoral Epistles were written, we find:

  • Pastoral Epistles (Asia Minor?): restriction of widows (1 Tim 5)
  • Polycarp (Smyrna): widows with strong prayer roles
  • Didache (Palestine/Syria?): different church structure

This polyphony continued for 200-300 years. The uniform restrictive model (as in 1 Tim) prevailed gradually (3rd-4th c.) through institutional power and ecumenical councils - not because it was the "natural evolution" but because one tradition prevailed over others, adopting the androcentric model of its environment.

This means other traditions (like Polycarp's, where widows maintained strong roles) were not "exceptions" but equally valid expressions of the early church. This gives us interpretive freedom: we don't choose "early vs. late" but among simultaneous traditions, based on theological criteria and contemporary challenges (e.g., which tradition is more compatible with Gal 3:28?).

The question remains: What did we forget about this female presence, and why? Do such texts demand a critical revision of what we conveniently call "Tradition"?


Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Το τρέχον τεύχος του Biblische Zeitschrift / The current issue of Biblische Zeitschrift

 Biblische Zeitschrift 70:1 (2026)

  • Claudia D. Bergmann, "Hinein in neue Räume: Gedanken zur Bedeutung der Frage in der Hebräischen Bibel und im Jonabuch," 1-26 (abstract)
  • Walter T. Wilson, "The City Speaks. Exile, Consolation, and Drama in the Book of Baruch," 27-48 (abstract)
  • Alessandro Falcetta, "My Neighbour: the Good Samaritan (Luke 10,25–37) and the Theory of Recognition," 49-73 (abstract)
  • Martin Bauspieß, "Gottes Schöpfung und die Wirklichkeit des Menschen in den Briefen des Apostels Paulus," 74-92 (abstract)
  • Bohdan Kuryliak, "The Meaning of Jesus’ Words “τοῦ θεοῦ µου” in Revelation 3,2.12," 93-109 (OA)
  • Shira J. Golani -  Mitka R. Golub, "The Contribution of Personal Names in Biblical 'United Monarchy' Prose and Lists to Understanding the Origin of These Texts," 111-124 (abstract)
  • Agnethe Siquans, "A Way Out? Bird Metaphors in Psalm 102," 125-136 (OA)

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Το τρέχον τεύχος του Journal of Ethics in Antiquity and Christianity / The current issue of Journal of Ethics in Antiquity and Christianity

 Journal of Ethics in Antiquity and Christianity 7 (2025)

Το τρέχον τεύχος του περιοδικού είναι αφιερωμένο στην ηθική της ειρήνης.

  • Sebastian Grätz, "Friedenskonzeption im Alten Testament: Eine Annäherung," 7-20 (OA)
  • Moisés Mayordomo, "Gott des Friedens - Gott der Gewalt: Theologische Ambivalenzen im Neuen Testament," 21- (OA)
  • Morwenna Ludlow, David Newheiser, "What kind of speech makes for peace? Eine Annährung," 37-48 (OA)
  • Sara Contini, "Das vergessene ethische Stichwort: Humilitas- Humiliation as Instruments of Peace in Origen’s Preaching," 50-57 (OA)
  • Regina Elsner, "Friedensethik im Kontext des russischen Angriffskriegs gegen die Ukraine," 58-65 (OA)

Το τρέχον τεύχος του BAGL / The current issue of BAGL

 Biblical and Ancient Greek Linguistics 13 (2025)

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

Το τρέχον τεύχος του BN / The current issue of Biblische Notizen

 Biblische Notizen 207 (2025)

  • Tobias Schmitz, "Engaging with 'Disengagement'," 3-11
  •  Rolf Krauss, "Biblische ṣāra‛at und andere Fälle von Vitiligo," 13-37
  •  Stefan Bojowald, "2Kön 3,11 im Licht einer ägyptischen Parallele," 39-43
  • Eszter Csalog, "Haman’s letter and the amixia," 45-58
  • Bertrand Bucalossi-Rolin, "À propos du battement de l’aile de l’autruche en Jb 39,13," 59-66
  • Nadav Na’aman, "Text and Religious Ideas in Psalm 68 Verses 12–19, " 67-80
  • Eberhard Bons, "The Oracle against Judah in Amos 2:4–5, " 81-95
  • Izaak J. de Hulster, "Cheetahs in the Hebrew Bible?" 97-114
  • Markus Lau, "Wohin gehört ein Schwert?" 115-120
  • Stefan Bojowald, "Eine ägyptisch-hebräische Parallele zum metaphorischen Gebrauch des Wortes 'Tau', " 121-131

The current issue of ZAW / The current issue of ZAW

 Zeitschrift für die alttestamentliche Wissenschaft 137/4 (2025)

  • Kishiya Hidaka, "The Curse of Canaan (Genesis 9:18–29) as a Post-Priestly Composition: A Literary- and Tradition-Historical Reassessment," 467-482 (OA)
  • Jennie Grillo, "The Language of the Body in the Priestly Source and the Question of Divine Corporeality," 483-496 (abstract)
  • Xiaowei Ji, "»After Tibni«: Archival Records and the Earliest Synchronisms in 1 Kings 16:22–23," 497-514 (abstract)
  • Lida Leonie Panov, "Ermöglichungsgründe für die Umgehung des Talionsgesetzes bei einem rechtlichen Spezialfall ," 515-533 (OA)
  • Bob Becking, "Amos’ topographische Heimat: Bemerkungen zur Lage von teqô‛a," 534-544 (OA)