Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χειρόγραφα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χειρόγραφα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Zeitschrift für antikes Christentum 29/3 (2026)

 Zeitschrift für antikes Christentum  29/3 (2026)

  • Martin Wallraff, "Kanontafeln auf Purpur: Das Fragment einer byzantinischen Evangelienhandschrift im Kloster Vatopedi," 396-407 (abstract)

Themenheft: Tiere in der christlichen Spätantike

  • Dorothee Schenk, Johanna Jürgens, "Einleitung: Biblische Tiere in frühchristlichen Kontexten," 408-424  Caroline Macé, "Der Drache im Physiologus," 425-443 (abstract)
  • Johanna Jürgens, "Promiskuitive Hyänen, gierige Schweine und andere Tiere als Ausdruck ethischer Devianz bei Clemens von Alexandria," 444-457 (abstract)
  • Helene Hild, "Von Wahlfreiheit und Walfreiheit – Tiere in Origenes’ De principiis und der ersten Genesis-Homilie," 458-470 (abstract)
  • Jens Binfet, "Tierische Weltpolitik oder spirituelle Kartierung der Welt? Tiergestalten im Sacharjakommentar des Hieronymus," 471-486 (abstract)
  • Lisa Deininger, "Löwenstarke Propaganda: Die Rezeption von Löwen in den Heiligenviten des Hieronymus," 487-500 (abstract)
  • Islème Sassi, "Quid sibi volunt tres aves? – Pelikan, Nachtvogel und Spatz in Hippo und Nola: Exegese bei Augustinus, Therasia und Paulinus," 501-517 (abstract)
  • Vinzent Wiedemann, "Der Pelikan als Christussymbol," 518-536 (abstract)
  • Dorothee Schenk, "Von Pferden und Einhörnern – ein Ritt durch die Spätantike," 537-550 (abstract)
  • Stefan Metz, "Häretische Biester: Tiere, Vandalen und das nahende Ende im Werk des Quodvultdeus von Karthago," 551-564 (abstract)
  • Jacquline Wormstädt, "Tierische Häretiker:innen? – Tiere in Schenute von Atripes häresiologischer Rhetorik," 565-576 (abstract)
  • Julia Catharina Beier, "Die Schlange im Epos De spiritalis historiae gestis des Avitus von Vienne – Werkzeug des Teufels oder rechte Hand Gottes?" 577-589 (abstract)
  • Anika Bahr, "Tierwunder und göttliche Legitimation: Die Rolle von Pferd, Bär und Rabe in der Vita Columbani und ihre Bedeutung für das columbanische Mönchtum," 590-602 (abstract)

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Από την παλαιογραφία στην υπολογιστική ανάλυση: προς μια νέα μεθοδολογία χρονολόγησης των χειρογράφων της Νεκράς Θάλασσας / From Paleography to Computational Analysis: Toward a New Methodology for Dating the Dead Sea Scrolls

 Σε πρόσφατο άρθρο τους στην ιστοσελίδα Bible Interpretation ("Redating the Dead Sea Scrolls and the Book of Daniel"), οι Ian Young, Gareth Wearne και Evan Caddy (Australian Catholic University) αξιοποιούν νέα δεδομένα ραδιοχρονολόγησης και ανάλυσης γραφής με τεχνητή νοημοσύνη (Popović κ.ά., PLoS One 2025) για να επανεξετάσουν τη χρονολόγηση χειρογράφων της Νεκράς Θάλασσας, εστιάζοντας στο 4Q114 (4QDanc), που περιλαμβάνει τμήματα των κεφαλαίων 10–11 του Δανιήλ. Το εύρος 230–160 π.Χ. που προτείνει η νέα ανάλυση είναι συμβατό με τη χρονολόγηση του βιβλίου στην εποχή του Αντιόχου Δ΄ Επιφανούς, και οι συγγραφείς αντιμετωπίζουν τα δεδομένα με μεθοδολογική προσοχή, αποφεύγοντας τις υπεραπλουστεύσεις ορισμένων «συντηρητικών» αναγνώσεων. Ιδιαίτερα εύστοχο είναι το δεύτερο μέρος του άρθρου, που ιχνηλατεί την ερμηνευτική ιστορία των αποκαλυπτικών οραμάτων του Δανιήλ — από τον Ιππόλυτο Ρώμης και τον Εφραίμ τον Σύρο έως τη σύγχρονη αμερικανική ευαγγελική πολιτική — δείχνοντας πώς η αποκαλυπτική εικονογραφία επανερμηνεύεται διαρκώς για να απαντήσει σε νέες κρίσεις. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι η ανατολική ερμηνευτική παράδοση εκπροσωπείται ελάχιστα: απουσιάζουν οι βυζαντινοί σχολιαστές, ενώ η συριακή παράδοση περιορίζεται σε δύο μόνο ονόματα. Πώς διαμορφώθηκε η πρόσληψη του Δανιήλ στον ελληνόφωνο χριστιανικό κόσμο μετά τον Ιππόλυτο; Και σε ποιο βαθμό οι νέες μέθοδοι χρονολόγησης μπορούν να αναδιαμορφώσουν τη συζήτηση για τη σχέση υλικών τεκμηρίων και ερμηνευτικής παράδοσης; Ένα άρθρο που αξίζει τον χρόνο κάθε αναγνώστη που ενδιαφέρεται για τη Νεκρά Θάλασσα, τον Δανιήλ και τη ζωντανή δυναμική των βιβλικών κειμένων.

Η συμβολή του κειμένου είναι διπλή. Πρώτον, βοηθά να αποσαφηνιστεί τι μπορεί (και τι δεν μπορεί) να υποστηρίξει η ραδιοχρονολόγηση με C14: χρονολογεί πρωτίστως το υλικό φορέα (π.χ. περγαμηνή), σε διαστήματα πιθανότητας και δεν προτείνει μία «ακριβή» χρονολογία. Δεύτερον, καθιστά πιο ορατό το πώς η παλαιογραφική εφαρμογή της ΑΙ, εκπαιδευμένης σε περιορισμένο σύνολο δειγμάτων χρονολογημένων με C14, επιχειρεί να χρονολογήσει περισσότερα χειρόγραφα. Αυτή είναι μια πολλά υποσχόμενη εξέλιξη, η οποία όμως βρίσκεται ακόμη σε φάση ελέγχου και συζήτησης.

Για περαιτέρω μελέτη

------------------------------------
[ENG]
In a recent article on the Bible Interpretation website ("Redating the Dead Sea Scrolls and the Book of Daniel"), Ian Young, Gareth Wearne, and Evan Caddy (Australian Catholic University) draw on new radiocarbon dating data and AI-assisted handwriting analysis (Popović et al., PLoS One 2025) to reassess the dating of Dead Sea Scrolls manuscripts, focusing on 4Q114 (4QDanc), which preserves portions of Daniel chapters 10–11. The range of 230–160 BCE suggested by the new analysis is compatible with dating the book to the era of Antiochus IV Epiphanes, and the authors treat the data with methodological caution, avoiding the oversimplifications of certain "conservative" readings. Particularly effective is the second part of the article, which traces the interpretive history of Daniel's apocalyptic visions — from Hippolytus of Rome and Ephrem the Syrian to contemporary American evangelical politics — showing how apocalyptic imagery is continually reinterpreted to address new crises. It is worth noting, however, that the eastern interpretive tradition is minimally represented: Byzantine commentators are absent, while the Syriac tradition is limited to just two names. How did the reception of Daniel develop in the Greek-speaking Christian world after Hippolytus? And to what extent can new dating methods reshape the discussion on the relationship between material evidence and interpretive tradition? An article well worth the time of any reader interested in the Dead Sea Scrolls, Daniel, and the living dynamic of biblical texts.

The contribution of this article is twofold. First, it helps clarify what radiocarbon (C14) dating can (and cannot) support: it primarily dates the material carrier (e.g., parchment) within probability intervals and does not propose a single "precise" date. Second, it makes more visible how a paleographic application of AI, trained on a limited set of C14-dated samples, attempts to date additional manuscripts. This is a very promising development, which is nevertheless still in a phase of scrutiny and discussion.

For further reading

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Η γραφή ως υλικό γεγονός: παπυρολογία και επιγραφική σε δημιουργικό διάλογο / Writing as Material Event: Papyrology and Epigraphy in Creative Dialogue

Συχνά τα αρχαία κείμενα εκλαμβάνονται αποκομμένα από την υλική τους διάσταση: άυλα και αμετάβλητα μέσα στον χρόνο και τον χώρο. Στην πραγματικότητα, όμως, τα κείμενα έχουν πάντοτε και μια υλική πλευρά. Φιλοξενούνται σε διαφορετικά υλικά—πάπυρο, λίθο, όστρακο, ξύλο, τοίχο—και η μορφή και η διάταξη που αποκτούν πάνω σε αυτά (στήλες, κενά, σημάδια, σύμβολα, συντομογραφίες) δεν είναι ουδέτερες. Δηλώνουν τον χαρακτήρα και τη λειτουργία τους και καθοδηγούν τον αναγνώστη στο πώς θα τα διαβάσει και θα τα χρησιμοποιήσει. Αυτή η θεμελιώδης διαπίστωση αποτελεί τη βάση του συλλογικού τόμου Text, Layout, and Medium: Documents from the Greco-Roman World between Epigraphy and Papyrology (Firenze University Press, 2024): δείχνει πώς το μέσο, η διάταξη και η μορφή δεν είναι στοιχεία άσχετα με το κείμενο, αλλά μέρος της ίδιας της διαδικασίας επικοινωνίας μεταξύ κειμένου και αναγνώστη.

Στον τόμο έρχονται σε διάλογο δύο συγγενικές αλλά και διακριτές ερευνητικές περιοχές: η παπυρολογία και η επιγραφική. Αυτό που αναδεικνύεται είναι ότι η διάταξη και η μορφή του κειμένου δεν επηρεάζουν μόνο τον τρόπο ανάγνωσης, αλλά καθορίζουν και τον κοινωνικό του ρόλο. Το υλικό που το φέρει μπορεί, με τη σειρά του, να υποδηλώνει λειτουργία, κύρος ή και ιερότητα. Η σχέση κειμένου–μέσου–μορφής δεν είναι μονόδρομη, αλλά αμφίδρομη και σύνθετη.

Ξεχωρίζω, ανάμεσα στις εξαιρετικές μελέτες του τόμου, εκείνες του Nicola Reggiani για το Χ-Ρ (chi-rho) και το σταυρόγραμμα στους παπύρους (“Crossing Abbreviations, Monograms, and Symbols”), του Lucio Del Corso για την υλικότητα της γραφής και τις συμβάσεις της στην Αίγυπτο της ύστερης αρχαιότητας (“Epigraphic Habits and Writing Conventions in Late Antique Egypt”), καθώς και των Francesca Maltomini και Francesca Murano για τον επιτελεστικό χαρακτήρα της γραφής στα μαγικά κείμενα (“The Binding Layout? On Graphic Strategies in Greek Magical Texts”).

Για όσους εργάζονται με χειρόγραφα της Καινής Διαθήκης και παλαιοχριστιανικά κείμενα ή αξιοποιούν επιγραφές στη μελέτη της ΚΔ, το βιβλίο προσφέρει πολύτιμες προοπτικές. Οι μελέτες του τόμου καταδεικνύουν ότι το κείμενο είναι ένα υλικό γεγονός, με συγκεκριμένη λειτουργία σε χρόνο και τόπο—και ότι ο τρόπος που «στήνεται» πάνω στο μέσο γραφής αποτελεί μέρος της επικοινωνίας με το αναγνωστικό κοινό.

Με τη συνεξέταση κειμένου, διάταξης/μορφής και υλικού φορέα, ο τόμος προσφέρει μια μεθοδολογικά γόνιμη σύνθεση ανάμεσα σε παπυρολογία και επιγραφική και καθιστά σαφές ότι η υλικότητα του κειμένου δεν αποτελεί ένα δευτερεύον ζήτημα  αλλά μέρος της ιστορικής του συγκρότησης. Το κείμενο κατανοείται ως καταγραφή σε συγκεκριμένο μέσο, με συμβάσεις διάταξης και ορίζοντες χρήσης που διαμορφώνουν την αναγνωστική εμπειρία και τη κοινωνική λειτουργία των κειμένων. Για την έρευνα της Καινής Διαθήκης, των παλαιοχριστιανικών κειμένων και των επιγραφικών μαρτυριών, η οπτική αυτή λειτουργεί ως κρίσιμο ερμηνευτικό συμπλήρωμα: η μορφή και διάταξη, τα σύμβολα και τα σημεία γραφής σημεία προσλαμβάνονται ως δεδομένα που καθορίζουν το νόημα, τη χρήση και την πρόσληψη του κειμένου. 

Davide Amendola, Cristina Carusi, Francesca Maltomini, Emilio Rosamilia-(επιμ.), Text, Layout, and Medium: Documents from the Greco-Roman World between Epigraphy and Papyrology (Firenze University Press, 2024) [Open Access: CC BY 4.0]

------------------------------------------------------

Ancient texts are often approached as detached from their material dimension: immaterial and unchanging across time and space. In reality, however, texts always have a material aspect. They are inscribed on various media—papyrus, stone, ostraca, wood, walls—and the form and layout they take on these surfaces (columns, spaces, markers, symbols, abbreviations) are not neutral. They indicate their character and function and guide the reader in how to read and use them. This fundamental insight forms the basis of the edited volume Text, Layout, and Medium: Documents from the Greco-Roman World between Epigraphy and Papyrology (Firenze University Press, 2024): it demonstrates how medium, layout, and form are not elements irrelevant to the text, but part of the very process of communication between text and reader.

The volume brings into dialogue two related yet distinct fields of research: papyrology and epigraphy. What emerges is that the layout and form of a text do not merely affect how it is read, but also determine its social role. The material that bears it can, in turn, signal function, authority, or even sacredness. The relationship of text–medium–form is not unidirectional, but reciprocal and complex.

Among the volume's exceptional studies, I would highlight those by Nicola Reggiani on chi-rho and the staurogram in papyri ("Crossing Abbreviations, Monograms, and Symbols"), Lucio Del Corso on the materiality of writing and its conventions in Late Antique Egypt ("Epigraphic Habits and Writing Conventions in Late Antique Egypt"), and Francesca Maltomini and Francesca Murano on the performative character of writing in magical texts ("The Binding Layout? On Graphic Strategies in Greek Magical Texts").

For those working with New Testament manuscripts and early Christian texts, or utilizing inscriptions in NT studies, the book offers valuable perspectives. The volume's studies demonstrate that a text is a material event, with specific function in time and place—and that the way it is "set up" on its writing medium is part of the communication with its reading public.

By examining text, layout/form, and material carrier together, the volume offers a methodologically fruitful synthesis between papyrology and epigraphy and makes clear that the materiality of a text is not a secondary issue but part of its historical constitution. The text is understood as inscription on a specific medium, with conventions of layout and horizons of use that shape both the reading experience and the social function of texts. For research on the New Testament, early Christian texts, and epigraphic evidence, this perspective functions as a critical interpretive supplement: form and layout, symbols and graphic signs are approached as data that determine the meaning, use, and reception of the text.

Davide Amendola, Cristina Carusi, Francesca Maltomini, Emilio Rosamilia-(επιμ.), Text, Layout, and Medium: Documents from the Greco-Roman World between Epigraphy and Papyrology (Firenze University Press, 2024) [Open Access: CC BY 4.0]

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Κεφάλαια, Ανάγνωση και Κανονικότητα: Η Περίπτωση της Αποκάλυψης / Chapters, Reading and Canonicity: The case of the Book of Revelation

Στο τεύχος του Vigiliae Christianae  79/5 (2025)  δημοσιεύεται το εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο του  Cristian Cardozo Mindiola με τον τίτλο "Segmenting Revelation in Late Antiquity: Andrew of Caesarea's Chapter System as a Textual-Canonical Revolution." Το άρθρο θέτει μια συναρπαστική ερώτηση: Τι συμβαίνει, όταν ένα βιβλικό κείμενο δεν μοιάζει με κείμενο του βιβλικού κανόνα; Μέσα από μία εκτενή ανάλυση ο συγγραφέας αποπειράται να το απαντήσει, αλλά και να αποδείξει και κάτι ακόμη πιο τολμηρό:  πώς η υλική μορφή των χειρογράφων συνδέεται άμεσα με τη διαδικασία ένταξης στον κανόνα.

Το πρόβλημα: ένα βιβλίο του κανόνα χωρίς κεφάλαια

Στις αρχές του 7ου αιώνα παρατηρείται η εξής παράδοξη κατάσταση: ενώ όλα τα άλλα βιβλία της Καινής Διαθήκης είχαν υιοθετήσει συστήματα κεφαλαίων που διευκόλυναν τη μη-γραμμική ανάγνωσή τους, η Αποκάλυψη παρέμενε το μοναδικό βιβλίο χωρίς τέτοιο apparatus οργάνωσης του κειμένου. Ήδη για τα ευαγγέλια είχε επικρατήσει το σύστημα του Ευσεβίου και τις Πράξεις, τις Επιστολές του Παύλου και τις Καθολικές Επιστολές το ίδιο είχε συμβεί με το Ευθαλιανό σύστημα των κεφαλαίων. Τα κείμενα χωρίζονταν σε κεφάλαια, οι τίτλοι τους, που συνόψιζαν την κάθε περικοπή, αναγράφονταν είτε επάνω στη σελίδα είτε στην αρχή του βιβλίου σε πίνακα περιεχομένων για γρήγορη αναζήτηση και πρόσβαση. 

Ο Mindiola επισημαίνει εδώ τη σχέση της διαδικασίας της ανάγνωσης με την εισαγωγή του συστήματος κεφαλαίων. Καθώς όμως μόνο τα βιβλία του κανόνα διαβάζονται στις λειτουργικές συνάξεις, ο M. προχωρά ένα βήμα ακόμη και συνδέει αυτή την υλική μορφή του κειμένου (το χωρισμό σε κεφάλαια, τους πίνακες περιεχομένων κτλ) με το κύρος αυτών των βιβλίων ως μέρος του βιβλικού κανόνα. Η Αποκάλυψη, χωρίς κεφάλαια, έμοιαζε, λοιπόν, περισσότερο με μη-κανονικά κείμενα (όπως τον Ποιμένα του Ερμά ή το Ευαγγέλιο του Θωμά) παρά με τα υπόλοιπα βιβλία της ΚΔ. Αυτή η διαφοροποίηση επιβεβαίωνε και με έναν απτό και υλικό τρόπο την ήδη αμφίβολη θέση της Αποκάλυψης στον κανόνα της Εκκλησίας στην Ανατολή.

Η τριπλή σημασία του συστήματος των κεφαλαίων

Τα κεφάλαια εξυπηρετούν τρεις πολύ σημαντικούς σκοπούς:

α) Διευκολύνουν τη μη γραμμική ανάγνωση και γρήγορη περιήγηση στο κείμενο

Όσον αφορά τα χριστιανικά κείμενα τα κεφάλαια διευκολύνουν τη γρήγορη πρόσβαση σε περικοπές στην περίπτωση της τακτικής / περιοδικής ανάγνωσης κειμένων στη λειτουργική πράξη ή της χρήσης στη διδασκαλία. 

β) Χαρακτηριστικό των κειμένων που θεωρούνταν "Γραφή"

Κατά τον 7ο αιώνα, ένας αναγνώστης περίμενε ένα βιβλικό κείμενο του κανόνα να έχει: τη μορφή κώδικα, να περιέχει nomina sacra και να διαθέτει σύστημα κεφαλαίων και πίνακα περιεχομένων.

γ) Αποτελούν δείκτες συχνής χρήσης και κανονικότητας

Σύμφωνα με τον Μ. η συχνή λειτουργική χρήση των κειμένων οδηγεί στη μη γραμμική ανάγνωση των κειμένων και στην ανάγκη εισαγωγής του συστήματος των κεφαλαίων. Καθώς τα κείμενα του κανόνα είναι εκείνα που έχουν συχνή λειτουργική χρήση, η εισαγωγή των κεφαλαίων συνδέεται άμεσα με την κανονικότητα των βιβλίων. Επομένως τα βιβλικά κείμενα που διέθεταν το σύστημα των κεφαλαίων επιβεβαίωναν την θέση αυτών των κειμένων στον κανόνα. 

Η διπλή στρατηγική του Ανδρέα Καισαρείας

Ο Ανδρέας Καισαρείας κάνει μια διπλή παρέμβαση σημαντική στη διαδικασία κανονικοποίησης της Αποκάλυψης: 

Α. Ερμηνευτική Παρέμβαση: Το ερμηνευτικό υπόμνημα

Με το υπόμνημά του πρόσφερε μία ορθόδοξη ανάγνωση του βιβλίου της Αποκάλυψης (ήδη ο Οικουμένιος είχε κάνει μία ανάλογη ερμηνευτική προσπάθεια χωρίς όμως σημαντική επίδραση). Για να προφυλάξει το βιβλίο της Αποκάλυψης από χιλιαστικές και προβληματικές ερμηνείες υιοθετεί την αναγωγική ερμηνεία (το κείμενο ως μέσο πνευματικής προόδου και παιδείας) και καταδεικνύει τη σημασία αυτού του βιβλίου για τη χριστιανική διδασκαλία. 

Β. Υλική Παρέμβαση: Το Σύστημα Κεφαλαίων

Ο Ανδρέας διαίρεσε επίσης την Αποκάλυψη 24 λόγους (κατ' αναλογία προς τους 24 πρεσβυτέρους του βιβλίου της Αποκάλυψης) και σε 72 κεφάλαια (24× 3 επίπεδα ερμηνείας του βιβλικού κειμένου: γράμμα, τροπολογία, αναγωγή).  Κάθε κεφάλαιο διέθετε κατ' αναλογία προς τα συστήματα κεφαλαίων των άλλων κειμένων του κανόνα, αριθό, τίτλο και τη θέση του στον πίνακα περιεχομένων του βιβλίου. 

Έτσι η Αποκάλυψη πλέον έμοιαζε με τα Ευαγγέλια και τις Επιστολές. Το σύστημα των κεφαλαίων επιπλέον διευκόλυνε τη χρήση της στη διδασκαλία και (πιθανόν) τη λειτουργία. Υλικά, έγινε "συμβατή" με τα υπόλοιπα κανονικά κείμενα.

Το σύστημα του Ανδρέα γνώρισε τελικά αποδοχή. Είναι χαρακτηριστικό από τα 103 από τα 133 χειρόγραφα της Αποκάλυψης τα οποία διατηρούν την παράδοση του Ανδρέα υιοθετείται επίσης και το σύστημα διαίρεσης σε κεφάλαια που πρότεινε. Ετσι η Αποκάλυψη αποκτά κειμενικά τα ίδια χαρακτηριστικά με τα άλλα βιβλία της ΚΔ.

Το άρθρο του Μ. είναι καινοτόμο και κατορθώνει να συνδυάσει τρία συνήθως ξεχωριστά πεδία: 

(α) τη μελέτη των χειρογράφων. Εξετάζει το paratextual apparatus των κειμένων όχι ως δευτερεύον αλλά ως φορέα θεολογία και δείκτη της κανονικότητας των κειμένων. 

(β) την ιστορία του κανόνα.  Υπογραμμίζει ότι η κανονικότητα δεν είναι μόνο θεολογική κατηγορία ή απόφαση συνόδων, αλλά υλική πραγματικότητα που αποτυπώνεται στα χειρόγραφα.

(γ) την Κοινωνιολογία των Κειμένων.  Ο Μ. υιοθετεί την αρχή ότι η υλική μορφή των κειμένων αντιστοιχεί στη χρήση τους. 

Η κεντρική (φιλόδοξη) θέση του άρθρου είναι ότι τα συστήματα κεφαλαίων δεν είναι απλώς τεχνικές διαίρεσης· είναι εργαλεία επιβεβαίωσης και επιβολής της κανονικότητας των κειμένων. Η παρουσία ή απουσία του υποδηλώνει την άμεση σχέση των ορίων του κανόνα με την υλική μορφή του κειμένου στη χειρόγραφη παράδοση. 

Κάποια ερωτήματα

Το άρθρο αναδεικνύει πόσο σημαντική είναι η σύνδεση της υλικότητας των χειρογράφων με την διαδικασία ένταξης των βιβλικών κειμένων στον κανόνα. Όταν μιλάμε για τον κανόνα της Καινής Διαθήκης, συνήθως σκεφτόμαστε συνόδους, καταλόγους βιβλίων και θεολογικά κριτήρια, όπως η αποστολικότητα ή το συμβατό με την πίστη της Εκκλησίας περιεχόμενο του κάθε βιβλίου. Πολύ σπανιότερα αναρωτιόμαστε, αν η υλική μορφή των βιβλικών κειμένων –ο τρόπος δηλαδή με τον οποίο αντιγράφονται, οργανώνονται και χρησιμοποιούνται– μπορεί να παίζει ρόλο στη διαμόρφωση της κανονικότητάς τους. 

Ως προς αυτό η συμβολή του άρθρου είναι ιδιαίτερα γόνιμη καθώς αναδεικνύει την υλική διάσταση των βιβλικών κειμένων και τη σχέσης της προς τη λειτουργική και παιδαγωγική τους χρήση. Παράλληλα, όμως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η σύνδεση ανάμεσα στην χρήση συστημάτων κεφαλαίων και της αναγνώρισης της κανονικότητας ενός βιβλίου δεν τεκμηριώνεται απολύτως ως σχέση αιτιότητας.

Επιπλέον, υπάρχει και ένα σημαντικό χρονολογικό ζήτημα. Ο Ανδρέας γράφει περίπου το 600-610 μ.Χ., αλλά η Αποκάλυψη είχε ήδη επίσημα ενταχθεί στον κανόνα με την 39η Εορταστική Επιστολή του Αθανασίου (367 μ.Χ.) και τις συνόδους του τέλους του 4ου αιώνα. Αυτό σημαίνει ότι ο Ανδρέας δεν μπορούσε να "εισάγει" κανονικότητα σε ένα βιβλίο που ήταν ήδη επίσημα κανονικό για περισσότερο από δύο αιώνες. Το πραγματικό ζήτημα ήταν το χάσμα ανάμεσα στην επίσημη κανονικότητα και την πρακτική αποδοχή στην Ανατολή. Χαρακτηριστικό αυτού του χάσματος είναι ότι η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος (691-692), περίπου 80 χρόνια μετά τον Ανδρέα, επικύρωσε πολλαπλούς κανονικούς καταλόγους, μερικούς που περιλάμβαναν την Αποκάλυψη και μερικούς που δεν την περιλάμβαναν. Αυτό δείχνει ότι η προσπάθεια του Ανδρέα συνέβαλε σε μία μακρά και σταδιακή διαδικασία και όχι σε μία άμεση "επίλυση" του ζητήματος.

Η λειτουργική χρήση, μολονότι σημαντική, δεν υπήρξε ποτέ από μόνη της επαρκές κριτήριο κανονικότητας, όπως δείχνουν περιπτώσεις κειμένων που διαβάστηκαν σε λειτουργικό πλαίσιο (βλ. το Ευαγγέλιο του Πέτρου, τον Ποιμένα του Ερμά ή και απόκρυφες Πράξεις αποστόλων), αλλά τελικώς απορρίφθηκαν για λόγους περιεχομένου. Φαίνεται πως η λειτουργική χρήση δεν εγγυάται από μόνη της την κανονικότητα, και κατά συνέπεια τα κεφάλαια που προκύπτουν από λειτουργική χρήση δεν εγγυώνται κανονικότητα. Δηλαδή, η μετάβαση από τη θέση ότι τα βιβλία του κανόνα έχουν κεφάλαια στη θέση ότι η εισαγωγή των κεφαλαίων καθιστά τα κείμενα μέρος του κανονικά δεν είναι επαρκώς τεκμηριωμένη στο κείμενο. Ίσως, λοιπόν, το σύστημα των κεφαλαίων θα πρέπει να κατανοηθεί όχι ως παράγοντας που εισάγει ή επιβάλλει την κανονικότητα, αλλά ως πρακτική που τη σταθεροποιεί και την αξιοποιεί στο πλαίσιο της λειτουργικής και εν γένει εκκλησιαστικής πράξης. 

Αυτό που προκύπτει για την περίπτωση της Αποκάλυψης είναι ότι η προσπάθεια του Ανδρέα Καισαρείας ήταν σημαντική στη διαδικασία αποδοχής της ως κανονικού βιβλίου αλλά όχι και η τελευταία πράξη αυτής της διαδικασίας. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι από τα 103 χειρόγραφα της Αποκάλυψης με το σύστημα κεφαλαίων του Ανδρέα το 66% (~68 χειρόγραφα) περιέχουν την Αποκάλυψη χωρίς άλλα βιβλία ΚΔ και μόνο το 34% (~35 χειρόγραφα) περιέχουν την Αποκάλυψη με άλλα βιβλία ΚΔ. Θα περίμενε κανείς ακολουθώντας το επιχείρημα του Μ. τα περισσότερα χειρόγραφα να περιέχουν την Αποκάλυψη μαζί με άλλα βιβλία της ΚΔ. Είναι, επομένως, πιθανόν η αιτιότητα να είχε την αντίστροφη πορεία: δε διευκολύνει το σύστημα των κεφαλαίων την ένταξη ενός βιβλίου στον κανόνα, αλλά μάλλον το γεγονός ότι είναι στον κανόνα (και διαβάζεται) οδηγεί στην εισαγωγή των κεφαλαίων. Στην περίπτωση της Αποκάλυψης, αυτή παρά τις αντιρρήσεις (που τελικά οδηγούν στο να μην ενταχθεί στο λειτουργικό κύκλο αναγνωσμάτων στην Ανατολή) είναι ήδη μέρος του κανόνα, αν και η οριστικοποίηση της θέσης της σε αυτόν θα έρθει αργότερα. Αυτό σημαίνει ότι ο Ανδρέας δε μπορεί να εισήγαγε την κανονικότητα της Αποκάλυψης. Είναι βέβαιο όμως ότι το έργο του συνέβαλε στην τελική εδραίωσή της στον κανόνα στην ευρεία πρακτική αποδοχή και χρήση της. 

Η βασική παρατήρηση του Μ. ότι τα βιβλία του κανόνα έχουν κεφάλαια, κάτι που δεν ισχύει για τα περισσότερα εξωκανονικά είναι σημαντική. Επίσης ισχυρή είναι η θέση για την σχέση κανονικότητας και υλικής υπόστασης του κειμένου, όχι τόσο ως αιτιολογική όσο ως περιγραφική της διαδικασίας. Η εισαγωγή των κεφαλαίων, δηλαδή, επιβεβαιώνει και δεν εισάγει την κανονικότητα ενός βιβλικού κειμένου. Υπό αυτήν την έννοια η συμβολή του Ανδρέα Καισαρείας ήταν ουσιαστική. 

Σε κάθε περίπτωση το άρθρο του Μ. δίνει πολλή τροφή για σκέψη. Πώς συνδέεται η υλική μορφή των χειρογράφων με τη θεολογική σημασία των κειμένων; Και πώς διακρίνουμε την επίσημη κανονικότητα από την πρακτική αποδοχή; 

------------------------------------------------------------------

A recent article by Cristian Cardozo Mindiola in Vigiliae Christianae (79/2025), "Segmenting Revelation in Late Antiquity: Andrew of Caesarea's Chapter System as a Textual-Canonical Revolution," makes a bold argument: the material form of biblical manuscripts directly correlates with their canonical status. Focusing on Andrew of Caesarea's seventh-century chapter system for the book of Revelation, Mindiola argues that the absence of chapters made Revelation look "non-canonical" compared to other New Testament books.

The Argument

By the early 7th century, all other NT books had adopted chapter systems: the Eusebian Canon Tables for the Gospels, and the Euthalian apparatus for Acts and the Epistles. These systems facilitated non-linear reading—essential for liturgical and pedagogical use. Revelation, however, lacked such technology.

Mindiola's thesis: frequent liturgical use → need for chapters → canonical texts have chapters → texts with chapters look canonical. Since only canonical texts were read regularly in worship, chapter systems became material markers of canonicity. Revelation without chapters therefore resembled non-canonical texts like the Shepherd of Hermas.

Andrew of Caesarea (~600-610 CE) addressed this through a dual strategy:

a) Hermeneutical intervention: An orthodox commentary emphasizing anagogical interpretation

b) Material intervention: A chapter system (24 logoi, 72 kephalaia) with titles and table of contents

As a result Revelation now "looked like" other canonical texts. The system was widely adopted (103 of 133 manuscripts with Andreian tradition preserve it), helping bridge the gap between official canonicity and practical acceptance in the East.

Critical Assessment

While Mindiola's interdisciplinary approach is valuable—connecting manuscript studies, canon history, and the sociology of texts—the relationship between chapter systems and canonicity invites further consideration.

The challenge of causation: The article demonstrates correlation (canonical texts tend to have chapters) but establishing causation (chapters create or confer canonicity) requires additional evidence. While the pattern is significant, the direction of influence remains open to question.

Cases that complicate the picture: The Gospel of Peter had liturgical use but was ultimately rejected. The Shepherd of Hermas appears with a chapter heading in at least one manuscript (P.Oxy 4707) yet was not finally canonical. Some apocryphal Acts circulated in monastic settings with organizational features but remained non-canonical. These examples suggest that textual organization and liturgical use, while important, were not sufficient for canonical recognition.

What the manuscript data reveals: Of 103 manuscripts with Andrew's chapters, 66% contain Revelation without other NT books, while 34% include it with other NT texts. This pattern suggests that chapters were adopted primarily for practical utility rather than as a means of canonical integration. When Revelation was copied with other NT books, scribes preferred Andrew's system for consistency—but the decision to include Revelation in such collections likely preceded the choice of chapter system.

The chronological context: Andrew writes ~600-610 CE, but Revelation was already officially canonical via Athanasius's Festal Letter 39 (367 CE) and the late 4th-century councils. The real issue was the gap between official canonicity and practical acceptance in the East. Notably, the Quinisext Council (691-692 CE)—~80 years after Andrew—ratified multiple canonical lists, some including and some excluding Revelation. This suggests Andrew's contribution was part of a long, gradual process rather than a decisive turning point.

Conclusion

Mindiola's central observation remains valuable: canonicity has a material dimension. Chapter systems reflect and reinforce bibliographic expectations for scriptural texts. Andrew's work did not create Revelation's canonical status, but it helped facilitate the transition from contested official canonicity to broader practical acceptance by removing a material obstacle and enabling easier use in teaching contexts.

The article makes an important contribution by drawing attention to the intersection of material form, liturgical practice, and canonical reception—even if the precise causal relationships require continued investigation.

Τρίτη 25 Απριλίου 2023

Το τρέχον τεύχος του Novum Testamentum / The current issue of Novum Testamentum

 Novum Testamentum 65/2 (2023)

  • Andreas Märs - Tommy Wasserman, "Scribal Harmonization and Matthew’s Fulfillment Citations in Codices Alexandrinus, Vaticanus, and Sinaiticus," 143–174 (abstract)
  • Cornelis Hoogerwerf, "A Farewell to the Pondering Mary: Lexical, Aspectual and Exegetical Considerations Regarding συμβαλλουσα in Luke 2:19," 175–191 (abstract)
  • Matthew J. Klem, "Prophecy in Philo and the Fourth Gospel: Beyond Wayne Meeks’s Prophet-King," 192-204 (abstract)
  • Jackson Abhau, "Whence the Womb? John 7:37–39 and the Motherhood of Jesus in John," 205–220 (abstract)
  • Luca Cadili, "'The Scythians Do Still Scare Us': A Case for the Traditional Interpretation of Col 3:11," 221–226 (abstract)
  • Kai Akagi, "A Note on the Structure of Hebrews 10:11–13," 227–239 (abstract)
  • Benjamin Sargent, "Neither Jew nor Greek: Ignatius of Antioch’s Use of Scripture and the 'Parting(s) of the Ways'," 240–255 (abstract)

Τετάρτη 24 Αυγούστου 2022

Στο τρέχον τεύχος του JJS / In the current issue of JJS

 Journal of Jewish Studies 73/1 (2022)

  • Benjamin Williams, "What did the Rabbis know about grammar? Exegesis and grammatical gender in late antiquity," 1-23 (abstract)
  • Joseph Habib, "The ʾāšām bûr (אשׁם בור): early-medieval Karaites, Leviticus 5:18b and the Masoretic text," 24-49 (abstract)
  • Nehemia Gordon, "Medieval scribal procedures for writing the Tetragrammaton," 68-88 (abstract)
  • Miriam Sklarz, "Jacob as ‘the prophet’ in Nahmanides’ commentary," 89-104 (abstract)
  • Niels De Ridder, "The trilingual Hebrew/Aramaic/Judeo-Greek glossary from MS Vat. ebr. 423," 105-134 (abstract)

Σάββατο 9 Ιουλίου 2022

Το τρέχον τεύχος του Novum Testamentum / The current issue of Novum Testamentum

 Novum Testamentum 64/3 (2022)

Τρίτη 12 Απριλίου 2022

Στο τρέχον τεύχος του VigChr / In the current issue of VigChr

 Vigiliae Christianae 76/2 (2022)

  • James W. Barker, "Eusebian Canon Ten in Codex Fuldensis: Paratextual Confusion, Transmission, and Correction," 144–168 (abstract)
  • Michael Peter Hanaghan, "Rufinus and the Reimagination of Pliny’s Correspondence with Trajan (HE 3.33)," 202–216 (abstract)

Δευτέρα 11 Απριλίου 2022

Το τρέχον τεύχος του Early Christianity / The current issue of Early Christianity

Early Christianity 13/1 (2022)

Perspectives on the Qumran Community: From the Essenes to the Yaḥad, and Beyond

  • Jörg Frey, "Perspectives on the Qumran Community: From the Essenes to the Yaḥad, and Beyond," 1-16 
  • John J. Collins, "Serek Ha-Yaḥad Revisited," 17-33 (abstract)
  • Eyal Regev, "Sect or Cult? Comparing the Qumranites and Early Christians Using New Methods of the Sociology of Religion," 34-57 (abstract
  • Romulus D. Stefanut, "Two Lofty Liturgies of Life:  Philo's Therapeutae and Their Friendly Polemics with the Essenes," 58- 83 (abstract)
  • Marcello Fidanzio, "The Deposition of the Copper Scroll:  New Archaeological Investigations," 84-101 (abstract

New Discoveries
  • Annette Weissenrieder, André Luiz Visinoni, "The Codex Vercellensis (a, 3) as Witness of the Gospel of Luke," 105-130

Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2021

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2021

Στο τρέχον τεύχος του JJS / In the current issue of JJS

 Journal of Jewish Studies 72/2 (2021)

  • Jean-Sébastien Rey, "The relationship between manuscripts A, B, D and the marginal readings of manuscript B of Ben Sira," 240-256 (abstract)
  • Moshe Simon-Shoshan, "You can't go home again: the Bavlia's story of Honia's big sleep as inversion of the Yerushalmia's account," 257-282 (abstract)

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2021

Το τρέχον τεύχος του Novum Testamentum / The current issue of Novum Testamentum

 Novum Testamentum 63/4 (2021)

  • Stephen Robert Llewelyn - William Robinson, "'If Your Hand Causes You to Stumble, Cut It Off': Questions over the Figurative Nature of Mark 9:43–47 and Its Synoptic Parallels," 425-451 (abstract
  • Maren R. Niehoff, "A Roman Portrait of Abraham in Paul’s and Philo’s Later Exegesis," 452–476 (abstract)
  • Stefan Krauter, "Mercy and Monarchy: Seneca’s De clementia and Paul’s Letter to the Romans," 477–488 (abstract
  • Bryan R. Dyer, "The Wordplay μαθεῖν-παθεῖν in Hebrews 5:8," 489–504 (abstract)
  • John-Christian Eurell, "Reconsidering the John of Revelation," 505–518 (abstract)
  • J.K. Elliott, "Supplement IV to J.K. Elliott, A Bibliography of Greek New Testament Manuscripts (Third Edition)," 519–532 

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2021

Classics@18: Ancient Manuscripts and Virtual Research Environments

 Classics@ 18 (2021)

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2021

Το τρέχον τεύχος του ZNT / The current issue of ZNT

 Zeitschrift für Neues Testament 47 (2021)

Markusevangelium

  • Günter Röhser,  "Warum eigentlich Markus?" 5-21
  • Reinhard  von Bendemann, "Das Markusevangelium als Herausforderung für die Theologie," 23-39
  • Heidrun E. Mader,  "Narratives Gestalten paulinischer Theologoumena?" 41-58
  • Claire Clivaz, "Mk 16 im Codex Bobbiensis: Neue Materialien zur conclusio brevior des Markusevangeliums," 59-85
  • Manuel Vogel, "Markus: Autor oder Erinnerungsfigur?" 87-88
  • Sandra Huebenthal, "Das Markusevangelium als Gründungsgeschichte verstehen," 89-99
  • Eve-Marie Becker, "Gedächtnistheorie und Literaturgeschichte in der Interpretation des Markusevangeliums," 101-106
  • Gudrun Guttenberger, "Zur Hermeneutik des Markusevangeliums," 107-126

Παρασκευή 16 Ιουλίου 2021

Το τρέχον τεύχος του JBL / The current issue of JBL

 Journal of Biblical Literature 140/2 (2021)

  • David J. A. Clines, "Alleged Female Language about the Deity in the Hebrew Bible," 229-249 (abstract)
  • David M. Carr, "Competing Construals of Human Relations with “Animal” Others in the Primeval History (Genesis 1–11)," 251-269 (abstract)
  • Paba Nidhani De Andrado, "Hannah’s Agency in Catalyzing Change in an Exclusive Hierarchy," 271-289 (abstract)
  • Will Kynes, "Wrestle On, Jacob: Antebellum Spirituals and the Defiant Faith of the Hebrew Bible," 291-307 (abstract)
  • Hindy Najman, "Imitatio Dei and the Formation of the Subject in Ancient Judaism, 309-323 (abstract)
  • Troy M. Troftgruben, "The Ending of Luke Revisited, " 325-346 (abstract)
  • Laura Salah Nasrallah, "Judgment, Justice, and Destruction: Defixiones and 1 Corinthians," 347-367 (abstract)
  • T. Christopher Hoklotubbe, "Civilized Christ-Followers among Barbaric Cretans and Superstitious Judeans: Negotiating Ethnic Hierarchies in Titus 1:10–14," 369-390 (abstract)
  • Kim Papaioannou, "The Sin of the Angels in 2 Peter 2:4 and Jude 6," 391-408 (abstract)
  • TGarrick V. Allen, "The Possibilities of a Gospel Codex: GA 2064 (Dublin, CBL W 139), Digital Editing, and Reading in a Manuscript Culture," 409-434 

Σάββατο 3 Απριλίου 2021

Δουλεύοντας με την πλατφόρμα NTVMR / Working on the platform NTVMR

 Διαβάστε στο ιστολόγιο The Digital Orientalist την κατατοπιστική παρουσίαση από τον Gregory Paulson της πλατφόρμας NTVMR για την ευρετηριοποίηση και μεταγραφή των χειρογράφων της Καινής Διαθήκης: παπύρων, μεγαλογραμμάτων, μικρογραμμάτων και εκλογαδίων. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό εργαλείο που επιτρέπει την πρόσβαση και τη μελέτη στον καταπληκτικό κόσμο των χειρογράφων:

Introduction to the NTVMR

Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

Το τρέχον τεύχος του Early Christianity / The current issue of Early Christianity

 Early Christianity 12/1 (2021)

  • Jeremiah Coogan, David Lincicum, Teresa Morgan, "The Material Gospel," 1-4
  • Chris Keith, "The Gospel Read, Sliced, and Burned: The Material Gospel and the Construction of Christian Identity," 7-27 (abstract)
  • Clare K. Rothschild, "Galen's De indolentia and the Early Christian Codex," 28-39 (abstract)
  • Jeremiah Coogan, "Gospel as Recipe Book: Nonlinear Reading and Practical Texts in Late Antiquity," 40-60 (abstract)
  • Sofía Torallas Tovar, "Resisting the Codex: The Christian Use of the Roll in Late Antiquity," 61-84 (abstract)
  • Angela Zautcke, "Erasing the Gospels: Sinaiticus Syriacus and Patterns among Syriac Gospel Palimpsests," 85-102 (abstract)
  • Matthew D.C. Larsen, "The Real-and-Imagined Biography of a Gospel Manuscript," 103-131 (abstract)

New Discoveries

  • Annette Weissenrieder, André Luiz Visinoni, "The Fragmenta Curiensia (a²) as Witnesses of the Gospel of Luke, " 135-136